… για την ακτή των θαυμάτων

Έτσι όπως έτρεχαν ανάλαφρα στην ακροθαλασσιά λες και ισορροπούσαν πάνω στον αφρό. Θαύμα της νεότητας; Μερικά μέτρα πιο πέρα, κοντά στη λικνιζόμενη βάρκα του εκατονταετή παρά κάτι Καπετάνιου που τακτοποιούσε τα δίκτυα του ισορροπώντας με θαυμαστή επιδεξιότητα στα γερασμένα του πόδια -θαύμα του γήρατος;- και ίσως στο ενδεχόμενο μίας θαυμάσιας  ψαριάς, τα δύο κορίτσια στάθηκαν : «μια στιγμή», «τι έγινε;» ,«ένα πετραδάκι μπήκε στο πόδι μου».

Νομίζω πως διέκρινα ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό του Καπετάνιου χωρίς να είμαι βέβαιος αν για αυτό έφταιγε κάποια μνήμη της νεότητας που ανέσυρε η ηλιόλουστη εικόνα των κοριτσιών ή οι φωνές της κόρης του Μαρίκας, ιδιοκτήτριας της παρακείμενης ψαροταβέρνας: «Καίει πια ο ήλιος πατέρα, παράτα τα, έλα στη σκιά, ακούς; η κρέμα είναι έτοιμη και είναι θαύμα».

…χωρίς απορίες

Μου έλεγες, να σπουδάσεις, να μορφωθείς, ποτέ δεν μου είπες να σπουδάσεις για να βγάλεις λεφτά και παρόλο που πέρασες μισή ζωή στην οικοδομή, δεν μου είπες ποτέ, να γίνεις πολιτικός μηχανικός, όπως έκανε η γιαγιά Κυριακούλα Και τι δουλειά κάνουν οι φυσικοί;  πολλές γιαγιά, γίνονται και καθηγητές,  ε καλά τότε, τι πολιτικός μηχανικός τι δάσκαλος και οι δύο με τούβλα χτίζουν.

Σταμάτα πια τα χαρτιά στο καφενείο πατέρα γιατί ντρέπομαι σου είπα ένα βράδυ και το επόμενο έκατσες αναπαυτικά στον μικρό καναπέ της κουζίνας –πρώην παιδική κούνια της αδελφής μου- πήρες τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη άναψες ένα Σέρτικο Λαμίας και άρχισες να διαβάζεις φωναχτά να ακούω κι εγώ, και η μάνα τη δεύτερη φορά που τα ξαναδιαβάζαμε είπε πιο σιγά χριστιανέ μου τα μάθαμε απ’ έξω πια.

Μετά τον Μακρυγιάννη πιάσαμε την εγκυκλοπαίδεια. Κάθε βράδυ. Ανοίγες στην τύχη και διάβαζες ένα λήμμα. Και κατά τύχη δήθεν έπεφτες πάντα σε λήμματα της Φυσικής, άτομο, πυρηνας, ηλεκτρόνιο, νετρόνιο γιατί σου άρεσε να με ρωτάς και να σου λύνω τις απορίες λες και ήξερες ότι αυτή τη δουλειά θα κάνω όταν μεγαλώσω, θα λύνω απορίες  στην τάξη όπως έκανα μαζί σου στην κουζίνα.

Τις ξεπέρασα τις 123 λέξεις αλλά χαλάλι σου πατέρα.

…για μια στιγμή

Με το παρελθόν δεν τα πάω πολύ καλά τελευταία. Τσακωνόμαστε συνέχεια. ‘Αλλοτε  για σοβαρά θέματα και άλλοτε για ανοησίες. Όπως για το θέμα της ηλικίας. Τις προάλλες μου χτύπησε  ότι είναι νεότερο από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πόσο μεγαλύτερος είμαι εγώ από εσένα;

Μια στιγμή. Εγώ γεννήθηκα μια στιγμή μετά από εσένα και μη μου αντιγυρίσεις άλλο η χρονική στιγμή και άλλο η χρονική διάρκεια  γιατί και οι δύο Φυσικοί είμαστε απλά εσύ πήρες πτυχίο πιο γρήγορα από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πότε πήρες πτυχίο εσύ;

Μια στιγμή μετά από εσένα.

Τουλάχιστον θα ζήσω παραπάνω από εσένα.

Ναι αλλά εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω και μετά από εσένα, για αυτό κοίτα να τα έχεις καλά μαζί μου.

Με εκβιάζεις;

Όχι εγώ, το μέλλον.

…για τον κυρ Μήτσο

Όταν έκλειναν τα σχολεία βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί.  Ήταν γυψαδόρος.  Έφτιαχνε τα γύψινα  πάνω σε έναν τεράστιο μαρμάρινο πάγκο. Την άλλη μέρα  φορτώναμε το  τρίκυκλο  και  πηγαίναμε στην οικοδομή.  Στήναμε τις σκαλωσιές, εκείνος ανέβαινε και δούλευε, εγώ καθόμουνα και κοίταζα. Που και που μου έλεγε «πιάσε αυτό», «πιάσε το άλλο». Εγώ βαριόμουν.

Μια μέρα γυρνάω και του λέω  «Φεύγω, βρήκα δουλειά σε ένα μηχανουργείο κάτι συντρόφων». «Να πας» μου κάνει. Στο μηχανουργείο δούλεψα δύο μέρες. Τη δεύτερη με έβαλαν να καθαρίσω κάτι τζάμια θεοβρώμικα.  Αντί για διαλυτικό χρησιμοποίησα βερνίκι. Χάλια μαύρα. Φεύγω  και γύριζω στο μαγαζί μας.

«Δεν μου είπες» με ρωτάει ο πατέρας μου  μετά από λίγο, «μπορεί ένας σύντροφος να βγει στην κόκκινη πλατεία και να βρίσει τον Μπρέζνιεφ;».

… για τις γραμμές της ζωής

Δε ξέρω για εσάς, πάντως εγώ χρωστάω τη ζωή μου σε ένα κουφό μουλάρι.

Το καλοκαίρι του 1921 έστειλαν τον  παππού και το μουλάρι, να πάρουν την Άγκυρα. Στο Εσκί Σεχίρ  ο παππούς γέμισε τα αυτιά του ζωντανού με κερί  γιατί εκτός από τις ακρίδες  σκιαζόταν το καψερό τις βροντές των όπλων και  πιλαλούσε.

Όταν πέρασαν την Αλμυρά έρημο και ήρθε η ώρα να ριχτούν στη μάχη, κατάκοποι, άνθρωποι και ζώα, ο παππούς έριξε κατάχαμα το μουλάρι και κρύφτηκε από κάτω μέχρι που άρχισαν να μετράνε τους πεθαμένους. Τον παππού τον βρήκαν βουτηγμένο  στο  αίμα του μουλαριού,  τον κουβάλησαν με φορείο και τον απίθωσαν  στους  λαβωμένους.

Χιλιάδες γραμμές ζωής σταμάτησαν  στις όχθες του Σαγγάριου, μαζί και του Κουφοπαντελή  -έτσι το έλεγαν το μουλάρι μας.

για το «μουλαράκι»

Ο παππούς το έλεγε «Μίλερ» ο θείος Κώστας που ήξερε κάτι λίγα γερμανικά το έλεγε «Μούλερ» η μάνα μου το έλεγε «ραδιόφωνο» και η γιαγιά το έλεγε «Μουλαράκι» στην αρχή και μετά «Μουλάρι».

Ο λόγος ήταν που μια μέρα άκουσε την εκπομπή «αναζητήσεις του ερυθρού σταυρού» κι έκατσε κι έγραψε το γράμμα για τον αδελφό της, τον Νίκο, που άφησε πίσω φαντάρο το εικοσιδύο που πέρασαν στην Μυτιλίνη κυνηγημένοι από τους Τσέτες.

Μωρή μουλάρα,  είπε η φίλη της η Κατίνα, δύο αδέλφια άφηκες πίσω, τον Δημήτρη τονε λησμόνησες; Έκατσε τότε η γιαγιά κι έγραψε  δεύτερο γράμμα ξεχωριστό για τον Δημήτρη.

Και περίμενε.

Μάταια.

Και μονολογούσε τα λόγια της Κατίνας: Μουλαρώνει μωρή και ο Θεός όταν ο άνθρωπος δεν μοιράζει στα ίσα το νιώσιμο του.

…ντροπιασμένες

«Γιατί τον αφήνεις και δεν τον τσακίζεις; Τους ξεσηκώνει όλους εναντίον σου» γκρίνιαζε κάθε βράδυ η βασίλισσα. Μα ο βασιλιάς δεν  της απαντούσε. Μόνο διάβαζε και ξαναδιάβαζε την ίδια σελίδα του ίδιου βιβλίου κάθε νύχτα. Και κάθε μέρα άφηνε  να μεγαλώνει τη φήμη του νεαρού ποπολάρου, που διαλαλούσε  σε κάθε ευκαιρία  πως θα αλλάξουν τα πράγματα στο βασίλειο, πως θα δοθεί τέλος στη φτώχεια και τη δυστυχία.

Έτσι περνούσαν οι μήνες, μέχρι που ένα πρωί η βασίλισα ξυπνώντας από τη φωνή του τελάλη  που διαλαλούσε ντροπιασμένος οτι «ο νεαρός ποπολάρος  παραδόθηκε ταπεινωμένος», βρήκε στο προσκέφαλό του βασιλιά ανοιχτό το βιβλίο του. Το πήρε και διάβασε τις τελευταίες γραμμές της σελίδας: «Και τόσο ο νικητής είναι πιο τιμημένος όσο ο ηττημένος είναι πιο φημισμένος».