… στρογγυλεμένες

Νομίζω πως ήρθε ο καιρός να τηρήσω την υπόσχεσή μου. Και άργησα. Η πολυθρόνα θα είναι δερμάτινη, σκούρου χρώματος με στρογγυλεμένες άκρες. Το φωτιστικό, αριστερά, ξύλινο, δαπέδου. Ένα τραπεζάκι δεξιά, από ξύλο μασίφ σκούρο, με λεπτεπίλεπτα στρογγυλεμένα πόδια και ραφάκι για βιβλία και τετράδια σημειώσεων.

Δεν είχα καταλάβει γιατί η υπόσχεση στον εαυτό μου είχε τόση «στρογγυλάδα», μέχρι σήμερα που άκουσα την Όλιβ να λέει πως ο χρόνος είναι στρογγυλός.

Αν το είχε αυτό ακούσει ο πατέρας μου θα έλεγε πως για αυτό ο χρόνος στρογγυλεύει τα πράγματα και η μάνα μου θα πέταγε κάποιο πείραγμα για την στρογγυλή του κοιλίτσα και εκείνος προς υπεράσπιση του θα προσπαθούσε να κλείσει την κουβέντα: «τόσες ώρες καθιστός στο περίπτερο…» χωρίς ,όπως πάντα, να τα καταφέρνει.

… για αποποιήσεις

Μου λέει προχθές το βράδυ ο Στιφάδος (ο κούνελός μου)

-Αφεντικό, φτου η σε ματιάξω πολύ ευτυχισμένο σε βλέπω τελευταία.

-Και είναι κακό αυτό Στιφάδο;

-Όχι, αφεντικό, καλό είναι, μόνο να κάνεις οικονομία, να φυλάξεις και λίγη ευτυχία για τα γεράματα. Ο ανθρωπος γεννιέται με πεπερασμένα αποθέματα ευτυχίας.

-Ποιο βιβλίο αμπελοφιλοσοφίας  έφαγες τελευταία Στιφάδο;

-Τα φαντάσματα δεν τρώνε βιβλία αφεντικό. Πάντως, να ξέρεις, επειδή εμένα με «έφυγαν» πριν την ώρα μου σου έχω αφήσει κληρονομιά τα αποθέματα ευτυχίας που δεν πρόλαβα να χρησιμοποιήσω.

-Ευχαριστώ

-Βέβαια μαζί με αυτά θα κληρονομήσεις και τις υποχρεώσεις μου

-Σε ποιον χρωστάς;

-Στον μανάβη και στο περίπτερο.

-Αν είναι πολλά να κάνω αποποιηση κληρονομιάς

-Εξαρτάται. Ποιο είνα το όριο υποχρεωσεων που οδηγεί τους ανθρώπους  στην αποποίηση της ευτυχίας;

για έναν μπαγλαμά

Μια φορά ο πατέρας του τον πήρε μαζί  στην πόλη. Κατέβηκαν με το κάρο. Μια μέρα δρόμος.Το άλλο βράδυ έφαγαν σε ένα μαγειρειό. Ήταν εκεί και δύο μουσικοί. Ένας άντρας  και μια γυναίκα. Ο άντρας είχε ένα μεγάλο μπουζούκι και η γυναίκα ένα μικρό.

Η γυναίκα είπε δυο τραγούδια. Στο πρώτο ο πατέρας του έκλαψε και στο δεύτερο χόρεψε. Μετά αγκάλιασε τη γυναίκα και τη φίλησε.

Αυτό έγινε και τα τρία βράδια.Το τελευταίο, όταν βολεύτηκαν στο κάρο,  ρώτησε πως λέγαν την γυναίκα με το μικρο μπουζούκι. Απάντηση δεν πήρε.  Μόνο «κοιμήσου έχω μια δουλειά», σηκώθηκε, νίφτηκε κι έφυγε.  

Όταν χάραξε γύρισε. Έζεψαν το μουλάρι κι έφυγαν. Στο δρόμο ο πατέρας του δε μίλησε. Όταν έφτασαν σπίτι είπε: «Μπαγλαμά. Έτσι λένε το μικρό μπουζούκι».

…για καλό και για κακό

Ο Στιφάδος είχε πει οτι θα ξανάρθει την Τρίτη. Και ήρθε. Αργησε λίγο αλλά ήρθε. Δεν με είχε συνηθίσει να τηρεί τις υποσχέσεις του. Ειδικά όσες αφορούσαν την κατανάλωση των βιβλίων μου.

-Ηρθα αφεντικό όπως σου είχα υποσχεθεί και μην αρχίσεις πάλι τη μουρμούρα για τις υποσχέσεις και τα βιβλία.

-Είχες πει Τρίτη και είναι Τετάρτη ξημερώματα.

-Δεν πειράζει αφεντικό. Είχες κάτι καλό να περιμένεις. Έτσι έλεγες όταν ξεχνούσες άδεια την ταΐστρα μου. Γαμώ τις ατάκες. Την έκανες και πρωτοχρονιάτικη ευχή στο μπλογκ. Και όλοι περιμένουν το καλό εμβόλιο. Αλλά δεν έρχεται. Ίσως είναι καλύτερα να έχεις κάτι κακό να περιμένει και να μην έρχεται. Όπως κάθε φορά που καθάριζες κρεμμυδάκια, θυμάσαι; Και όταν τελικά μύριζε η κρεμμυδόσουπα έλεγα: εντάξει, σωθήκαμε για σήμερα.

…για το τέλος της ιστορίας

Δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησε αυτό. Να θέλει ο άλλος οπωσδήποτε να μου πει ή να εξομολογηθεί την ιστορία του. Νιώθω άβολα με ένα βιβλίο , μια ταινία, μια ιστορία, που ξεκινάει από τέλος. Δεν με ενθουσιάζει να αναρωτιέμαι : τι οδήγησε τον ήρωα της ιστορίας μέχρι εδώ.

Όταν ο συνομιλητής μου αρχίζει να αφηγείται την ιστορία του γνωρίζω ήδη την τελική σκηνή όπου  ο άνθρωπος αυτός εκβιάζεται από την ανάγκη να βρει έναν ακόμη ή έναν τουλάχιστον  ακροατή,  ετεροχρονισμένο  μάρτυρα της απεγνωσμένης και ηρωικής άμυνας στην κατά κύματα επίθεση του παρελθόντος.

Όμως στο τέλος, στο τελευταίο βλέμμα που συνοδεύει την τελευταία λέξη νιώθω οτι αυτά που τελικά δεν ειπώθηκαν  είναι αυτά που θα οδηγήσουν στο τέλος την ιστορία που δεν θα γνωρίσω ποτέ.

αφιερωμένη στον ανθυπασπιστή που ένα βράδυ με βροχή και αέρα με ξύπνησε μεσάνυχτα για να ανοίξω το κψμ του λόχου στην Χίο και να μου εξομολογηθεί πως ο έρωτας του για την γυναίκα που αγαπούσε και παντρεύτηκε παρά την αντίρρηση της υπηρεσίας ήταν η αιτία που στερήθηκε βαθμούς και ήταν ακόμα παρά το χρόνια του ανθυπασπιστής και πως θα πληρώσει αυτός για τις δέκα μπύρες, εννιά ατομικές πίτσες και τέσσερα κρουασάν  που καταναλώσαμε εκείνη την κρύα νύχτα

123 λέξεις…για αγκαλιές

Την τελευταία ημέρα πριν εξαφανιστεί, ο Στιφάδος ο κούνελος μου πρόλαβε να δοκιμάσει μερικές σελίδες του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο. Από τότε, όταν ανοίγω ένα μπουκάλι τεκίλα εμφανίζεται. Υποψιάζομαι ότι τον έλκει το άρωμα της αλλά δεν το θίγω γιατί παρεξηγιέται εύκολα.

-Δεν είμαι αλκοολικός αφεντικό αλλά στον παράδεισο αυτή η μυρωδιά είναι απαγορευμένη.

-Νόμιζα πως τα κουνέλια που τρώνε τα βιβλία του αφεντικού τους πάνε στην κόλαση.

-Τα κουνέλια πάνε όλα ανεξαιρέτως στον παράδεισο. Οι λαγοί με λάμδα κεφαλαίο πανε στην κόλαση. Με πιάνεις;

-Σε πιάνω

-Εννοώ να με πιάσεις λίγο στην αγκαλιά σου γιατί στον παράδεισο απαγορεύονται οι αγκαλιές.

-Άρα καλύτερα στην κόλαση;

-Όχι εκεί είναι χειρότερα γιατί οι αγκαλιές είναι υποχρεωτικές ενώ το απαγορευμένο μπορεί να είναι και γλυκό. Με πιάνεις;

…καπνικές

Δε μπόρεσα ποτέ να αντικαταστήσω το τσιγάρο με ηλεκτρικό υποκατάστατο και ο λογος είναι πως το κάπνισμα ενός  τσιγάρου έχει αρχή, μέση και τέλος, όπως μια καλή ιστορία, με μόνη διαφορά  πως μια ιστορία μπορεί σκόπιμα  να ειπωθεί και ανάποδα, από το τέλος προς την αρχή, ενώ στο τσιγάρο κάτι τέτοιο είναι τελικά καταστροφικό.

Έπειτα υπάρχει και η γοητεία των προκαταρκτικών: το χαρτάκι που τυλίγει απαλά τον καπνό, το φιλτράκι που πρέπει να τοποθετηθεί προσεκτικά την κατάλληλη στιγμή, η γλυκιά γεύση  της κόλλας στην άκρη της γλώσσας, και τέλος, η φλόγα, και η πρώτη βαθιά ανάσα. Πως θα μπορούσε το πάτημα ενός κουμπιού, ένα κλικ, να αντικαταστήσει μια ιεροτελεστία;  Και στο φινάλε, από πότε μια ερωτική ιστορία τελειώνει μαζί με τα υγρά αναπλήρωσης;

..για τα κουσούρια

Υπάρχει ,ακόμα και σήμερα, μια λέξη που δε μπορώ να προφέρω σωστά. Για την ακρίβεια είναι όλες οι λέξεις που περιέχουν την συλλαβή «λια» η οποία από το στόμα ακούγεται σαν «για».

Κάποτε καθώς έψαχνα στις αίθουσες για να βρω τα γυαλιά μου στο διάλειμμα μεταξύ δύο μαθημάτων μονολογώντας και επαναλαμβάνοντας «γυαγιά; γυαγιά;» ένας μαθητής με άκουσε και  ρώτησε χαμογελώντας κοροϊδευτικά «κύριε χάσατε την γιαγιά σας και την ψάχνετε στις αίθουσες;»

Ντράπηκα λίγο είναι η αλήθεια και πήγα να απαντήσω «όχι τα γιαγιά μου ψάχνω» αλλά την τελευταία στιγμή το έσωσα , ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα και απάντησα «και την γιαγιάκα μου έχω χάσει πριν χρόνια και τα γυαλάκια μου έχω χάσει εδώ και ώρα». Έτσι, με  δύο υποκοριστικά αποκαλύφθηκε τελικά το κουσουράκι μου.

123 λέξεις της Όλγκα Τοκάρτσουκ

«…Η τρυφερότητα είναι η πιο ταπεινή μορφή αγάπης. Είναι το είδος της αγάπης που δεν εμφανίζεται στις γραφές ή στα ευαγγέλια, κανένας δεν ορκίζεται σ’ αυτήν, κανείς δεν την παραθέτει. Δεν έχει ειδικά εμβλήματα ή σύμβολα, δεν οδηγεί σε εγκληματικές πράξεις, ούτε προκαλεί φθόνο.

Εμφανίζεται όποτε κοιτάζουμε από κοντά και με προσοχή μια άλλη ύπαρξη, κάτι που δεν είναι ο «εαυτός» μας.

Η τρυφερότητα είναι αυθόρμητη και ανιδιοτελής· υπερβαίνει κατά πολύ τη συγγενή της ενσυναίσθηση. Αντιθέτως, είναι το συνειδητό, αν και ίσως ελαφρώς μελαγχολικό, μοίρασμα του κοινού πεπρωμένου.

Η τρυφερότητα είναι μια βαθιά συναισθηματική ανησυχία για μια άλλη ύπαρξη, για την ευθραυστότητά της, τη μοναδική της φύση  Η τρυφερότητα αντιλαμβάνεται τους δεσμούς που μας ενώνουν, τις μεταξύ μας ομοιότητες και τα κοινά μας…»

Πηγή: dimart