…στα Τζουμέρκα

Διάλεξε. Τον άντρα σου ή τον αδελφό σου.

Αυτή στέκεται στη μέση. Από τη μια μεριά ο αδελφός της, από την άλλη ο άντρας της. Παιδιά δεν έχουν ακόμα.

Απέναντι στέκεται ο Γερμανός αξιωματικός. Από τη μια μεριά ο στρατιώτης, από την άλλη ο διερμηνέας.

Η γυναίκα κάνει δυο βήματα και βγαίνει στο μπαλκόνι. Ο στρατιώτης τρέχει  πίσω της να την κρατήσει.

Εκείνη στέκεται μόνο και κοιτάζει. Τρέχει η ματιά  στη δημοσιά μέχρι πέρα στα χωράφια.

Ο στρατιώτης την ξανασπρώχνει μέσα.

Λοιπόν; τι είδες εκεί έξω; ποιον θές να πάρεις πίσω; ξαναρωτάει ο Γερμανός.

Εκεί έξω είδα πως άντρες έχει πολλούς μα αδελφούς δεν έχει. Τον αδελφό  να μου δώκεις πίσω.

Και ο Γερμανός για τιμωρία της έδωκε πίσω και τον άντρα της.

Advertisements

… με κάρβουνο

Το νεοκλασικό της οδού Νοταρά στα Εξάρχεια είχε πέντε δωμάτια. Ανεβαίναμε στον δεύτερο όροφο από μια ξύλινη σκάλα που έτριζε. Το ένα το είχα νοικιάσει εγώ και τα υπόλοιπα  φοιτητές της σχολής καλών τεχνών.

Εγκαταλείψαμε το σπίτι μετά τον μεγάλο σεισμό. Το σπίτι είχε αρχίσει ήδη να γερνάει. Δεν άντεξε. Το νιώθαμε από τα βογκητά του όταν τα σκαλοπάτια  τα ξύλινα πατώματα και τα παραθυρόφυλλα σήκωναν το βάρος της νεανικής  μας ορμής.

Την παραμονή της μεγάλης φυγής πόζαρα για τελευταία φορά στην Μαρία. Πήρα πόζα δίπλα στο παράθυρο. Εκείνη ετοίμασε τα σύνεργα της κρυμμένη πίσω από το καβαλέτο. Χαμογελούσα  καθώς χάζευα τα πόδια της. Φορούσε δύο διαφορετικές τρύπιες κάλτσες. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και με κοίταξε αυστηρά. Μη χαμογελάς ζωγραφίζω με κάρβουνο.

…αγροτικές

Χθες το βράδυ που γύρισα από το μάθημα ανέβηκα στο «χωράφι» μου να δροσιστώ λίγο και να δω τις ντοματιές μου. Είχα να τις δω δύο μέρες αλλά δεν περίμενα τέτοια επίθεση, τέτοιο παράπονο. Νομίζω πως μου είπαν: Μπα; Μας θυμήθηκες; Όλο με την φυσική ασχολείσαι τελευταία και καθόλου με την χημεία μας. Ξέρεις που έφτασε το πεχά στις γλάστρες μας; Για δες! Για μέτρα! Την βλέπεις την μικρή πως μαράζωσε; Βιτριόλι έγινε το χώμα της. Ναι, πες μας και υστερικές τώρα. Τι κάνεις; Φεύγεις; «Αποχωρείς από το πεδίο της μάχης»; Καλά είναι τα ψυχαναλυτικά σου κόλπα αλλά δεν πας και σε κανέναν γεωπόνο να μας δώσει λίγο κανονικό ασβέστιο γιατί η φέτα που μας ρίχνεις λες και είμαστε χωριάτικη σαλάτα μας πειράζει.

…γενέθλιες

Γεννήθηκα στις 28 Απριλίου, σαν σήμερα δηλαδή. Η μαία δεν σημείωσε την ώρα και η μάνα δεν θυμάται. Η μαία ήταν πολύ νευρική ,είπε στην μάνα μου να βγάλει τον σκασμό μαζί με το ρολόι της, καθότι  τέσσερα κιλά δεν βγαίνουν από τα σπλάχνα σου αθόρυβα, νομίζω.

Πρέπει πάντως να γεννήθηκα ξημερώματα γιατί όταν ειδοποίησαν τον πατέρα μου αξημέρωτα, φεύγοντας  βιαστικός για να έρθει να με συναντήσει ξέχασε το πορτοφόλι του, τον σταμάτησαν στο δρόμο οι αστυφύλακες και τον πήραν στο τμήμα για εξακρίβωση. Στο μεταξύ εγώ, επειδή αργούσε βαρέθηκα να περιμένω πήρα έναν υπνάκο και δεν τον θυμάμαι καθόλου που ήρθε.

Λένε πως όταν ερωτεύεσαι ξαναγεννιέσαι. Αλήθεια πρέπει να είναι, γιατί την πρώτη μου «νύχτα» με κορίτσι βαρέθηκα να περιμένω να βγει από το μπάνιο, πήρα έναν υπνάκο και δεν το θυμάμαι καθόλου που έφυγε.

…περιμένοντας

Μισή ώρα  ακόμα.  Η αίθουσα καπνιστών είναι γεμάτη. Μια μεγάλη παρέα έχει πιάσει  πέντε τραπέζια. Τα παιδιά τους κάθονται πιο περα τυλιγμένα στο δικό τους σύννεφο καπνού.

Δεν έχει μάθει να περιμένει. Τις λίγες  φορές που αποφάσισε να το κάνει ήταν βέβαιος πως είναι ο μοναδικός ελκυστής της χαοτικής πορείας των πραγμάτων. Ακόμη κι αν η συμβολή του στην τελική έκβαση  περιοριζόταν απλά στην απόφαση να περιμένει υπομονετικά. Αυτή τη φορά δεν είναι ο μοναδικός ελκυστής.

Παραγγέλνει δευτερο καφέ, πακέτο. Καλύτερα να καπνίσει έξω.

Έχει παραβιάσει τον κανόνα. Το ξέρει. «Όταν κάνεις την τελική κρίσιμη ερώτηση να είσαι προετοιμασμένος για κάθε πιθανή απάντηση». Αν περιμένεις το μεσοδιάστημα της αναμονής για να προετοιμαστείς έχασες. Τότε παίρνει το πάνω χέρι η προσμονή και καταλήγεις απροετοίμαστος.

…»χαλασμένες»

Με έπιασε  μια δίψα εκείνο το βράδυ και σηκώθηκα να πιω νερό. Οι μεγάλοι στην κουζίνα άκουγαν έναν Γερμανικό σταθμό που μιλούσε Ελληνικά για την χούντα που ήταν στα τελευταία της. Και το ραδιόφωνο πρέπει να ηταν στα τελευταία του γιατί μιλούσε σιγά και όλοι είχαν σκύψει επάνω του για να ακούνε. Με έστειλαν πίσω στο κρεβάτι μου  αλλά εγώ  ξαναδίψασα και ξανασηκώθηκα. Το ραδιόφωνο μάλλον  τα είχε τινάξει και οι μεγάλοι συζητούσαν χαμηλόφωνα για  ένα βιβλίο κάποιου Γερμανού ονόματι Μαρξ  που  είχε μόνο ένα κεφάλαιο. Τότε σηκώθηκε από το κρεβάτι  ο πατέρας μου για να κατουρήσει, είδε το βιβλίο, έβαλε τις φωνές.  που το ξεθάψατε αυτό, θα μου χαλάσετε το παιδί  και τα λοιπά. Και τότε ένιωσα πως έπρεπε οπωσδήποτε να χαλάσω.

…για τους ήχους του ταξιδιού

Ετοιμάζει την βαλίτσα του τώρα. Είναι από αυτές με τα ροδάκια -του αρέσει αυτός ο ξερός ήχος  που κάνουν στο τσιμέντο.

Δεν χρειάζονται και πολλά πράγματα στην ηλικία του. Παλιότερα δεν τον πείραζε να είναι λίγο βαριά αλλά τώρα…

Τώρα, στον σταθμό, περιμένοντας, ο Ηλίας του σερβίρει  τα «συνηθισμένα» -καφέ και τυρόπιτα. Κάνουν κουβέντα για τις συντάξεις και την αρρώστια τους τον Ολυμπιακό.

Που πάει τώρα;

Στο περίπτερο πάει. Ξέχασε λέει να πάρει τσιγάρα και σουντόκου. Θα το χάσει πάλι το τρένο όπως κάθε μήνα. Τώρα τσακώνεται με τον περιπτερά τον Αεκτζή. Να δεις που το κάνει επίτηδες.

Ορίστε. Δεν πρόλαβε.

Ε, και; Σάμπως είχε εισιτήριο; Τον άλλο μήνα πάλι; φωνάζει ο Ηλίας αλλά δεν ακούει. Ακούει μόνο τα ροδάκια της βαλίτσας του.