..για τα κουσούρια

Υπάρχει ,ακόμα και σήμερα, μια λέξη που δε μπορώ να προφέρω σωστά. Για την ακρίβεια είναι όλες οι λέξεις που περιέχουν την συλλαβή «λια» η οποία από το στόμα ακούγεται σαν «για».

Κάποτε καθώς έψαχνα στις αίθουσες για να βρω τα γυαλιά μου στο διάλειμμα μεταξύ δύο μαθημάτων μονολογώντας και επαναλαμβάνοντας «γυαγιά; γυαγιά;» ένας μαθητής με άκουσε και  ρώτησε χαμογελώντας κοροϊδευτικά «κύριε χάσατε την γιαγιά σας και την ψάχνετε στις αίθουσες;»

Ντράπηκα λίγο είναι η αλήθεια και πήγα να απαντήσω «όχι τα γιαγιά μου ψάχνω» αλλά την τελευταία στιγμή το έσωσα , ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα και απάντησα «και την γιαγιάκα μου έχω χάσει πριν χρόνια και τα γυαλάκια μου έχω χάσει εδώ και ώρα». Έτσι, με  δύο υποκοριστικά αποκαλύφθηκε τελικά το κουσουράκι μου.

123 λέξεις της Όλγκα Τοκάρτσουκ

«…Η τρυφερότητα είναι η πιο ταπεινή μορφή αγάπης. Είναι το είδος της αγάπης που δεν εμφανίζεται στις γραφές ή στα ευαγγέλια, κανένας δεν ορκίζεται σ’ αυτήν, κανείς δεν την παραθέτει. Δεν έχει ειδικά εμβλήματα ή σύμβολα, δεν οδηγεί σε εγκληματικές πράξεις, ούτε προκαλεί φθόνο.

Εμφανίζεται όποτε κοιτάζουμε από κοντά και με προσοχή μια άλλη ύπαρξη, κάτι που δεν είναι ο «εαυτός» μας.

Η τρυφερότητα είναι αυθόρμητη και ανιδιοτελής· υπερβαίνει κατά πολύ τη συγγενή της ενσυναίσθηση. Αντιθέτως, είναι το συνειδητό, αν και ίσως ελαφρώς μελαγχολικό, μοίρασμα του κοινού πεπρωμένου.

Η τρυφερότητα είναι μια βαθιά συναισθηματική ανησυχία για μια άλλη ύπαρξη, για την ευθραυστότητά της, τη μοναδική της φύση  Η τρυφερότητα αντιλαμβάνεται τους δεσμούς που μας ενώνουν, τις μεταξύ μας ομοιότητες και τα κοινά μας…»

Πηγή: dimart

123 λέξεις … για την κυρία Ευκαιρία

Η κυρία Ευκαιρία είχε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια.

Όταν ήταν μικρή, άλλα παιδιά δεν της έδιναν σημασία και άλλα την κυνηγούσαν την άρπαζαν και την πετούσαν. Μια φορά ένα την κλώτσησε κιόλας αλλά αυτή κιχ δεν έβγαλε.

Σαν κοπέλα ήταν πολύ ελκυστική αλλά οι νέοι που την πλησίαζαν ένιωθαν γρήγορα τον ενθουσιασμό τους να μετατρέπεται σε ανασφάλεια.

-Γιατί δεν με θέλει κανείς μάνα;

-Γιατί σε φοβούνται κόρη μου.

Πέρασαν τα χρόνια και η μάνα της λίγο πριν «φύγει» την κάλεσε και της είπε

-Ο κύριος Νίκος ο λαχειοπώλης είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Με την προίκα σου θα ανοίξετε και ένα πρακτορείο…

-Κι αν με πουλήσει κι αυτός μάνα;

-Ο κύριος Νίκος  πουλάει ελπίδα κόρη μου, δεν θα πουλήσει ποτέ την ευκαιρία του.

… αδρανειακές

Σε ένα μικρό δωμάτιο στην ταράτσα ο κύριος Τάκης μου έκανε χώρο βάζοντας στην άκρη τα εργαλεία του για να χωρέσει ένα γραφείο μια καρέκλα και ένα ντιβανάκι.

Για να διαβάζεις με ησυχία. Σε αυτό το κουτί να κρύβεις τα αποτσίγαρα να μη τα βλέπει η μάνα σου. Πως πάει το διάβασμα;

Καλά, μόνο που μερικές φορές βιάζομαι και κάνω λάθη.

Και οι έξυπνοι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην παρoρμητική σκέψη Βασιλάκη, αρκεί να μη διαρκεί παραπάνω από δέκα δευτερόλεπτα. Μετά η σκέψη γίνεται απόφαση. Πως μου είπες χθες αυτόν που όταν πατάει γκάζι φαντάζεται ανύπαρκτες δυνάμεις για να εξηγήσει αυτό που συμβαίνει γύρω του;

Μη αδρανειακό παρατηρητή κύριε Τάκη.

Αυτό παθαίνεις κι εσύ με τις ασκήσεις. Πατάς γκάζι και φρενάρει το μυαλό σου.

_____________________________________

αφιερωμένο στους μαθητές μου

…χαμηλόφωνες

Κοιμήσου, δεν έχεις σχολείο σήμερα, ήρθε και μου είπε η μάνα μου στο κρεβάτι. Αλλά εγώ είχα ξυπνήσει για τα καλά γιατί η φωνή  της είχε ανησυχία και αγανάκτηση και φόβο. Ήταν εικοσι μία Απρίλη του 67. Μετά από πέντε λεπτά σηκώθηκα και πήγα δίπλα, στης γιαγιάς μου ξυπόλητος. Μου έδωσε τσάι και μπισκότα. Δεν με μάλωσε κανείς. Διασχίζοντας τη μεσαυλή είδα τον παππού στο μικρό κρυφό ταρατσάκι να μιλάει σιγά με τον κύριο Γιώργο που είχε ανέβει και αυτός στο δικό του  και μιλούσαν ψιθυριστά. Για πολλά χρόνια οι φωνές ήταν χαμηλωμένες. Μόνο τα καλοκαίρια που οι νοικοκυρές κατάβρεχαν τα πεζοδρόμια και έβγαινε ολη γειτονιά να φάει καρπούζι και πεπόνι στις πεζούλες της οδού Κρήνης οι φωνές δυνάμωναν λίγο αλλά χαμηλωναν απότομα όταν περνούσε περιπολία ο αστυφύλακας.

…στα Τζουμέρκα

Διάλεξε. Τον άντρα σου ή τον αδελφό σου.

Αυτή στέκεται στη μέση. Από τη μια μεριά ο αδελφός της, από την άλλη ο άντρας της. Παιδιά δεν έχουν ακόμα.

Απέναντι στέκεται ο Γερμανός αξιωματικός. Από τη μια μεριά ο στρατιώτης, από την άλλη ο διερμηνέας.

Η γυναίκα κάνει δυο βήματα και βγαίνει στο μπαλκόνι. Ο στρατιώτης τρέχει  πίσω της να την κρατήσει.

Εκείνη στέκεται μόνο και κοιτάζει. Τρέχει η ματιά  στη δημοσιά μέχρι πέρα στα χωράφια.

Ο στρατιώτης την ξανασπρώχνει μέσα.

Λοιπόν; τι είδες εκεί έξω; ποιον θές να πάρεις πίσω; ξαναρωτάει ο Γερμανός.

Εκεί έξω είδα πως άντρες έχει πολλούς μα αδελφούς δεν έχει. Τον αδελφό  να μου δώκεις πίσω.

Και ο Γερμανός για τιμωρία της έδωκε πίσω και τον άντρα της.

… με κάρβουνο

Το νεοκλασικό της οδού Νοταρά στα Εξάρχεια είχε πέντε δωμάτια. Ανεβαίναμε στον δεύτερο όροφο από μια ξύλινη σκάλα που έτριζε. Το ένα το είχα νοικιάσει εγώ και τα υπόλοιπα  φοιτητές της σχολής καλών τεχνών.

Εγκαταλείψαμε το σπίτι μετά τον μεγάλο σεισμό. Το σπίτι είχε αρχίσει ήδη να γερνάει. Δεν άντεξε. Το νιώθαμε από τα βογκητά του όταν τα σκαλοπάτια  τα ξύλινα πατώματα και τα παραθυρόφυλλα σήκωναν το βάρος της νεανικής  μας ορμής.

Την παραμονή της μεγάλης φυγής πόζαρα για τελευταία φορά στην Μαρία. Πήρα πόζα δίπλα στο παράθυρο. Εκείνη ετοίμασε τα σύνεργα της κρυμμένη πίσω από το καβαλέτο. Χαμογελούσα  καθώς χάζευα τα πόδια της. Φορούσε δύο διαφορετικές τρύπιες κάλτσες. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και με κοίταξε αυστηρά. Μη χαμογελάς ζωγραφίζω με κάρβουνο.

…αγροτικές

Χθες το βράδυ που γύρισα από το μάθημα ανέβηκα στο «χωράφι» μου να δροσιστώ λίγο και να δω τις ντοματιές μου. Είχα να τις δω δύο μέρες αλλά δεν περίμενα τέτοια επίθεση, τέτοιο παράπονο. Νομίζω πως μου είπαν: Μπα; Μας θυμήθηκες; Όλο με την φυσική ασχολείσαι τελευταία και καθόλου με την χημεία μας. Ξέρεις που έφτασε το πεχά στις γλάστρες μας; Για δες! Για μέτρα! Την βλέπεις την μικρή πως μαράζωσε; Βιτριόλι έγινε το χώμα της. Ναι, πες μας και υστερικές τώρα. Τι κάνεις; Φεύγεις; «Αποχωρείς από το πεδίο της μάχης»; Καλά είναι τα ψυχαναλυτικά σου κόλπα αλλά δεν πας και σε κανέναν γεωπόνο να μας δώσει λίγο κανονικό ασβέστιο γιατί η φέτα που μας ρίχνεις λες και είμαστε χωριάτικη σαλάτα μας πειράζει.

…γενέθλιες

Γεννήθηκα στις 28 Απριλίου, σαν σήμερα δηλαδή. Η μαία δεν σημείωσε την ώρα και η μάνα δεν θυμάται. Η μαία ήταν πολύ νευρική ,είπε στην μάνα μου να βγάλει τον σκασμό μαζί με το ρολόι της, καθότι  τέσσερα κιλά δεν βγαίνουν από τα σπλάχνα σου αθόρυβα, νομίζω.

Πρέπει πάντως να γεννήθηκα ξημερώματα γιατί όταν ειδοποίησαν τον πατέρα μου αξημέρωτα, φεύγοντας  βιαστικός για να έρθει να με συναντήσει ξέχασε το πορτοφόλι του, τον σταμάτησαν στο δρόμο οι αστυφύλακες και τον πήραν στο τμήμα για εξακρίβωση. Στο μεταξύ εγώ, επειδή αργούσε βαρέθηκα να περιμένω πήρα έναν υπνάκο και δεν τον θυμάμαι καθόλου που ήρθε.

Λένε πως όταν ερωτεύεσαι ξαναγεννιέσαι. Αλήθεια πρέπει να είναι, γιατί την πρώτη μου «νύχτα» με κορίτσι βαρέθηκα να περιμένω να βγει από το μπάνιο, πήρα έναν υπνάκο και δεν το θυμάμαι καθόλου που έφυγε.