…για το σχεδόν, το πολύ και το εντελώς

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέλφια, ο Ίμουν, ο Ίμε και ο Θάμε.
Ο Ίμουν ήταν ο μεγαλύτερος και ο Θάμε ο νεότερος.
Και τα τρία αδέλφια αγάπησαν την ίδια γυναίκα.
Το όνομα της γυναίκας ήταν …
Η … αγάπησε και τα τρία αδέλφια.
Τα τρία αδέλφια της είπαν «πρέπει να διαλέξεις»
Είστε σίγουροι; ρώτησε η …
Ο Θάμε απάντησε «είμαι σχεδόν σίγουρος»
ο Ίμε απάντησε «είμαι πολύ σίγουρος»
και ο Ίμουν είπε «είμαι εντελώς σίγουρος».
Πέρασαν τρία χρόνια μέχρι η … να αποφασίσει. Τότε τους κάλεσε και τους είπε:
«Ίμε εσένα σε αγαπώ πιο πολύ αλλά τον αδελφό σου τον αγαπάω από πιο παλιά. Με αυτόν θέλω να ζήσω».
«Ποιον από τους δύο;» ρωτησε ο Θαμε και τότε όλοι γέλασαν εκτός από τον Ίμε.

…για γνωστούς αγνώστους

Όσοι τον ήξεραν περισσότερα χρόνια από εμένα  έλεγαν  πως ποτέ δεν τον είχαν δει μέχρι εκείνο το Σαββατόβραδο να βγάζει και τα δύο του  χέρια από τις  τσέπες του παντελονιού του.

Ερχόταν στο καφενείο κάθε μέρα βρέξει χιονίσει, καθόταν σε ένα  τραπέζι αμίλητος, ντροπαλός σα να του είμαστε άγνωστοι  και πάντα με τα χέρια στις τσέπες παρακολουθούσε  με προσοχή τις  κουβέντες  από τα διπλανά τραπέζια,  παρατηρώντας  τον κάθε έναν που μιλούσε με την ένταση που οι ζωγράφοι κοιτάζουν τα μοντέλα τους.

Εκείνη το βράδυ που όλοι στο καφενείο νομίζαμε ότι είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα ενώ είχε κοιμηθεί για πάντα, είχε βγάλει τα χέρια από τις τσέπες. Στο ένα κρατούσε σφιχτά ένα κλειδί και στο άλλο ένα χαρτί με την διεύθυνση του σπιτιού του.

… για την ακτή των θαυμάτων

Έτσι όπως έτρεχαν ανάλαφρα στην ακροθαλασσιά λες και ισορροπούσαν πάνω στον αφρό. Θαύμα της νεότητας; Μερικά μέτρα πιο πέρα, κοντά στη λικνιζόμενη βάρκα του εκατονταετή παρά κάτι Καπετάνιου που τακτοποιούσε τα δίκτυα του ισορροπώντας με θαυμαστή επιδεξιότητα στα γερασμένα του πόδια -θαύμα του γήρατος;- και ίσως στο ενδεχόμενο μίας θαυμάσιας  ψαριάς, τα δύο κορίτσια στάθηκαν : «μια στιγμή», «τι έγινε;» ,«ένα πετραδάκι μπήκε στο πόδι μου».

Νομίζω πως διέκρινα ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό του Καπετάνιου χωρίς να είμαι βέβαιος αν για αυτό έφταιγε κάποια μνήμη της νεότητας που ανέσυρε η ηλιόλουστη εικόνα των κοριτσιών ή οι φωνές της κόρης του Μαρίκας, ιδιοκτήτριας της παρακείμενης ψαροταβέρνας: «Καίει πια ο ήλιος πατέρα, παράτα τα, έλα στη σκιά, ακούς; η κρέμα είναι έτοιμη και είναι θαύμα».

…χωρίς απορίες

Μου έλεγες, να σπουδάσεις, να μορφωθείς, ποτέ δεν μου είπες να σπουδάσεις για να βγάλεις λεφτά και παρόλο που πέρασες μισή ζωή στην οικοδομή, δεν μου είπες ποτέ, να γίνεις πολιτικός μηχανικός, όπως έκανε η γιαγιά Κυριακούλα. «Και τι δουλειά κάνουν οι φυσικοί;», «Πολλές γιαγιά. γίνονται και καθηγητές», «Ε, καλά τότε, τι πολιτικός μηχανικός τι δάσκαλος και οι δύο με τούβλα χτίζουν».

«Σταμάτα πια τα χαρτιά στο καφενείο πατέρα γιατί ντρέπομαι» σου είπα ένα βράδυ και το επόμενο έκατσες αναπαυτικά στον μικρό καναπέ της κουζίνας –πρώην παιδική κούνια της αδελφής μου- πήρες τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη άναψες ένα Σέρτικο Λαμίας και άρχισες να διαβάζεις φωναχτά να ακούω κι εγώ, και η μάνα τη δεύτερη φορά που τα ξαναδιαβάζαμε είπε «πιο σιγά χριστιανέ μου τα μάθαμε απ’ έξω πια».

Μετά τον Μακρυγιάννη πιάσαμε την εγκυκλοπαίδεια. Κάθε βράδυ. Ανοίγες στην τύχη και διάβαζες ένα λήμμα. Και κατά τύχη δήθεν έπεφτες πάντα σε λήμματα της Φυσικής, άτομο, πυρηνας, ηλεκτρόνιο, νετρόνιο γιατί σου άρεσε να με ρωτάς και να σου λύνω τις απορίες λες και ήξερες ότι αυτή τη δουλειά θα κάνω όταν μεγαλώσω, θα λύνω απορίες  στην τάξη όπως έκανα μαζί σου στην κουζίνα.

Τις ξεπέρασα τις 123 λέξεις αλλά χαλάλι σου πατέρα.

…για μια στιγμή

Με το παρελθόν δεν τα πάω πολύ καλά τελευταία. Τσακωνόμαστε συνέχεια. ‘Αλλοτε  για σοβαρά θέματα και άλλοτε για ανοησίες. Όπως για το θέμα της ηλικίας. Τις προάλλες μου χτύπησε  ότι είναι νεότερο από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πόσο μεγαλύτερος είμαι εγώ από εσένα;

Μια στιγμή. Εγώ γεννήθηκα μια στιγμή μετά από εσένα και μη μου αντιγυρίσεις άλλο η χρονική στιγμή και άλλο η χρονική διάρκεια  γιατί και οι δύο Φυσικοί είμαστε απλά εσύ πήρες πτυχίο πιο γρήγορα από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πότε πήρες πτυχίο εσύ;

Μια στιγμή μετά από εσένα.

Τουλάχιστον θα ζήσω παραπάνω από εσένα.

Ναι αλλά εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω και μετά από εσένα, για αυτό κοίτα να τα έχεις καλά μαζί μου.

Με εκβιάζεις;

Όχι εγώ, το μέλλον.

…για τον κυρ Μήτσο

Όταν έκλειναν τα σχολεία βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί.  Ήταν γυψαδόρος.  Έφτιαχνε τα γύψινα  πάνω σε έναν τεράστιο μαρμάρινο πάγκο. Την άλλη μέρα  φορτώναμε το  τρίκυκλο  και  πηγαίναμε στην οικοδομή.  Στήναμε τις σκαλωσιές, εκείνος ανέβαινε και δούλευε, εγώ καθόμουνα και κοίταζα. Που και που μου έλεγε «πιάσε αυτό», «πιάσε το άλλο». Εγώ βαριόμουν.

Μια μέρα γυρνάω και του λέω  «Φεύγω, βρήκα δουλειά σε ένα μηχανουργείο κάτι συντρόφων». «Να πας» μου κάνει. Στο μηχανουργείο δούλεψα δύο μέρες. Τη δεύτερη με έβαλαν να καθαρίσω κάτι τζάμια θεοβρώμικα.  Αντί για διαλυτικό χρησιμοποίησα βερνίκι. Χάλια μαύρα. Φεύγω  και γύριζω στο μαγαζί μας.

«Δεν μου είπες» με ρωτάει ο πατέρας μου  μετά από λίγο, «μπορεί ένας σύντροφος να βγει στην κόκκινη πλατεία και να βρίσει τον Μπρέζνιεφ;».

… για τις γραμμές της ζωής

Δε ξέρω για εσάς, πάντως εγώ χρωστάω τη ζωή μου σε ένα κουφό μουλάρι.

Το καλοκαίρι του 1921 έστειλαν τον  παππού και το μουλάρι, να πάρουν την Άγκυρα. Στο Εσκί Σεχίρ  ο παππούς γέμισε τα αυτιά του ζωντανού με κερί  γιατί εκτός από τις ακρίδες  σκιαζόταν το καψερό τις βροντές των όπλων και  πιλαλούσε.

Όταν πέρασαν την Αλμυρά έρημο και ήρθε η ώρα να ριχτούν στη μάχη, κατάκοποι, άνθρωποι και ζώα, ο παππούς έριξε κατάχαμα το μουλάρι και κρύφτηκε από κάτω μέχρι που άρχισαν να μετράνε τους πεθαμένους. Τον παππού τον βρήκαν βουτηγμένο  στο  αίμα του μουλαριού,  τον κουβάλησαν με φορείο και τον απίθωσαν  στους  λαβωμένους.

Χιλιάδες γραμμές ζωής σταμάτησαν  στις όχθες του Σαγγάριου, μαζί και του Κουφοπαντελή  -έτσι το έλεγαν το μουλάρι μας.