για «παρενθέσεις»

Προτεραιότητα έχουν οι πράξεις στις παρενθέσεις. Αυτός που μιλάει είναι ο καθηγητής των μαθηματικών. (περισσότερα…)

Advertisements

…στη γραμμή 40/41

Μετρό. Γραμμή 3, σταθμός Ακρόπολη. Θέσεις αντικριστές. Θα μπορούσε να μας λένε Άλκη και Αθηνά, να διαβάζουμε το ίδιο βιβλίο: Σαλαμπώ -Γκυστάβ Φλωμπέρ, όπως τότε, όπως εκείνοι, στη γραμμή 40/41 Αθήνα Βόλος Θεσσαλονίκη.
-Σύμπτωση ε;
-Σελίδα;
-105;
-Κι εγώ στην 105!
Γέλια, χειραψία, συστάσεις.

Ύστερα, ώρες και χιλιόμετρα με σύνδεσμους συμπλεκτικούς: «κι εσύ;», «και σε εμένα…», «κι εγώ…». Αγγίγματα τυχαία, εν τη ρύμη του λόγου. «Συμπτώσεις» παράξενων ερωτικών ελκυστών.

Η Αθηνά θα κατέβει στον επόμενο σταθμό. Ο Άλκης θα γράψει στο βιβλίο της το τηλέφωνο του και δίπλα: Αθήνα Αγχίαλος 4-4-80 Πάσχα.

Λίγο πριν αποχαιρετιστούν θα ανταλλάξουν κατά λάθος τα βιβλία τους.

Επόμενος σταθμός: Σταθμός Λαρίσης. Σύνδεση με προαστιακό. Ανταλλάσσουμε με την γυναίκα που θα μπορούσε να τη λένε Αθηνά ή Σαλαμπώ μια τελευταία ματιά.
—————————————————————————————–
Η γραμμή 40/41 Αθήνα –Βόλος καταργήθηκε επίσημα στις 19 ιουνίου 2011.
Βρήκα το βιβλίο με την σημείωση : «Άλκης 94xxxxx , Αθήνα Αγχίαλος 4-4-80 Πάσχα» σε ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο στους πρόποδες της Ακρόπολης.

για τις «μοιραίες» ερωτήσεις.

Το κακό με τις ερωτήσεις είναι ότι ζουν περισσότερο από τις απαντήσεις. Θα μπορούσες ακραία να πεις ότι οι ερωτήσεις είναι αθάνατες ενώ οι απαντήσεις θνητές ή ακόμα χειρότερα θνησιγενείς.

Διαβάζεις το βιβλίο σου, έχεις ταυτιστεί με την μοίρα και τά βάσανα του ήρωα, μέχρι τη στιγμή που μια αναπάντεχη αράδα  επαναφέρει την ξεχασμένη ερώτηση και η επόμενη δίνει την σωστή απάντηση, αυτή που δεν είχε περάσει από το μυαλό σου γιατί αναζητούσες μια άλλη που να ανήκει στο σύνολο των ειλικρινών απαντήσεων το οποίο είχες ταυτίσει με το σύνολο των αναμενόμενων απαντήσεων.

Έτσι, η μνήμη, αλλά και η ζωή, ανήμπορη να  διαγράψει την ερώτηση, την αποθήκευσε μαζί με την «αναμενόμενη» απάντηση στην πιο απόμερη γωνιά του μυαλού σου με την ένδειξη «λάθος ερώτηση».

…για το σχεδόν, το πολύ και το εντελώς

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέλφια, ο Ίμουν, ο Ίμε και ο Θάμε.
Ο Ίμουν ήταν ο μεγαλύτερος και ο Θάμε ο νεότερος.
Και τα τρία αδέλφια αγάπησαν την ίδια γυναίκα.
Το όνομα της γυναίκας ήταν …
Η … αγάπησε και τα τρία αδέλφια.
Τα τρία αδέλφια της είπαν «πρέπει να διαλέξεις»
Είστε σίγουροι; ρώτησε η …
Ο Θάμε απάντησε «είμαι σχεδόν σίγουρος»
ο Ίμε απάντησε «είμαι πολύ σίγουρος»
και ο Ίμουν είπε «είμαι εντελώς σίγουρος».
Πέρασαν τρία χρόνια μέχρι η … να αποφασίσει. Τότε τους κάλεσε και τους είπε:
«Ίμε εσένα σε αγαπώ πιο πολύ αλλά τον αδελφό σου τον αγαπάω από πιο παλιά. Με αυτόν θέλω να ζήσω».
«Ποιον από τους δύο;» ρωτησε ο Θαμε και τότε όλοι γέλασαν εκτός από τον Ίμε.

…για γνωστούς αγνώστους

Όσοι τον ήξεραν περισσότερα χρόνια από εμένα  έλεγαν  πως ποτέ δεν τον είχαν δει μέχρι εκείνο το Σαββατόβραδο να βγάζει και τα δύο του  χέρια από τις  τσέπες του παντελονιού του.

Ερχόταν στο καφενείο κάθε μέρα βρέξει χιονίσει, καθόταν σε ένα  τραπέζι αμίλητος, ντροπαλός σα να του είμαστε άγνωστοι  και πάντα με τα χέρια στις τσέπες παρακολουθούσε  με προσοχή τις  κουβέντες  από τα διπλανά τραπέζια,  παρατηρώντας  τον κάθε έναν που μιλούσε με την ένταση που οι ζωγράφοι κοιτάζουν τα μοντέλα τους.

Εκείνη το βράδυ που όλοι στο καφενείο νομίζαμε ότι είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα ενώ είχε κοιμηθεί για πάντα, είχε βγάλει τα χέρια από τις τσέπες. Στο ένα κρατούσε σφιχτά ένα κλειδί και στο άλλο ένα χαρτί με την διεύθυνση του σπιτιού του.

… για την ακτή των θαυμάτων

Έτσι όπως έτρεχαν ανάλαφρα στην ακροθαλασσιά λες και ισορροπούσαν πάνω στον αφρό. Θαύμα της νεότητας; Μερικά μέτρα πιο πέρα, κοντά στη λικνιζόμενη βάρκα του εκατονταετή παρά κάτι Καπετάνιου που τακτοποιούσε τα δίκτυα του ισορροπώντας με θαυμαστή επιδεξιότητα στα γερασμένα του πόδια -θαύμα του γήρατος;- και ίσως στο ενδεχόμενο μίας θαυμάσιας  ψαριάς, τα δύο κορίτσια στάθηκαν : «μια στιγμή», «τι έγινε;» ,«ένα πετραδάκι μπήκε στο πόδι μου».

Νομίζω πως διέκρινα ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό του Καπετάνιου χωρίς να είμαι βέβαιος αν για αυτό έφταιγε κάποια μνήμη της νεότητας που ανέσυρε η ηλιόλουστη εικόνα των κοριτσιών ή οι φωνές της κόρης του Μαρίκας, ιδιοκτήτριας της παρακείμενης ψαροταβέρνας: «Καίει πια ο ήλιος πατέρα, παράτα τα, έλα στη σκιά, ακούς; η κρέμα είναι έτοιμη και είναι θαύμα».

…χωρίς απορίες

Μου έλεγες, να σπουδάσεις, να μορφωθείς, ποτέ δεν μου είπες να σπουδάσεις για να βγάλεις λεφτά και παρόλο που πέρασες μισή ζωή στην οικοδομή, δεν μου είπες ποτέ, να γίνεις πολιτικός μηχανικός, όπως έκανε η γιαγιά Κυριακούλα. «Και τι δουλειά κάνουν οι φυσικοί;», «Πολλές γιαγιά. γίνονται και καθηγητές», «Ε, καλά τότε, τι πολιτικός μηχανικός τι δάσκαλος και οι δύο με τούβλα χτίζουν».

«Σταμάτα πια τα χαρτιά στο καφενείο πατέρα γιατί ντρέπομαι» σου είπα ένα βράδυ και το επόμενο έκατσες αναπαυτικά στον μικρό καναπέ της κουζίνας –πρώην παιδική κούνια της αδελφής μου- πήρες τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη άναψες ένα Σέρτικο Λαμίας και άρχισες να διαβάζεις φωναχτά να ακούω κι εγώ, και η μάνα τη δεύτερη φορά που τα ξαναδιαβάζαμε είπε «πιο σιγά χριστιανέ μου τα μάθαμε απ’ έξω πια».

Μετά τον Μακρυγιάννη πιάσαμε την εγκυκλοπαίδεια. Κάθε βράδυ. Ανοίγες στην τύχη και διάβαζες ένα λήμμα. Και κατά τύχη δήθεν έπεφτες πάντα σε λήμματα της Φυσικής, άτομο, πυρηνας, ηλεκτρόνιο, νετρόνιο γιατί σου άρεσε να με ρωτάς και να σου λύνω τις απορίες λες και ήξερες ότι αυτή τη δουλειά θα κάνω όταν μεγαλώσω, θα λύνω απορίες  στην τάξη όπως έκανα μαζί σου στην κουζίνα.

Τις ξεπέρασα τις 123 λέξεις αλλά χαλάλι σου πατέρα.