…για τον κυρ Μήτσο

Όταν έκλειναν τα σχολεία βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί.  Ήταν γυψαδόρος.  Έφτιαχνε τα γύψινα  πάνω σε έναν τεράστιο μαρμάρινο πάγκο. Την άλλη μέρα  φορτώναμε το  τρίκυκλο  και  πηγαίναμε στην οικοδομή.  Στήναμε τις σκαλωσιές, εκείνος ανέβαινε και δούλευε, εγώ καθόμουνα και κοίταζα. Που και που μου έλεγε «πιάσε αυτό», «πιάσε το άλλο». Εγώ βαριόμουν.

Μια μέρα γυρνάω και του λέω  «Φεύγω, βρήκα δουλειά σε ένα μηχανουργείο κάτι συντρόφων». «Να πας» μου κάνει. Στο μηχανουργείο δούλεψα δύο μέρες. Τη δεύτερη με έβαλαν να καθαρίσω κάτι τζάμια θεοβρώμικα.  Αντί για διαλυτικό χρησιμοποίησα βερνίκι. Χάλια μαύρα. Φεύγω  και γύριζω στο μαγαζί μας.

«Δεν μου είπες» με ρωτάει ο πατέρας μου  μετά από λίγο, «μπορεί ένας σύντροφος να βγει στην κόκκινη πλατεία και να βρίσει τον Μπρέζνιεφ;».

… για τις γραμμές της ζωής

Δε ξέρω για εσάς, πάντως εγώ χρωστάω τη ζωή μου σε ένα κουφό μουλάρι.

Το καλοκαίρι του 1921 έστειλαν τον  παππού και το μουλάρι, να πάρουν την Άγκυρα. Στο Εσκί Σεχίρ  ο παππούς γέμισε τα αυτιά του ζωντανού με κερί  γιατί εκτός από τις ακρίδες  σκιαζόταν το καψερό τις βροντές των όπλων και  πιλαλούσε.

Όταν πέρασαν την Αλμυρά έρημο και ήρθε η ώρα να ριχτούν στη μάχη, κατάκοποι, άνθρωποι και ζώα, ο παππούς έριξε κατάχαμα το μουλάρι και κρύφτηκε από κάτω μέχρι που άρχισαν να μετράνε τους πεθαμένους. Τον παππού τον βρήκαν βουτηγμένο  στο  αίμα του μουλαριού,  τον κουβάλησαν με φορείο και τον απίθωσαν  στους  λαβωμένους.

Χιλιάδες γραμμές ζωής σταμάτησαν  στις όχθες του Σαγγάριου, μαζί και του Κουφοπαντελή  -έτσι το έλεγαν το μουλάρι μας.

για το «μουλαράκι»

Ο παππούς το έλεγε «Μίλερ» ο θείος Κώστας που ήξερε κάτι λίγα γερμανικά το έλεγε «Μούλερ» η μάνα μου το έλεγε «ραδιόφωνο» και η γιαγιά το έλεγε «Μουλαράκι» στην αρχή και μετά «Μουλάρι».

Ο λόγος ήταν που μια μέρα άκουσε την εκπομπή «αναζητήσεις του ερυθρού σταυρού» κι έκατσε κι έγραψε το γράμμα για τον αδελφό της, τον Νίκο, που άφησε πίσω φαντάρο το εικοσιδύο που πέρασαν στην Μυτιλίνη κυνηγημένοι από τους Τσέτες.

Μωρή μουλάρα,  είπε η φίλη της η Κατίνα, δύο αδέλφια άφηκες πίσω, τον Δημήτρη τονε λησμόνησες; Έκατσε τότε η γιαγιά κι έγραψε  δεύτερο γράμμα ξεχωριστό για τον Δημήτρη.

Και περίμενε.

Μάταια.

Και μονολογούσε τα λόγια της Κατίνας: Μουλαρώνει μωρή και ο Θεός όταν ο άνθρωπος δεν μοιράζει στα ίσα το νιώσιμο του.

…ντροπιασμένες

«Γιατί τον αφήνεις και δεν τον τσακίζεις; Τους ξεσηκώνει όλους εναντίον σου» γκρίνιαζε κάθε βράδυ η βασίλισσα. Μα ο βασιλιάς δεν  της απαντούσε. Μόνο διάβαζε και ξαναδιάβαζε την ίδια σελίδα του ίδιου βιβλίου κάθε νύχτα. Και κάθε μέρα άφηνε  να μεγαλώνει τη φήμη του νεαρού ποπολάρου, που διαλαλούσε  σε κάθε ευκαιρία  πως θα αλλάξουν τα πράγματα στο βασίλειο, πως θα δοθεί τέλος στη φτώχεια και τη δυστυχία.

Έτσι περνούσαν οι μήνες, μέχρι που ένα πρωί η βασίλισα ξυπνώντας από τη φωνή του τελάλη  που διαλαλούσε ντροπιασμένος οτι «ο νεαρός ποπολάρος  παραδόθηκε ταπεινωμένος», βρήκε στο προσκέφαλό του βασιλιά ανοιχτό το βιβλίο του. Το πήρε και διάβασε τις τελευταίες γραμμές της σελίδας: «Και τόσο ο νικητής είναι πιο τιμημένος όσο ο ηττημένος είναι πιο φημισμένος».

…με καπνισμένο κεφάλι

Τέλειωσε ο καπνός. Σημαδιακό.

Να πάρω τα πόδια μου να βγώ στο δρόμο να πάω περίπτερο.

Σαράντα χρόνια στους δρόμους γαμώτο. Συνελεύσεις, διαμαρτυρίες, πορείες ειρήνης, διαδηλώσεις, φεστιβάλ -οι αριστεροί κάνουν πολιτισμό και διαδηλώσεις ενώ οι δεξιοί κάνουν λεφτά έλεγε ο πατέρας μου (Καραμανλικός χωρίς λεφτά). Και οι κεντρώοι; τον ρώταγα. Οι κεντρώοι κάνουν κυβερνήσεις όταν  οι δεξιοί μετράνε τα λεφτά τους, απαντούσε.

Σαράντα χρόνια.

Στα μισά του δρόμου, να το πρώτο στραπάτσο με το «τελευταία φορά σοβιετικά». Άντε να μαζέψεις κουράγια να ξαναβγείς στους δρόμους.

Και τώρα, δεύτερο στραπάτσο, με το «πρώτη φορά αριστερά» και ευρωπαϊκά. Άντε να μαζέψεις κουράγια να ξαναβγείς στους δρόμους.

Ωπ! Ανοικτός ο σύντροφος περιπτεράς.

-Δε βλέπεις ειδήσεις σύντροφε;  

-Όχι. Ταινία βλέπω να ξεχαστώ.

-Καλά κάνεις. Ποια;

-Αληθινά ψέματα.

…για την αποχή

Το 46 ο παππούς δούλευε σε εργοστάσιο σαπουνιού. Έφτιαχναν δυο λογιών σαπούνι, ένα πράσινο και ένα ευρωπαϊκό αρωματικό.

Εκείνη τη χρονιά, το 46, έγιναν εκλογές. Το κόμμα υποστήριξε την αποχή. Η γιαγιά έλεγε στον παππού να πάει να ψηφίσει γιατί φοβόταν. Και τι να πάω να ψηφίσω ρώταγε ο παππούς αλλά η γιαγιά δεν του έλεγε και ο παππούς έκανε αποχή.

Μετά τις εκλογές τον φώναξε το αφεντικό στο γραφείο. Γιάννη, του είπε, έχω χαρτί από την χωροφυλακή να σε διώξω γιατί είσαι κομμουνιστής και έκανες αποχή. Άσε να περάσει λίγος καιρός και θα σε ξαναπάρω. Δεν τον ξαναπήρε.

Το 50 το κόμμα αναγνώρισε πως η αποχή ήταν λάθος. Ο παππούς συγχώρεσε το κόμμα αλλά η γιαγιά δε συγχώρεσε ποτέ τον παππού και συνέχισε την αποχή.

…με καρότα και κανάλια

-Αφεντικό να ψηφίσεις Ναι

-Στιφάδο φύγε από το όνειρό μου.

-Άμα δε ψηφίσεις Ναι θα σε κάνω να χάσεις τον ύπνο σου.

-Κούνελε είσαι ένα τρωκτικό, και ένας τιποτένιος εκβιαστής. Αλλά να σου πω κάτι; Δε με φοβίζεις γιατί είσαι πεθαμένος που το παίζει νεκροζώντανος.

-Τέλος πάντων αφεντικό, αν σε ρωτήσει ο διάολος πες οτι πέρασα και σε τρομοκράτησα αλλιώς θα χάσω τα καρότα μου. Τώρα φεύγω, έχω να τρομάξω πολλούς μέχρι το ξημέρωμα.

-Βραδινή βάρδια έχεις;

-Όχι αλλά η τρομοκρατία πιάνει μόνο στους κοιμισμένους. Φεύγω, άντε γεια.

-Στάσου ρε, πόσα καρότα σου δίνει ο διάολος για να τρομοκρατείς τον κόσμο;

-Δύο καρότα για κάθε τρομάρα που δίνω στους κοιμσμένους, αλλά το ένα το δίνω στο συνεταιρικό κανάλι για κάθε ξύπνιο που αποκοιμίζει.