Κατηγορία: 123

για τις «μοιραίες» ερωτήσεις.

Το κακό με τις ερωτήσεις είναι ότι ζουν περισσότερο από τις απαντήσεις. Θα μπορούσες ακραία να πεις ότι οι ερωτήσεις είναι αθάνατες ενώ οι απαντήσεις θνητές ή ακόμα χειρότερα θνησιγενείς.

Διαβάζεις το βιβλίο σου, έχεις ταυτιστεί με την μοίρα και τά βάσανα του ήρωα, μέχρι τη στιγμή που μια αναπάντεχη αράδα  επαναφέρει την ξεχασμένη ερώτηση και η επόμενη δίνει την σωστή απάντηση, αυτή που δεν είχε περάσει από το μυαλό σου γιατί αναζητούσες μια άλλη που να ανήκει στο σύνολο των ειλικρινών απαντήσεων το οποίο είχες ταυτίσει με το σύνολο των αναμενόμενων απαντήσεων.

Έτσι, η μνήμη, αλλά και η ζωή, ανήμπορη να  διαγράψει την ερώτηση, την αποθήκευσε μαζί με την «αναμενόμενη» απάντηση στην πιο απόμερη γωνιά του μυαλού σου με την ένδειξη «λάθος ερώτηση».

…για μια στιγμή

Με το παρελθόν δεν τα πάω πολύ καλά τελευταία. Τσακωνόμαστε συνέχεια. ‘Αλλοτε  για σοβαρά θέματα και άλλοτε για ανοησίες. Όπως για το θέμα της ηλικίας. Τις προάλλες μου χτύπησε  ότι είναι νεότερο από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πόσο μεγαλύτερος είμαι εγώ από εσένα;

Μια στιγμή. Εγώ γεννήθηκα μια στιγμή μετά από εσένα και μη μου αντιγυρίσεις άλλο η χρονική στιγμή και άλλο η χρονική διάρκεια  γιατί και οι δύο Φυσικοί είμαστε απλά εσύ πήρες πτυχίο πιο γρήγορα από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πότε πήρες πτυχίο εσύ;

Μια στιγμή μετά από εσένα.

Τουλάχιστον θα ζήσω παραπάνω από εσένα.

Ναι αλλά εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω και μετά από εσένα, για αυτό κοίτα να τα έχεις καλά μαζί μου.

Με εκβιάζεις;

Όχι εγώ, το μέλλον.

… για τις γραμμές της ζωής

Δε ξέρω για εσάς, πάντως εγώ χρωστάω τη ζωή μου σε ένα κουφό μουλάρι.

Το καλοκαίρι του 1921 έστειλαν τον  παππού και το μουλάρι, να πάρουν την Άγκυρα. Στο Εσκί Σεχίρ  ο παππούς γέμισε τα αυτιά του ζωντανού με κερί  γιατί εκτός από τις ακρίδες  σκιαζόταν το καψερό τις βροντές των όπλων και  πιλαλούσε.

Όταν πέρασαν την Αλμυρά έρημο και ήρθε η ώρα να ριχτούν στη μάχη, κατάκοποι, άνθρωποι και ζώα, ο παππούς έριξε κατάχαμα το μουλάρι και κρύφτηκε από κάτω μέχρι που άρχισαν να μετράνε τους πεθαμένους. Τον παππού τον βρήκαν βουτηγμένο  στο  αίμα του μουλαριού,  τον κουβάλησαν με φορείο και τον απίθωσαν  στους  λαβωμένους.

Χιλιάδες γραμμές ζωής σταμάτησαν  στις όχθες του Σαγγάριου, μαζί και του Κουφοπαντελή  -έτσι το έλεγαν το μουλάρι μας.

για το «μουλαράκι»

Ο παππούς το έλεγε «Μίλερ» ο θείος Κώστας που ήξερε κάτι λίγα γερμανικά το έλεγε «Μούλερ» η μάνα μου το έλεγε «ραδιόφωνο» και η γιαγιά το έλεγε «Μουλαράκι» στην αρχή και μετά «Μουλάρι».

Ο λόγος ήταν που μια μέρα άκουσε την εκπομπή «αναζητήσεις του ερυθρού σταυρού» κι έκατσε κι έγραψε το γράμμα για τον αδελφό της, τον Νίκο, που άφησε πίσω φαντάρο το εικοσιδύο που πέρασαν στην Μυτιλίνη κυνηγημένοι από τους Τσέτες.

Μωρή μουλάρα,  είπε η φίλη της η Κατίνα, δύο αδέλφια άφηκες πίσω, τον Δημήτρη τονε λησμόνησες; Έκατσε τότε η γιαγιά κι έγραψε  δεύτερο γράμμα ξεχωριστό για τον Δημήτρη.

Και περίμενε.

Μάταια.

Και μονολογούσε τα λόγια της Κατίνας: Μουλαρώνει μωρή και ο Θεός όταν ο άνθρωπος δεν μοιράζει στα ίσα το νιώσιμο του.

…για τις ιδανικές ατέλειες

Θέλω μια μέρα να έρθω να σου πω με τη φωνή των παιδιών μου, των εγγονιών μου, των απογόνων μου, οτι τα καταφέραμε τελικά, τον φτιάξαμε τον κόσμο που ονειρευτήκαμε, την κοινωνία χωρίς εκμετάλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ότι ευτυχώς καταλάβαμε στα μισά του δρόμου πως δεν είναι ανάγκη να εξαφανίσουμε τον ατελή άνθρωπο για να φτιάξουμε την ιδανική κοινωνία, πως αρκεί να αφήσουμε όλες τις μικροσκοπικές ατέλειες ελεύθερες να κινηθούν μέσα στην αταξία του κόσμου, όπως οι κόκοι της γύρης μέσα σε μια σταγόνα νερό, κίνηση Brown τη λένε και σίγουρα θα την μάθετε στο σχολείο στο μάθημα της φυσικής. Η φυσική ξέρεις είναι η μόνη επιστήμη που συγχωρεί τα λάθη για να φτάσει στο βάθος των πραγμάτων και στο νόημα της ζωής.

…για την επινόηση του εαυτού

Ο Λουίτζι μου είπε ένα βράδυ πως όλοι έχουμε έναν εαυτό και εκατό χιλιάδες -ο ένας που γνωρίζουμε εμείς και οι υπόλοιποι που γνωρίζουν οι άλλοι. Το σωστό είναι «αναγνωρίζουν» και όχι «γνωρίζουν», μου είπε, αλλά πρόκειται για λάθος του μεταφραστή.

Θυμήθηκα εκείνη τη νυχτερινή κουβέντα του Λουίτζι χθες το βράδυ που πίναμε τσίπουρα με τον φίλο μου τον Νώντα τον μπουζουκτσή. Τι συμβαίνει ρε Νώντα; Στο τρίτο τσίπουρο το εβγαλε από μέσα του.

Φίλε η γυναίκα μου θέλει να ξαναπαντρευτώ. Και η πλάκα είναι πως μου βρήκε την καινούργια. Αμέ. Την ίδια. Αλλά την άλλη ίδια. Ανακάλυψε λέει στα ξαφνικά τον αληθινό της τον εαυτό. Δηλαδή εγώ τόσα χρόνια ήμουν παντρεμένος με τον ψεύτικο εαυτό. Ε αυτό πάει πολύ. Άντε γεια, μας.

 

… για την Ελπίδα

Κεφάλαιο Δύο.

Το κορίτσι βγαίνει στο μπαλκόνι κάθε απόγευμα και ποτίζει τα λουλούδια του. Που και που γυρίζει και με κοιτάζει αλλά εγώ ντρέπομαι να την κοιτάξω στα μάτια, παίρνω το βλέμμα μου και κάνω πως κάτι γράφω.

Κεφάλαιο Ένα.

Όταν ήμουν μικρός, δώδεκα χρονών, αγαπούσα ένα κορίτσι. Έμενε στην απέναντι πολυκατοικία. Μου φαίνεται πως ήταν πιο μεγάλο από εμένα. Δεν ήξερα πως το έλεγαν ούτε ήξερα αν με αγαπούσε. Έλπιζα όμως.

Κεφάλαιο Τρία.

Ήρθε ένα φορτηγό, φόρτωσε έπιπλα, κούτες, γλάστρες, πήρε το κορίτσι κι έφυγε. Γύρισε να με κοιτάξει αλλά εγώ πάλι ντράπηκα να την κοιτάξω στα μάτια. Ντροπή; Φόβος;

Κεφάλαιο Τέσσερα.

Έμαθα πως το κορίτσι το έλεγαν Ελπίδα.

Κεφάλαιο Επτά.

Ελπίζω,

Κεφάλαιο Δώδεκα.

Η Ελπίδα θέλει να την κοιτάζω στα μάτια.