Κατηγορία: 123

…για τις σκόρπιες σκέψεις

Οι φίλοι μου λένε πως το χόμπι μου είναι κάπως περίεργο, λένε πως είμαι ένα είδος  ρακοσυλλέκτη  αλλά θεωρώ τον μεταφορικό τους ισχυρισμό άδικο υπερβολικό και άστοχο καθότι εγώ απλά συλλέγω  σκόρπιες σκέψεις, όχι αναγκαστικά δεύτερες ή τρίτες  αλλά και πρώτες.

Πρόκειται για σκέψεις  αχρείαστες ή απαγορευμένες, βασανιστικές ή επιπόλαιες, στιγμιαίες ή συνεχείς,  σκέψεις που κάποια άγνωστη απωστική φοβική δύναμη  τις εμποδίζει να συνδεθούν με τις άλλες , τις ώριμες και καθώς πρέπει, τις λογικές και ρεαλιστικές, τις κοινά αποδεκτές.

Σκέψεις που φαίνεται πως  έχουν αποχωριστεί από τους  πυρήνες  των ατόμων και κινούνται άτακτα μέσα στην κρυσταλική δομή της κανονικότητας.

Και τι τις κάνεις όλες αυτές; ρωτούν. Τις επιδιορθωνεις και τις πουλάς;

Όχι,  απαντώ, αλλά τις συνδέω με άλλες φτιάχνοντας ιστορίες και τις επιστρέφω.

…σκληρές και εύθραυστες

Σήμερα βρήκα ένα σαλιγκάρι στο φτερό της μηχανής μου. Όταν πήγα να το πιάσω για να το βάλω στο πεζούλι, κούνησε τις κεραίες του με έξαψη: «άσε με, μη με κατεβάσεις, γουστάρω βόλτα, δώσε γκάζια».

Του έκανα το χατίρι αλλά με τα μισά γκάζια. Στο δρόμο κουνούσε τις κεραίες σαν παλαβό: «Αυτά είναι τα γκάζια σου κότα; Δώσε ρε, μη φοβάσαι». Δεν έδωσα σημασία. Πάρκαρα, έδεσα τη μηχανή στον κορμό  μιας νερατζιάς και μπήκα στην τράπεζα.

Όταν βγήκα βρήκα τον σαλίγκαρο στο τιμόνι. «Τι μούτρα είναι αυτά; Τι σε χτύπησε;» ρώτησε. «Η κατάσχεση» απάντησα.  «Το κακό με εσάς τους ανθρώπους είναι ότι νιώθετε  ασφαλείς  στο σκληρό εύθραυστο καβούκι σας» πρόλαβε να πει ο σαλίγκαρος πριν το νεράτζι συνθλίψει το σκληρό  εύθραυστο κέλυφος του.

για τις «μοιραίες» ερωτήσεις.

Το κακό με τις ερωτήσεις είναι ότι ζουν περισσότερο από τις απαντήσεις. Θα μπορούσες ακραία να πεις ότι οι ερωτήσεις είναι αθάνατες ενώ οι απαντήσεις θνητές ή ακόμα χειρότερα θνησιγενείς.

Διαβάζεις το βιβλίο σου, έχεις ταυτιστεί με την μοίρα και τά βάσανα του ήρωα, μέχρι τη στιγμή που μια αναπάντεχη αράδα  επαναφέρει την ξεχασμένη ερώτηση και η επόμενη δίνει την σωστή απάντηση, αυτή που δεν είχε περάσει από το μυαλό σου γιατί αναζητούσες μια άλλη που να ανήκει στο σύνολο των ειλικρινών απαντήσεων το οποίο είχες ταυτίσει με το σύνολο των αναμενόμενων απαντήσεων.

Έτσι, η μνήμη, αλλά και η ζωή, ανήμπορη να  διαγράψει την ερώτηση, την αποθήκευσε μαζί με την «αναμενόμενη» απάντηση στην πιο απόμερη γωνιά του μυαλού σου με την ένδειξη «λάθος ερώτηση».

…για μια στιγμή

Με το παρελθόν δεν τα πάω πολύ καλά τελευταία. Τσακωνόμαστε συνέχεια. ‘Αλλοτε  για σοβαρά θέματα και άλλοτε για ανοησίες. Όπως για το θέμα της ηλικίας. Τις προάλλες μου χτύπησε  ότι είναι νεότερο από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πόσο μεγαλύτερος είμαι εγώ από εσένα;

Μια στιγμή. Εγώ γεννήθηκα μια στιγμή μετά από εσένα και μη μου αντιγυρίσεις άλλο η χρονική στιγμή και άλλο η χρονική διάρκεια  γιατί και οι δύο Φυσικοί είμαστε απλά εσύ πήρες πτυχίο πιο γρήγορα από εμένα.

Μια στιγμή, δηλαδή πότε πήρες πτυχίο εσύ;

Μια στιγμή μετά από εσένα.

Τουλάχιστον θα ζήσω παραπάνω από εσένα.

Ναι αλλά εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω και μετά από εσένα, για αυτό κοίτα να τα έχεις καλά μαζί μου.

Με εκβιάζεις;

Όχι εγώ, το μέλλον.

… για τις γραμμές της ζωής

Δε ξέρω για εσάς, πάντως εγώ χρωστάω τη ζωή μου σε ένα κουφό μουλάρι.

Το καλοκαίρι του 1921 έστειλαν τον  παππού και το μουλάρι, να πάρουν την Άγκυρα. Στο Εσκί Σεχίρ  ο παππούς γέμισε τα αυτιά του ζωντανού με κερί  γιατί εκτός από τις ακρίδες  σκιαζόταν το καψερό τις βροντές των όπλων και  πιλαλούσε.

Όταν πέρασαν την Αλμυρά έρημο και ήρθε η ώρα να ριχτούν στη μάχη, κατάκοποι, άνθρωποι και ζώα, ο παππούς έριξε κατάχαμα το μουλάρι και κρύφτηκε από κάτω μέχρι που άρχισαν να μετράνε τους πεθαμένους. Τον παππού τον βρήκαν βουτηγμένο  στο  αίμα του μουλαριού,  τον κουβάλησαν με φορείο και τον απίθωσαν  στους  λαβωμένους.

Χιλιάδες γραμμές ζωής σταμάτησαν  στις όχθες του Σαγγάριου, μαζί και του Κουφοπαντελή  -έτσι το έλεγαν το μουλάρι μας.

για το «μουλαράκι»

Ο παππούς το έλεγε «Μίλερ» ο θείος Κώστας που ήξερε κάτι λίγα γερμανικά το έλεγε «Μούλερ» η μάνα μου το έλεγε «ραδιόφωνο» και η γιαγιά το έλεγε «Μουλαράκι» στην αρχή και μετά «Μουλάρι».

Ο λόγος ήταν που μια μέρα άκουσε την εκπομπή «αναζητήσεις του ερυθρού σταυρού» κι έκατσε κι έγραψε το γράμμα για τον αδελφό της, τον Νίκο, που άφησε πίσω φαντάρο το εικοσιδύο που πέρασαν στην Μυτιλίνη κυνηγημένοι από τους Τσέτες.

Μωρή μουλάρα,  είπε η φίλη της η Κατίνα, δύο αδέλφια άφηκες πίσω, τον Δημήτρη τονε λησμόνησες; Έκατσε τότε η γιαγιά κι έγραψε  δεύτερο γράμμα ξεχωριστό για τον Δημήτρη.

Και περίμενε.

Μάταια.

Και μονολογούσε τα λόγια της Κατίνας: Μουλαρώνει μωρή και ο Θεός όταν ο άνθρωπος δεν μοιράζει στα ίσα το νιώσιμο του.