…για τα κουλουράκια μου

koulourakia_3.jpgΠάγωσαν τα πόδια μου ξυπόλυτος. Θα φωνάζει η μάνα μου. Δε πειράζει. Όποτε ανεβάζω πυρετό δε πηγαίνω σχολείο και φτιάχνει κουλουράκια. Γίνομαι καλά και εκείνη χαμογελάει.

Το σπίτι θα μυρίζει βανίλια.

Μια τούφα μαλλιών πέφτει στα μάτια μου καθώς σκύβω για να τα κοιτάξω μέσα στον φούρνο. Την παραμερίζω. Νατα… Έχουν φουσκώσει, αγγίζουν το ένα το άλλο, μερικά στριμώχνονται. Εκείνα τα δύο κόλλησαν.

Τα κουλουράκια μου.

Λες και το σπίτι επιπλέει στο άρωμα του ζυμαριού που ροδίζει. Δε θέλουν πολύ. Λίγο ακόμα.

Ψιχαλίζει έξω. Λίγο φως γκρι μαζεύεται γύρω από το παράθυρο. Παραμερίζω την κουρτίνα, γίνεται μπλε, σκεπάζει τα γυμνά μου πόδια.

Βάζω το θερμόμετρο. Δεν ανεβαίνει ο παλιοπυρετός. Να πατήσω στα βρεγμένα. Θα προλάβω να αρρωστήσω όμως;

Σε λίγο ξημερώνει. Θα ξυπνήσω.

Advertisements

…για ένα παγκάκι

1.jpgΜου έχει γίνει συνήθεια κάθε μεσημέρι που παρκάρω κοντά σε αυτό το παγκάκι δίπλα στη κεντρική λεωφόρο, και κάθε βράδυ που σχολάω, να παρατηρώ όσο το επιτρέπει μια βιαστική διέλευση, τους θαμώνες, προσπαθώντας να μη φανώ αδιάκριτος.

Υπάρχουν κάποιοι σχεδόν μόνιμοι, όπως εκείνος ο κύριος με το άσπρο αθλητικό φανελάκι το κοντό παντελόνι και τις σαγιονάρες και ένας νεαρός με τζιν και μακριά μαλλιά πιασμένα κότσο.

Συνήθως ένα μπουκάλι μπύρας στέκεται όρθιο στο έδαφος ανάμεσα στα πόδια τους προστατευμένο από τις στάχτες των τσιγάρων τους.

Δεν είναι διαβάτες περαστικοί, δεν φαίνονται ερωτευμένοι, ίσως λίγο μελαγχολικοί λίγο ρομαντικοί, ναι. Και κουρασμένοι.

Μερικές φορές κάθονται αμίλητοι σαν μηχανές καταμέτρησης της διερχόμενης αδιαφορίας και άλλες συζητούν έντονα, σαν να διαπραγματεύονται κάποια σημαντική συμφωνία με την μοναξιά .

…για μια αχόρταγη σχέση.

Η Γιάννα έλεγε πάντα στον άντρα της τον Μάριο. «Η σχέση αγάπη μου είναι κάτι ζωντανό που αναπτύσσεται και εξελίσσεται. Αν δεν την ταΐσεις πεθαίνει από υποσιτισμό». Με αυτά και με αυτά την τάιζαν συνέχεια. Και ήξεραν κι οι δυο τους να «μαγειρεύουν» όμορφα.

Από αδύνατη και «μη μου άπτου» στην αρχή, έγινε στρουμπουλή αλλά γλυκιά. Συνέχιζε λοιπόν το ζεύγος να την ταΐζει. Δώσε της αυτό δώσε της και το άλλο. Μέχρι που έγινε χοντρή, άσχημη, υπέρβαρη, και δυσκίνητη. Τόσο δυσκίνητη που δε μπορούσε να κάνει ένα βήμα χωρίς να την σπρώξουν.

Στο τέλος αφού έφαγε τα πάντα βαρυστομάχιασε και άρχισε να ξερνάει. Και αφού «έβγαλε» ότι «καλό» είχε φάει και είχε αλέσει σε όλη της την ζωή την παράτησαν γιατί τους βρώμαγε.

…για τον θάνατο του «επιβήτορα»

epivitoras1.jpgΤην αλήθεια την είπε στον δεσμοφύλακά του την τελευταία ημέρα. Δεν έκανε παιδιά. Έτσι τον άφησε η πρώτη του γυναίκα. Μετά ερωτεύτηκε την Ιουλία και παντρεύτηκαν. Δεν άντεχε να την χάσει και αυτή. Τότε οι γιατροί δεν έκαναν θαύματα όπως τώρα.

Τον πλήρωσε καλά. Πέντε χρυσές λίρες. Έδινε υπνωτικό στην Ιουλία έκλεινε το φως και την πόρτα και έφευγε από το δωμάτιο. Όταν ο άλλος τελείωνε, γύριζε στο κρεβάτι, την έγδυνε, γδυνόταν κι αυτός και έπαιρνε από το ίδιο χάπι να καταφέρει να κοιμηθεί. Αυτό έγινε πολλές φορές.

Την «τελευταία» φορά η Ιουλία έπιασε παιδί αλλά το υπνωτικό δεν έπιασε αυτόν. Ούτε το δεύτερο, ούτε το τρίτο…. Δεν είπε τίποτα.Το παιδί γεννήθηκε, ζαβό. Την ίδια μέρα, τον βρήκε τον σκότωσε και παραδόθηκε.

…για την ακακία

Όταν η μάγισσα Ακακία βαρέθηκε τις κακίες και την μοναξιά αποφάσισε να πάει στο ινστιτούτο καλοσύνης.

Οι καλοί θεραπευτές μέτρησαν την κακία της και την βρήκαν υπερβολική. Έτσι την έβαλαν σε αυστηρό πρόγραμμα. Προσπάθησε σκληρά και γρήγορα έλαμπε από καλοσύνη. Κάποιες ανεπαίσθητες ρυτίδες κακίας που απέμειναν, απλά της πρόσθεταν χάρη.

Το επόμενο καλοκαίρι, όταν έκανε τα μπάνια της στα Καλά Νερά γνώρισε τον άντρα της. Τον παντρεύτηκε αμέσως και έκαναν δύο καλά παιδιά.

Ένα πρωί τρύπωσε στο σπίτι ένας βάτραχος.

«Σε παρακαλώ κάνε με πάλι άνθρωπο» την παρακάλεσε.

Τότε θυμήθηκε. Ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Την είχε αρνηθεί και τον είχε μεταμορφώσει σε βάτραχο.

Ταράχτηκε και τον έδιωξε.

Ύστερα, σκούπισε τα δάκρυα, μεταμορφώθηκε σε βατραχίνα και έτρεξε στο ποτάμι να τον παρηγορήσει.

…για μια βοκαμβίλια

vokamvilia1.jpgΑγόρασα μια βοκαμβίλια. Την έβαλα στη γωνιά της βεράντας, εκεί που έχω το τραπεζάκι με τις δύο πολυθρόνες. Μέρα με τη μέρα ρίχνει τα λουλούδια της. Μήπως διαμαρτύρεται σιωπηλά; Νιώθω ότι μαραζώνει. Τι να κάνω; Να την αφήσω ελεύθερη; Δε ξέρω. Θα είναι;

Αν «αφήσεις» κάποιον ελεύθερο ελευθερώνεται πραγματικά ή αφήνει πίσω του εκείνο το κομμάτι ελευθερίας που περιέχει τον πόνο της προσπάθειας για να κατακτηθεί; Άλλο αποκτώ (με κάποιο αντάλλαγμα) άλλο κατακτώ.

Θα της αλλάξω γλάστρα. Αυτό θα κάνω. Και θα την βάλω δίπλα σε μικρότερα φυτά. Να της ανεβάσω την ψυχολογία. Δεν είναι ψηλομύτα ούτε εγωκεντρική. Είναι από καλή πάστα. Θα νιώθει μεγαλύτερη και θα τα προστατεύει. Θα αποκτήσει ένα σκοπό ένα λόγο ύπαρξης, έναν ρόλο. Και οι άνθρωποι αυτό κάνουν.