Κατηγορία: σε πρώτο πρόσωπο

…σε καιρό πολέμου

Πρέπει  να το παραδεχθώ. Είναι λογικό οι εφηβικοί μου φίλοι να έχουν αλλάξει ιδέες. Το δικαιούνται .  Μετά από τόσα χρόνια έχουν αλλάξει οι ανάγκες και οι επιθυμίες τους. Το  αποδέχομαι αλλά δεν το συμμερίζομαι. Αυτό είναι που με τρώει γαμώτο.

Για τέτοιες περιπτώσεις είχα ένα σωσίβιο που έγραφε «με ενδιαφέρει αλλά δεν με αφορά», αλλά ξεφούσκωσε. Τώρα πια,  κάθε απόφασή τους που αφορά τα κοινά, και με ενδιαφέρει και με αφορά. Και απορώ και θυμώνω, όχι επειδή διαφωνώ με τους φίλους μου  αλλά επειδή οι φίλοι μου συμφωνούν με αυτούς που  επιβουλεύονται την ζωή και το μέλλον των παιδιών μου και των αγαπημένων μου ανθρώπων.

Τι κάνεις λοιπόν όταν ο ορκισμένος φίλος συμμαχεί με τον ορκισμένο εχθρό σου; Και μάλιστα σε καιρό πολέμου;

 

…με ενοχές

Προχθές τσακώθηκα με την κόρη μου τη μεγάλη.  Χθες  κατάλαβα πως κατά βάθος τσακώθηκα με τον εαυτό μου, και σήμερα κατέληξα πως ο καβγάς ήταν ανάμεσα σε μένα και τις ιδέες μου. Ύψωσα και τον τόνο της φωνής: «κουράστηκα να περιμένω την επανάσταση γαμώτο», τον ύψωσε και η κόρη μου,  δεν αρέσει στις κόρες να οπισθοχωρεί ο πατέρας, να κρύβεται σε χαρακώματα.

Να σας πω την αλήθεια; Φοβάμαι λίγο. Με τόσα φασιστοειδή στους δρόμους, φοβάμαι για τις κόρες μου. Όσο περήφανος είμαι για τις ιδέες και τους αγώνες τους τόσο περισσότερο φοβάμαι. Για αυτό γράφω τώρα. Αυτούς τους φόβους θέλω να ξορκίσω. Και για να σας πω ότι προχθές που αποχαιρετιστήκαμε τσακωμένοι, ξέχασα να της δώσω εκείνα τα κόκκινα τυράκια που της αρέσουν.

…κουτσουρεμένες

Περιμένω τον κυρ Γιάννη να γυρίσει από τα πρόβατα. Δεν έχει πολλά. Ίσα κάτι να ασχολείται στην ερημιά.  Άμα κάποιος σε χρειάζεται δεν υπάρχει ερημιά. Ετσι λέει. Στο τζάκι σιγοκαίει η θράκα -σε λίγο θα σβήσει. Σηκώνομαι να πιάσω ένα κούτσουρο, πιάνει το μάτι μου κάτι έξω στο χωράφι. Έχει ομίχλη, δε βλέπω τίποτα. Κάθομαι βάζω μια ρακί.

Ψιτ! ακούω πίσω μου. Κάνω έτσι, βλέπω ένα αγοράκι.

Τίνος είσαι συ;  ρωτάω.

Δικό σου! μου απαντάει.

Μπα; Και πότε σε έκανα;

Δεν με έχεις κάνει ακόμα.

Και με ποια θα σε κάνω;

Με την μαμά μου βέβαια!

Και που είναι η μαμά σου; ρωτάω.

Περιμένει, μου απαντάει.

Τι περιμένει;

Να αρπάξει το κούτσουρο για να σβήσει η θράκα. Έλα! Φύσα!.

……………………………………………………………………………………

Στη μνήμη του πατέρα μου.


…λίγες και άτακτες

2Ζορίζονται οι λέξεις αυτό το καιρό. Ζορίζονται να γίνουν ιστορίες. Δεν μαζεύονται. Άλλες έχουν σκορπιστεί στους δρόμους, στις πορείες, και άλλες σε σκόρπιες σκέψεις ή θυμωμένες απορίες.

Ακόμα και όταν μερικές, λίγες, αποπειραθούν να μαζευτούν, οι πιο συντηρητικές, οι δακρυγόνες, τις διαλύουν. Μου είναι αδύνατον να τις περιφρουρήσω. Αντιπαθώ την οργανωμένη-τεχνητή περιφρούρηση, τόσο, όσο εκτιμώ την άτακτη αυθόρμητη αυτοοργάνωση και της κάθε εξουσίας την περιφρόνηση. Η δεύτερη εκπορεύεται από την ελεύθερη ζωή ενώ η πρώτη από την μανιώδη καταδίωξή της.

Να, είδατε; Ούτε εκατόν είκοσι δύο λέξεις δεν κατάφερα να μαζέψω. Κάποιες έχουν μαζευτεί έξω από το δωμάτιό μου και φωνάζουν συνθήματα.

Για σιγά …

Ακούω κάτι …

ΑΝΤΙΒΙΑΙΕΣ; ΝΑΙ.

ΜΗ ΒΙΑΙΕΣ; ΟΧΙ.

…υποψιασμένες

2 Ο κύριος Ιρ είναι αθώος. Είμαι βέβαιος, γι’ αυτό προτίθεμαι να μη συνεχίσω την ανάγνωση της ιστορίας. Ήδη ο δημιουργός  άρχισε να σπέρνει υπόνοιες, ενδεχόμενα, υποψίες, να προετοιμάζει την ανατροπή. Και δεν έχω καμία όρεξη για ανατροπές. Τουλάχιστον αυτή τη στιγμή.

Η φωτιά στο τζάκι ανασαίνει με δυσκολία. Αφήνω το βιβλίο, ταράζω τα κούτσουρα, σκαλίζω τη θράκα, φυσάω, ζωντανεύει. Έξω απλώνεται το ελατοδάσος, σπαρμένο με ξέφωτα και μανιτάρια. Βάζω ένα τσίπουρο και στέκομαι στο παράθυρο χαζεύοντας την ομίχλη που αποσύρεται στη χαράδρα.

Τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα; Έχω αφήσει τον κύριο Ιρ να κρυφοκοιτάζει, έτσι νομίζει τουλάχιστον , προς το ανοιχτό παράθυρο του απέναντι διαμερίσματος όπου η Ιρις ημίγυμνη, υποκρίνεται πως κοιμάται. Αν δεν γυρίσω σελίδα αυτό που  έχει γίνει δεν θα συμβεί.

… για μια γλάστρα

Πάει η γλάστρα, ξεράθηκε. Στην αρχή νόμιζα πως έχει ψυχολογικά προβλήματα. Άνθιζε όταν οι άλλες ήταν ξερές και έριχνε τα φύλλα της όταν οι άλλες άνθιζαν. Γενικά δεν είχε καλές σχέσεις με τις υπόλοιπες γλάστρες στο μπαλκόνι. Έχωνε τα κλαδιά της παντού. Μια γαρδένια δίπλα της είχε δεινοπαθήσει από τις επιθέσεις των κλαδιών της στα μπουμπούκια της.

Προσπάθησα, με τρόπο, να της δώσω να καταλάβει πως δεν μπορούσα να ανεχτώ μια τέτοια συμπεριφορά, αλλά τίποτα, ήταν ο χαρακτήρας της κακός. Σταμάτησα και γω να την ποτίζω. Πέταξε τότε κλαδιά στο διπλανό μπαλκόνι. Τα είδε η γειτόνισσα, χάρηκε, και άρχισε να την ποτίζει. Τι το ‘θελε; Μαράθηκαν οι άλλες γλάστρες της και μου κρατάει μούτρα. Πάει, τελείωσε, θα την ξεριζώσω, θα την κάνω παπουτσοθήκη.

…ενάντια στη μέθοδο

Προσπαθώ να απαντήσω σε ένα ερώτημα και αμέσως γεννιέται ένα άλλο. Αυτό που αποκαλώ «πραγματικότητά μου» ορίζεται μόνο από τα δεδομένα ή και από τα ζητούμενα; Αν τα περιέχει και τα δύο, ποια είναι η κινητήρια δύναμη και ποια η δύναμη αντίστασης; Ίσως η ευτυχία να είναι εκείνη η κατάσταση που οι δύο συνιστώσες είναι ομόρροπες.

Από την άλλη αναρωτιέμαι μήπως αυτή η «προβληματική» θέαση της πραγματικότητας και η συνεπακόλουθη αλγοριθμική της διαπραγμάτευση είναι μια λύση που ανήκει σε ένα υποσύνολο των πραγματικών ριζών και φανταστικών «υπερ-λύσεων», το θλιβερό υποσύνολο των μοιραίων απαντήσεων.

Ίσως κάθε μεθοδολογία ζωής δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια δυστυχής εφαπτομένη της, που ανίκανη να θαυμάσει, λοιδορεί τις πτυχώσεις που ενάντια σε κάθε «ηθικό κανόνα» γεννά η αληθινή ζωή.