Κατηγορία: παραμύθια για μεγάλους

…για το αγοράκι με τα πλήκτρα

sebree_boyΝα, εκεί δίπλα στον κάδο σκουπιδιών άφησαν ένα πληκτρολόγιο και μια οθόνη. Βλέπεις; Τα φορτώνουμε στο ποδήλατο. Πάμε σπίτι – Σιγά το σπίτι, δύο δωμάτια μια κουζίνα ένα χωλ- Ναι, αλλά είναι σπίτι μου!

Εκεί στη γωνία, στο γραφείο άφησέ τα – Σιγά το γραφείο. Τραπέζι είναι – Ναι, αλλά  είναι το γραφείο μου! Τακτοποιεί την οθόνη και το πληκτρολόγιο στο «γραφείο».  Κάθεται.

Δήθεν, ανάβει την οθόνη. Κάτι γράφει στο πληκτρολόγιο. Τι γράφεις; Δεν βλέπω τίποτα – Είναι που δε ξέρεις τυφλό σύστημα. Χαμογελάει. Γράφω ένα παραμύθι – Κάνει κρύο εδώ μέσα – Μισό λεπτό…

Τελείωσα, τώρα θα το τυπώσουμε να το διαβάσεις και συ – Σιγά τον εκτυπωτή. Ζει; Με αγγίζει με το δάχτυλο, ακούγεται ένα «μπιπ», ανοίγει ένα κουτί, μου δίνει χαρτί και μολύβι. Ζεις, λέω και  γράφεις.

…για δύο καπρίτσια

capriccioΠήγε να πει στη μάνα της, “Πα να το πω στη μάνα μου”, έτσι είπε,  κι έφυγε τρέχοντας η Ελένη, πως θα ερχόταν μαζί μας σινεμά.

Δεν ήρθε. Ούτε την άλλη μέρα , ούτε τη παράλλη.

Τη τρίτη μέρα, ο Νίκος είπε θυμωμένα: «Μπαρκάρω».

Έτσι αρχίζει η ιστορία. Με δύο καπρίτσια. Ένα της μάνας της,  ένα το Νίκου.

Οι μέρες περνούσαν. Αλλες μαζί σαν συγχορδίες. Άλλες σαν νότες κλίμακας μονότονης.

Το γκαζάδικο του Νίκου βούλιαξε ανοιχτά της Μάλτας. Αύτανδρο.

Στο ραδιόφωνο είπαν το όνομά του.

Η Ελένη σηκώθηκε απ’ το τραπέζι φόρεσε μια ζακέτα κι έφυγε τρέχοντας.

«Που πας;» της φώναξε ο άντρας της.

« Έρχομαι. Πα να το πω στη μάνα μου»

Δε γύρισε. Ούτε την άλλη μέρα ούτε τη παράλλη.

………………………………………………………………

Εικόνα : marivuolanto.it 

…και δύο στάμνες

stamnes1Σε μια πηγή συνάντησα ένα γεροντάκι. Είχε δύο στάμνες κι ένα κανατάκι. Γέμιζε το κανατάκι νερό και μετά το άδειαζε στις στάμνες. Ένα στη μία, ένα στην άλλη.

«Τι κάνεις εκεί παππού;»  ρώτησα.

«Γεμίζω τις στάμνες» μου απάντησε.

«Και γιατί δε τις βάζεις κάτω απ’ τη πηγή να γεμίσουν μόνες τους και παιδεύεσαι τόση ώρα με το κανατάκι;» τον ξαναρώτησα.

«Γιατί θέλω να μοιράσω το νερό στα ίσα» μου αποκρίθηκε χωρίς να με κοιτάζει.

«Μα αφού είναι ίδιες!» είπα και πλησίασα πιο κοντά.

«Και που είναι ίδιες; Σημαίνει ότι χωράνε το ίδιο νερό;» ρώτησε χαμογελώντας.

«Εμ;» απάντησα «αφού είναι ίδιες!»

«Ξέρεις όμως αν είναι κι από μέσα τους  ίδιες;» με ξαναρώτησε το γεροντάκι και συνέχισε να μοιράζει το νερό με το κανατάκι του.

…παραμυθιασμένες

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε μια γιαγιά που είχε τρεις γιούς, καλά παιδιά, προκομμένα. Νοικοκυραίοι με δουλειές καλές, φαμίλιες σωστές και ζηλευτές. Ένα παράπονο είχε μόνο, που δεν τους έβλεπε συχνά, δεν αδειάζαν μήτε καθημερινή μήτε σχόλη.

Ας ήταν καλά οι νύφες  που μια φορά το μήνα της πήγαιναν τα εγγόνια να τα δει, να τα χαϊδέψει. Της έκαναν και καμιά χοντρή δουλειά. Τι να το κάνεις όμως; Μόνο οι γιοί μαλάκωναν τη μοναξιά της. Απόειδε κι αποφάσισε, αφού ο μακαρίτης της είχε αφήσει εισόδημα καλό, να έχει μια γυναίκα στο σπίτι,  για παρέα.

Πήρε το λοιπόν κοντά της  μια δίμετρη κουκλάρα, αλλοδαπή. Της έδωσε μισθό καλό, φαγητό και κρεβάτι γερό. Έτσι ξεκουράστηκαν οι νύφες, κι «ανακουφίστηκαν» οι γιοί. Και καθημερινή και σχόλη.

…για τον όγδοο νάνο

Ένας λευκός νάνος εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του ένα λαμπερό πλανητικό νεφέλωμα. Λένε πως δεν πρόκειται να ξαναβρεθεί. Ότι απόμεινε μοιάζει με κλεψύδρα που περιβάλλεται από ένα καυτό φωτεινό δαχτυλίδι.

Τα πιο όμορφα παραμύθια γράφονται κοιτάζοντας τον ουρανό με κλειστά μάτια. Όπως αυτό με τον όγδοο νάνο.

Διότι οι νάνοι δεν ήταν εφτά, αλλά ένας. Μη σας ξεγελούν οι ζωγραφιές των παραμυθιών που δείχνουν μαζί την Χιονάτη με εφτά νάνους. Στην πραγματικότητα δεν τους είχε δει ποτέ όλους μαζί, παρά έναν κάθε κάθε φορά, γιατί απλούστατα η Χιονάτη έβλεπε στο πρόσωπο του μοναδικού νάνου αυτό ακριβώς που ήθελε να δει εκείνη την στιγμή.

Έτσι λοιπόν , μια νύχτα ανέφελη, ο όγδοος και μοναδικός νάνος ντύθηκε τη λαμπερή λευκή στολή του και εξαφανίστηκε απηυδισμένος στο σκοτεινό δάσος.

…για διακρίσεις

dancin-tree.jpgΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δέντρο που ήθελε να βγει λίγο να ξεσκάσει, να πάει σ’ ένα μπαράκι βρε αδελφέ.

Ένα Σάββατο λοιπόν, αφού πήρε το μπάνιο του στην λιμνούλα του καταρράκτη και φόρεσε το δανεικό κυπαρισσί κουστούμι του στάθηκε ανυπόμονο στην ουρά μπροστά στην είσοδο του μπαρ.

Ένας κοντοστούπης θάμνος φουσκωτός του έκλεισε την πόρτα λέγοντας

«Δεν γίνεται φιλαράκο να μπεις μέσα με τέτοιο μαλλί»

Τώρα; Ευτυχώς βρήκε ξύπνιο τον φύλακα του πριονιστηρίου

«Κλάδεμα ξύρισμα γρήγορα και οι καρποί δικοί σου»

Και ξαναστήθηκε μπροστά στον θάμνο.

«Καλό το κλάδεμα φιλαράκο αλλά χωρίς συνοδό δε μπαίνεις.»

«Κι αυτό εκεί γιατί το άφησες να μπει και μάλιστα ακλάδευτο;» Ρώτησε αγανακτισμένο το δέντρο.

» Αυτό φιλαράκο είναι αυτή, είναι επώνυμη, είναι η Νεραντζούλα Φουντωτή».