Κατηγορία: παραμύθια για μεγάλους

…ημιδιαμονής

Την ιστορία της γυναίκας αφηγείται ο καπνοπώλης μου. Διατηρεί το καπνοπωλείο  του απέναντι από ξενοδοχείο ημιδιαμονής.

Η γυναίκα εμφανιζόταν κάθε Τετάρτη λίγο πριν κλείσω. Ένα ταξί την άφηνε στη γωνία στο βενζινάδικο. Ερχόταν πρώτα στο μαγαζί και αγόραζε καπνό.  Περπατούσε  σαν υπνωτισμένη. Ίσως από τη σκέψη της επερχόμενης ηδονής που λέει και ο ποιητής.  Μετά από λίγο τη συναντούσε  ο εραστής στο ίδιο πάντα γωνιακό δωμάτιο του πρώτου ορόφου.

Αυτό κράτησε τέσσερα χρόνια. Πέρασαν τόσα κι άλλα τόσα μέχρι την μέρα που ξαναεμφανίστηκε. Αγόρασε  καπνό  και μου είπε πως μετακόμισε  στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πάνω από το μαγαζί. Αν είμαι βέβαιος πως είναι αυτή; Ναι είμαι. Κάθε Τετάρτη την ώρα που κλείνω βγαίνει στη βεράντα  και ποτίζει τα λουλούδια καπνίζοντας σαν υπνωτισμένη.

…για το σχεδόν, το πολύ και το εντελώς

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέλφια, ο Ίμουν, ο Ίμε και ο Θάμε.
Ο Ίμουν ήταν ο μεγαλύτερος και ο Θάμε ο νεότερος.
Και τα τρία αδέλφια αγάπησαν την ίδια γυναίκα.
Το όνομα της γυναίκας ήταν …
Η … αγάπησε και τα τρία αδέλφια.
Τα τρία αδέλφια της είπαν «πρέπει να διαλέξεις»
Είστε σίγουροι; ρώτησε η …
Ο Θάμε απάντησε «είμαι σχεδόν σίγουρος»
ο Ίμε απάντησε «είμαι πολύ σίγουρος»
και ο Ίμουν είπε «είμαι εντελώς σίγουρος».
Πέρασαν τρία χρόνια μέχρι η … να αποφασίσει. Τότε τους κάλεσε και τους είπε:
«Ίμε εσένα σε αγαπώ πιο πολύ αλλά τον αδελφό σου τον αγαπάω από πιο παλιά. Με αυτόν θέλω να ζήσω».
«Ποιον από τους δύο;» ρωτησε ο Θαμε και τότε όλοι γέλασαν εκτός από τον Ίμε.

…ντροπιασμένες

«Γιατί τον αφήνεις και δεν τον τσακίζεις; Τους ξεσηκώνει όλους εναντίον σου» γκρίνιαζε κάθε βράδυ η βασίλισσα. Μα ο βασιλιάς δεν  της απαντούσε. Μόνο διάβαζε και ξαναδιάβαζε την ίδια σελίδα του ίδιου βιβλίου κάθε νύχτα. Και κάθε μέρα άφηνε  να μεγαλώνει τη φήμη του νεαρού ποπολάρου, που διαλαλούσε  σε κάθε ευκαιρία  πως θα αλλάξουν τα πράγματα στο βασίλειο, πως θα δοθεί τέλος στη φτώχεια και τη δυστυχία.

Έτσι περνούσαν οι μήνες, μέχρι που ένα πρωί η βασίλισα ξυπνώντας από τη φωνή του τελάλη  που διαλαλούσε ντροπιασμένος οτι «ο νεαρός ποπολάρος  παραδόθηκε ταπεινωμένος», βρήκε στο προσκέφαλό του βασιλιά ανοιχτό το βιβλίο του. Το πήρε και διάβασε τις τελευταίες γραμμές της σελίδας: «Και τόσο ο νικητής είναι πιο τιμημένος όσο ο ηττημένος είναι πιο φημισμένος».

…με καπνισμένο κεφάλι

Τέλειωσε ο καπνός. Σημαδιακό.

Να πάρω τα πόδια μου να βγώ στο δρόμο να πάω περίπτερο.

Σαράντα χρόνια στους δρόμους γαμώτο. Συνελεύσεις, διαμαρτυρίες, πορείες ειρήνης, διαδηλώσεις, φεστιβάλ -οι αριστεροί κάνουν πολιτισμό και διαδηλώσεις ενώ οι δεξιοί κάνουν λεφτά έλεγε ο πατέρας μου (Καραμανλικός χωρίς λεφτά). Και οι κεντρώοι; τον ρώταγα. Οι κεντρώοι κάνουν κυβερνήσεις όταν  οι δεξιοί μετράνε τα λεφτά τους, απαντούσε.

Σαράντα χρόνια.

Στα μισά του δρόμου, να το πρώτο στραπάτσο με το «τελευταία φορά σοβιετικά». Άντε να μαζέψεις κουράγια να ξαναβγείς στους δρόμους.

Και τώρα, δεύτερο στραπάτσο, με το «πρώτη φορά αριστερά» και ευρωπαϊκά. Άντε να μαζέψεις κουράγια να ξαναβγείς στους δρόμους.

Ωπ! Ανοικτός ο σύντροφος περιπτεράς.

-Δε βλέπεις ειδήσεις σύντροφε;  

-Όχι. Ταινία βλέπω να ξεχαστώ.

-Καλά κάνεις. Ποια;

-Αληθινά ψέματα.

…με χαλάζια και χαλάσματα

Εννιά το πρωί η δροσιά κρατάει. Η καλύτερη ώρα να μαζέψεις το τρυφύλλι. «Μη το μαζεύεις αξημέρωτα, σαπίζει» ορμήνευε ο πατέρας του. Θεός σχωρέστον.

Δεν είχε σώσει να μαζέψει το μισό κι ανοίξαν οι ουρανοί. Αέρας, χαλάζι, πλημμύρα. Άρχισε να τρέχει στις λάσπες, πέρα δώθε, σαν τρελός.

Όταν απόκαμε ξάπλωσε τανάσκελα, χάμου στα νερά. «Μην ήθελες νάσουν εσύ εδώ χάμου κι εγώ εκειδά ψηλά και να σου κάνω τα ίδια; Σιγά μην ήθελες». Έκλαιγε, έκραζε και μούτζωνε.

Έτσι λασπωμένος έτρεξε στο σπίτι της χήρας να κρυφτεί στην αγκαλιά της.

Το σούρουπο η γυναίκα του περίμενε στην πεζούλα. «Μην ήθελες νάσουν από πάνου κι εγώ εκειδά χαμηλά να σου κάνω τα ίδια με την χήρα; Σιγά μη δεν ήθελες!» κι έκλαιγε, έκραζε και μούτζωνε.

—————————

Το πραγματικό  μέρος της μιγαδικής ιστορίας μου αφηγήθηκε ο Χρήστος Μακρής.

… περί φρεάτων

Η βάρκα έδεσε χαράματα μακριά απ’ τον μώλο. Ήρθαν και πήραν τον βαρκάρη να πιει ένα ζεστό. Η Φωτεινή κρύωνε. Σκεπάστηκε με το σάλι και περίμενε.

Είκοσι χρόνια περίμενε. Να δικάσουν την έφεση, να παψει ο διωγμός, να την αφήσουν να πατήσει το πόδι της στο νησί.

Το μεσημέρι ήρθαν κι άφησαν στον μώλο ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες. Μετά έφυγαν.

Η Φωτεινή αποκοιμήθηκε.

Ήρθε στο όνειρο η δασκάλα της.

«Τι σημαίνει : Περί το φρέαρ όρχησις κυρία;»

«Να χορεύεις διπλά σε ανοιχτό πηγάδι Φωτεινή».

«Και το ου μοιχεύσεις κυρία;»

«Αυτό θα στο εξηγήσουν όταν μεγαλώσεις.»

Το σούρουπο ήρθαν οι εφέτες με την απόφαση. Πίσω τους στάθηκαν τα παιδιά της και τα εγγόνια της.

Ο χωροφύλακας έκοψε το σχοινί.

Η άμπωτη τράβηξε αργά αργά τη βάρκα στα ανοιχτά. Κανείς δεν είδε τη Φωτεινή να πέφτει στο νερό.

Το άλλο πρωί οι ψαράδες βρήκαν γυναικείες πατημασιές στην άμμο. Σταματούσαν στο ξεροπήγαδο.

 

Συμμετοχή στον διαγωνισμό του περιοδικού "Φρέαρ"

…για την «συμπάθεια»

Όταν έκλειναν τα μηχανουργεία έβγαιναν πιάτσα οι πουτάνες και ο Γεράσιμος  με το καρότσι φορτωμένο  ταψιά μπουγάτσα και τα σχετικά: ζάχαρη, κανέλα, λαδόκολλες.

Από όλες τις γυναίκες της πιάτσας ο Γεράσιμος έδειχνε συμπάθεια στην Αθανασία στην πέρα άκρη του δρόμου.  Το είχαν προσέξει οι άλλες γυναίκες και τον πείραζαν.

«Την καλύτερη μερίδα για την Αθανασία την φυλάς. Γιατί Γεράσιμε;;

«Γιατί μου θυμίζει την γυναίκα μου» απαντούσε αυτός  και όλες συμπονούσαν τον Γεράσιμο και τη συχωρεμένη.

Ένα βράδυ ο Γεράσιμος έστειλε με την Μπέμπα από το απέναντι πεζοδρόμιο το πακέτο με την μερίδα στην «συμπάθειά» του. Ύστερα τα μάζεψε κι έφυγε.

Η Μπέμπα ξελιγωμένη ξετύλιξε την λαδόκολλα να γλυκαθεί. Βρήκε μέσα κι ένα χαρτάκι: «Να μη ξεχάσεις το πρωί να φέρεις γάλα στα παιδιά».