Κατηγορία: Ο Στιφάδος και τα 123 κρεμμυδάκια

…με ρεύμα

Δεν πρόλαβα να ανοίξω την μπαλκονόπορτα και νάσου ο Στιφάδος (ο κούνελός μου) με ένα πενηντάευρω στο στόμα.
-Τι είναι αυτό Στιφάδο; Που το βρήκες;
-Μου το έδωσε η μάνα σου στα γενέθλια μου.
-Και γιατί μου το έφερες; Για επίδειξη;
-Να πληρώσεις την εφορία. Είπες πως κι όσοι έχουν ένα κλουβί θα πληρώσουν.
-Ναι. Αν έχει ρεύμα. Το κλουβί σου δεν έχει.
-Εκεί που είναι έχει. Όλο τον χειμώνα ήμουν συναχωμένος.
-Σε πήγα στο γιατρό.
-Ναι. Σε ψυχίατρο.
-Αφού χτυπιόσουν σαν τρελός.
-Φταρνιζόμουν. Και συ θεώρησες ότι με ξανάπιασαν κρίσεις πανικού.
-Νόμιζα ότι είχες φάει πάλι εφημερίδες.
-Τρώω μόνο αθλητικές.
-Και που τις βρίσκεις;
-Μου τις φέρνει η Σούλα όταν λείπεις.
-Μπα; Και τι άλλο σου κάνει η Σούλα όταν λείπω;
-Λυπομέτρηση.

…με λίμπιντο και κρεμυδάκια

Έψαχνα να βρω το χαρτί της εφορίας όταν μπήκε στο δωμάτιο ο Στιφάδος  (ο κούνελός μου).
-Τι ψάχνεις αφεντικό;
-Τον φάκελο με το χαράτσι της εφορίας. Τον είδες;
-Ναι.
-Που είναι;
-Τον έφαγα.
-Είσαι ηλίθιος.
-Ηλίθιος αλλά χορτάτος. Ενώ εσύ από τη μια κάνεις τον έξυπνο και από την άλλη γκρινιάζεις ότι θα πέσει πείνα. Όποτε είσαι σε απελπισία όλο κάτι πέφτει. Πέφτει η κυβέρνηση, πέφτει το χρηματιστήριο, πέφτει ξύλο στο Σύνταγμα, πέφτει η λίμπιντο.
-Το τελευταίο που το άκουσες;
-Το έλεγε η Σούλα στη μάνα της στο τηλέφωνο όταν έφυγες χθες για το γραφείο.
-Εσύ ξέρεις τι είναι η λίμπιντο;
-Ξέρω
-Τι είναι
-Είναι αυτό που όταν σου ανεβαίνει μας μαγειρεύει  η Σούλα, ενώ όταν σου πέφτει μας μαγειρεύει η μάνα σου.

 

…τρομαγμένες

Είδα τον Στιφάδο –τον κούνελό μου- να κάθεται τρομαγμένος σε μια γωνιά της αυλής κάτω από την λεμονιά και πλησίασα να δω τι τρέχει. Δεν μου έδωσε σημασία.

Τι έγινε Στιφάδο, τι συμβαίνει; Τίποτα.

Σε κυνήγησε ο γάτος;  -ο γάτος νομίζει πως ο Στιφάδος τα έχει με την γάτα του, κι εγώ το νομίζω  γιατί τους έχω δει πολλές φορές μαζί, αλλά ο Στιφάδος το αρνείται, μάλλον για να την προστατέψει- Όχι.

Τότε γιατί κάθεσαι τρομαγμένος; Δεν πίνεις, δεν τρως, μήπως είσαι άρρωστος, να σε πάω στον κουνελογιατρό; Όχι.

Σε πείραξε που έφυγαν τα παιδάκια και έμεινες μόνος; Όχι.

Τότε τι σε στενοχωρεί; Νιώθεις μοναξιά;

Όχι δε νιώθω μοναξιά, δεν με στενοχωρεί μια μοναξιά, η ερημιά με τρομάζει, γιατί είναι πολλές μοναξιές μαζί.

…ερωτοχτυπημένες

Τους τσάκωσα να φιλιούνται. Βγήκα χθες αξημέρωτα στη βεράντα να καπνίσω ένα τσιγάρο ένεκα σκοτούρες ίσον αϋπνίες. Τι το ήθελα ο καπνιστής; Τι ήταν γραφτό να δουν τα ματάκια μου; Η γατούλα με τη μουσούδα κολλημένη στη μουσούδα του Στιφάδου –του κούνελού μου- και ανάμεσά τους τα κάγκελα του κλουβιού.

Το πρωί, φτιάχνω καφέ, ανοίγω τη μπαλκονόπορτα και… τρεις οι γάτες. Η λεγάμενη, η μάνα  κι ο πατέρας της.

-Καλά πως έγινε; τον ρώτησα όταν έφυγαν οι συμπέθεροι.
-Ένα βράδυ που ξέχασες το κλουβί μου ανοιχτό μου απάντησε.
-Και τώρα τι κάνουμε; Τι ήθελαν οι γονείς της;
-Να αφήσω ήσυχο το μπουμπούκι τους γιατί της πέφτω μεγάλος. Κάνε κάτι ρε αφεντικό.
-Τι να κάνω δηλαδή;
-Πάρε μου ένα μεγάλο κλουβί να δείχνω μικρότερος.

…ευρύχωρες

Έτσι λένε. «Τα μπουμπούκια γιασεμιού ανοίγουν το βράδυ άμα τα βάλεις σε νεράκι». Έκλεψα κι εγώ μερικά από τη διπλανή αυλή, τους έδωσα νεράκι και κοιμήθηκα μαζί τους.

Είχα κλείσει και το παράθυρο, ξύπνησα μεθυσμένος από το άρωμά τους –τα είχα στολίσει δίπλα στο καινούργιο μου κρεβάτι. Σηκώθηκα και παραπατούσα. Ο Στιφάδος –ο κούνελός μου- το παρατήρησε.

-Πάλι τα ήπιαμε χθες; ειρωνεύτηκε.

-Δεν είμαι μεθυσμένος. Σηκώθηκα απότομα και ζαλίστηκα.

-Από τη μέρα που πήρες διπλό κρεβάτι όλο απότομα σηκώνεσαι.

-Ζηλεύεις;

-Όχι. Τι να ζηλέψω;

-Επειδή το κλουβί σου είναι στενό, ενώ το κρεβάτι μου ευρύχωρο.

– Ε, και λοιπόν; Κι εσύ μόνος σου κοιμάσαι. Σιγά μη ζηλέψω. Δε σφάξανε. Ξέρεις γιατί πετάγεσαι απότομα; Γιατί ένα ευρύχωρο ίσον δύο στενόχωρα. Άσε κάτω το μαχαίρι αφεντικό!

…με σύδεντρα

3Ποια είναι τα χρώματα του φθινόπωρου; Δε ξέρω.  Κάτι θυμάμαι, αλλά δε φτάνει. Γι’ αυτό σήμερα αγόρασα ένα κουτί ξυλομπογιές και ένα ξυράφι. Φύλαξα στο συρτάρι όλα τα χρώματα εκτός από τα φθινοπωρινά, όσα τέλος πάντων μου θυμίζουν φθινόπωρο. Μετά έσκισα με το ξυράφι το ξύλινο τσόφλι τους.  Με ένα κουταλάκι του γλυκού θρυμμάτισα τις χρωματιστές μολυβένιες μύτες και έφτιαξα μικρά βουναλάκια από χρωματιστή σκόνη.

Τι ωραία που φαίνονται τα δάση από μακριά! Λεύκες , κέδροι, οξιές, σύδεντρα.

Κάπου είχα διαβάσει πως κάθε φθινόπωρο στα δάση οι λεύκες αλλάζουν χρώματα μαζί με τα σύδεντρα, γιατί  οι ρίζες τους είναι λέει μπλεγμένες.

«Και οι δικές μας ρίζες είναι μπλεγμένες» πετάχτηκε ο Στιφάδος -ο κούνελός μου- που διάβασε την σκέψη μου μέσα από το κλουβί του.

…για μία πανσέληνο με κρεμμυδάκια

stifadosΠροχθές που είχε πανσέληνο βγήκαμε μαζί με τον Στιφάδο – τον κούνελό μου- στην βεράντα, ανεβάσαμε την τέντα και σταθήκαμε να θαυμάσουμε το φεγγαράκι. Αυτός όμως σαν κάτι να φοβήθηκε κι έτρεξε μέσα στο σπίτι. Κρύφτηκε πίσω από τον καναπέ.

Με τα χίλια ζόρια μου αποκάλυψε τον φόβο του, πως το φεγγάρι λέει θα του πέσει στο κεφάλι. Του εξήγησα  πως το φεγγάρι δεν πέφτει γιατί κινείται γύρω από την γη. Δεν πείστηκε. Αναγκάστηκα να κατεβάσω την τέντα για να ξαναβγεί στην βεράντα.

«Δηλαδή ότι κινείται δεν πέφτει;» ρώτησε αφού άδειασε το πιάτο του.

«Ακριβώς» του απάντησα.

«Και συ που τρέχεις όλη μέρα γιατί τα βράδια πέφτεις ξερός και ξεχνάς να μου μιλήσεις;».

Κάτι τέτοια μου λέει  και με κάνει με τα κρεμμυδάκια.