Κατηγορία: μνήμες

…για την αποχή

Το 46 ο παππούς δούλευε σε εργοστάσιο σαπουνιού. Έφτιαχναν δυο λογιών σαπούνι, ένα πράσινο και ένα ευρωπαϊκό αρωματικό.

Εκείνη τη χρονιά, το 46, έγιναν εκλογές. Το κόμμα υποστήριξε την αποχή. Η γιαγιά έλεγε στον παππού να πάει να ψηφίσει γιατί φοβόταν. Και τι να πάω να ψηφίσω ρώταγε ο παππούς αλλά η γιαγιά δεν του έλεγε και ο παππούς έκανε αποχή.

Μετά τις εκλογές τον φώναξε το αφεντικό στο γραφείο. Γιάννη, του είπε, έχω χαρτί από την χωροφυλακή να σε διώξω γιατί είσαι κομμουνιστής και έκανες αποχή. Άσε να περάσει λίγος καιρός και θα σε ξαναπάρω. Δεν τον ξαναπήρε.

Το 50 το κόμμα αναγνώρισε πως η αποχή ήταν λάθος. Ο παππούς συγχώρεσε το κόμμα αλλά η γιαγιά δε συγχώρεσε ποτέ τον παππού και συνέχισε την αποχή.

Advertisements

…old navy

Θα πάρω ένα πακέτο τσιγάρα ολντ νέιβι και ένα κουτί σπίρτα και το μεσημέρι θα ανέβω στον Άγιο Φίλιππα. Θα καπνίσω δέκα τσιγάρα απανωτά και θα φύγω, όπως είχα κάνει στα δεκαέξι μου παρέα με τον ξάδελφο. Ο ξάδελφος ήταν συνομήλικος, αλάνι, μπαλαδόρος και ξηγημένος. Εγώ σπασίκλας, καλός μαθητής και τα λοιπά. Ο ξάδελφος με έμαθε να καπνίζω. Εκείνη τη μέρα στον Άγιο Φίλιππα. Μετά γύρισα σπίτι να διαβάσω για το διαγώνισμα. Εκείνος πήγε για μπιλιάρδο. Ήθελα κι εγώ να πάω για μπιλιάρδο. Άμα με καλούσε θα πήγαινα και σκασίλα μου οι εξετάσεις. Αλλά δε με κάλεσε. Ίσως γιατί δεν ήξερα μπιλιάρδο. Αλλά ούτε να καπνίζω ήξερα γαμώτο. Από τότε όλο εξετάσεις δίνω και όλο καπνίζω. Λες και η ζωή είναι διαγωνισμός καπνίσματος.

…με τύψεις μεγαφώνων

Κάθε πρωί  στο λιμάνι. Ξημερώματα Αυγούστου. Αφετηρία λεωφορείων. Προορισμός Νέα Σμύρνη, φροντιστήριο, εξετάσεις.Κάθε πρωί τα πλοία φεύγουν χωρίς εμένα.

Εμένα με παίρνει το λεωφορείο, μαζί με την Καίτη –συντρόφισσα, συμμαθήτρια, ερωτευμένη με τον Στέλιο.

Το καλοκαίρι μου αναχωρεί για Πειραιά -Κλάψα –Γκρίνια -Καζαντζίδη -Νέα Σμύρνη.

Το φελέκι μου! Δεν αντέχω άλλο.

Αντί για τσάντα με βιβλία, σακίδιο εκδρομικό, αλλαξιά, πετσέτα κάτι λεφτά που έχω στην άκρη. Ούτε πολλά, ούτε λίγα.

Στάση στο πρακτορείο. Ένα εισιτήριο. Με ποιο; Με αυτό που φεύγει τώρα; Πάρο; Ναι. Με επιστροφή; Όχι.

Κατάστρωμα, καφές, τσιγάρο.

Να! Λύνουν τους κάβους,φεύγουμε!

Στη στάση η Καίτη περίμενε. Την κοίταζα αφ’ υψηλού μέχρι που…»Το πλοίο αναχωρεί εντός ολίγου. Παρακαλούνται οι υποψήφιοι φοιτητές όπως εξέλθουν του πλοίου» …τύψεις μεγαφώνων με έκαναν φουγάρο.

… για τα αρχαία ναυάγια

16Είχαμε ένα λυόμενο, μισό μισό με τον ξάδελφο, κληρονομιά από τον παππού ˙ στη κορυφή του λόφου στα Αμπελάκια. Από τη βεράντα βλέπαμε καθαρά τη βρώμικη θάλασσα. Μακριά, στο βάθος του ορίζοντα φανταζόμαστε τον Πόρο, την Ύδρα, τις Κυκλάδες, το μπλε, το άσπρο, το πράσινο.

Πηγαίναμε εναλλάξ, με τα μηχανάκια μας και τα κορίτσια μας, για μια αγκαλιά στο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι με το μαλακό σομιέ. Την ανηφόρα την κόβαμε ποδαράτοι, σπρώχνοντας το μηχανάκι που δεν άντεχε ούτε το βάρος ούτε την ορμή μας.

Το σούρουπο κατεβαίναμε στη «παραλία» για περίπατο. Ψυχή πουθενά, μόνο η δική μας, σκόρπια  ερημοκλειδωμένα  σπίτια, σκιές, μακρινοί θόρυβοι,  άλγος μυρωδιάς θαλασσινής. Λέγανε πως ο βυθός  είναι σπαρμένος με αρχαία ναυάγια, μα εμείς  εκείνον το καιρό δεν τους πιστεύαμε.