Κατηγορία: Μιγαδικές ιστορίες

…ημιδιαμονής

Την ιστορία της γυναίκας αφηγείται ο καπνοπώλης μου. Διατηρεί το καπνοπωλείο  του απέναντι από ξενοδοχείο ημιδιαμονής.

Η γυναίκα εμφανιζόταν κάθε Τετάρτη λίγο πριν κλείσω. Ένα ταξί την άφηνε στη γωνία στο βενζινάδικο. Ερχόταν πρώτα στο μαγαζί και αγόραζε καπνό.  Περπατούσε  σαν υπνωτισμένη. Ίσως από τη σκέψη της επερχόμενης ηδονής που λέει και ο ποιητής.  Μετά από λίγο τη συναντούσε  ο εραστής στο ίδιο πάντα γωνιακό δωμάτιο του πρώτου ορόφου.

Αυτό κράτησε τέσσερα χρόνια. Πέρασαν τόσα κι άλλα τόσα μέχρι την μέρα που ξαναεμφανίστηκε. Αγόρασε  καπνό  και μου είπε πως μετακόμισε  στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πάνω από το μαγαζί. Αν είμαι βέβαιος πως είναι αυτή; Ναι είμαι. Κάθε Τετάρτη την ώρα που κλείνω βγαίνει στη βεράντα  και ποτίζει τα λουλούδια καπνίζοντας σαν υπνωτισμένη.

…στη γραμμή 40/41

Μετρό. Γραμμή 3, σταθμός Ακρόπολη. Θέσεις αντικριστές. Θα μπορούσε να μας λένε Άλκη και Αθηνά, να διαβάζουμε το ίδιο βιβλίο: Σαλαμπώ -Γκυστάβ Φλωμπέρ, όπως τότε, όπως εκείνοι, στη γραμμή 40/41 Αθήνα Βόλος Θεσσαλονίκη.
-Σύμπτωση ε;
-Σελίδα;
-105;
-Κι εγώ στην 105!
Γέλια, χειραψία, συστάσεις.

Ύστερα, ώρες και χιλιόμετρα με σύνδεσμους συμπλεκτικούς: «κι εσύ;», «και σε εμένα…», «κι εγώ…». Αγγίγματα τυχαία, εν τη ρύμη του λόγου. «Συμπτώσεις» παράξενων ερωτικών ελκυστών.

Η Αθηνά θα κατέβει στον επόμενο σταθμό. Ο Άλκης θα γράψει στο βιβλίο της το τηλέφωνο του και δίπλα: Αθήνα Αγχίαλος 4-4-80 Πάσχα.

Λίγο πριν αποχαιρετιστούν θα ανταλλάξουν κατά λάθος τα βιβλία τους.

Επόμενος σταθμός: Σταθμός Λαρίσης. Σύνδεση με προαστιακό. Ανταλλάσσουμε με την γυναίκα που θα μπορούσε να τη λένε Αθηνά ή Σαλαμπώ μια τελευταία ματιά.
—————————————————————————————–
Η γραμμή 40/41 Αθήνα –Βόλος καταργήθηκε επίσημα στις 19 ιουνίου 2011.
Βρήκα το βιβλίο με την σημείωση : «Άλκης 94xxxxx , Αθήνα Αγχίαλος 4-4-80 Πάσχα» σε ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο στους πρόποδες της Ακρόπολης.

…για γνωστούς αγνώστους

Όσοι τον ήξεραν περισσότερα χρόνια από εμένα  έλεγαν  πως ποτέ δεν τον είχαν δει μέχρι εκείνο το Σαββατόβραδο να βγάζει και τα δύο του  χέρια από τις  τσέπες του παντελονιού του.

Ερχόταν στο καφενείο κάθε μέρα βρέξει χιονίσει, καθόταν σε ένα  τραπέζι αμίλητος, ντροπαλός σα να του είμαστε άγνωστοι  και πάντα με τα χέρια στις τσέπες παρακολουθούσε  με προσοχή τις  κουβέντες  από τα διπλανά τραπέζια,  παρατηρώντας  τον κάθε έναν που μιλούσε με την ένταση που οι ζωγράφοι κοιτάζουν τα μοντέλα τους.

Εκείνη το βράδυ που όλοι στο καφενείο νομίζαμε ότι είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα ενώ είχε κοιμηθεί για πάντα, είχε βγάλει τα χέρια από τις τσέπες. Στο ένα κρατούσε σφιχτά ένα κλειδί και στο άλλο ένα χαρτί με την διεύθυνση του σπιτιού του.

…με βορειοδυτικό βλέμμα

Μέσα, διάβαζαν ποιήματα. Έξω, ήχοι της πόλης πλάγιοι. Μέσα μου, έλιωνε ένα παγωτό χωνάκι από το ποιήμα της Ασημίνας.

«Θα ήταν ωραία να χιόνιζε έξω κι ένας πλανόδιος μουσικός να παίζει βιολί» είπα.

«Αλλά να φοράει μαύρο παλτό» συμπλήρωσε ο φοιτητής θεολογίας δεξιά μου.

«Και να κουτσαίνει» συμπλήρωσε ο  Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ αριστερά μου, χωρίς να πάρει τα μάτια του από την γυναίκα με τα σγουρά μαλλιά και το νοτιοανατολικό βλέμμα.

«Σας άκουσα να αναφέρεστε, στους ήχους της πόλεως. Οι πλάγιοι ήχοι δημιουργούνται με πορεία προς τα κάτω» είπε ο θεολόγος.

«Όσο οι άνθρωποι απαγγέλουν ποιήματα στα μπαρ της Αθήνας και της Ταπατσούλα στρέφουν την πυξίδα της ανθρωπότητας προς τα πάνω» φώναξε ο ντετέκτιβ Έκτορ Μπελασκοαράν που εκείνη τη στιγμή έμπαινε κουτσαίνοντας στο μπαρ της οδού Στουρνάρη τινάζοντας το χιόνι από το μαύρο του παλτό.

Έλαβαν μέρος:
Ασημίνα: Φυσικός , ποιήτρια
Φοιτητής θεολογίας: θαμώνας του μπαρ.
Ο γράφων: Φυσικός. Θαμώνας της φαντασίας του.
Πλανόδιος βιολιστής με μαύρο παλτό: Θαμώνας τη φαντασίας του αείμνηστου Θόδωρου Α,
Πάκο Ιγκάσιο Τάιμπο ΙΙ (ΠΙΤ ΙΙ) : μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος, ιστορικός.
Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν: Μεξικανός ντετέκτιβ, θαμώνας της φαντασίας του ΠΙΤ ΙΙ.
Γυναίκα με σγουρά μαλλιά: Άγνωστη. Την εξακρίβωση των στοιχείων της ανεθεσε ο ΠΙΤ ΙΙ στον ντετέκτιβ Έκτορ Μπαλσκοαράν Σάυν χωρίς αποτέλεσμα μέχρι στιγμής.

4Gaza

Ο Ντιράρ στραβοπάτησε και με ένα άγαρμπο σουτ έστειλε τη μπάλα στον ουρανό. Ο Μαρουάν ο τερματοφύλακας έσκασε στα γέλια και κυλίστηκε στην άμμο. Ο Ντιράρ τον μιμήθηκε πρώτος και μετά ο Άχεντ και ο Αμτζάντ. Σωριάστηκαν όλοι ανάσκελα γελώντας. «Τι σημάδευες εκεί πάνω Ντιράρ;» φώναζαν δείχνοντας  τη μπάλα που ανέβαινε ψηλά, όλο και πιο ψηλά στον ουρανό μέχρι που έγινε ένα σημείο, μια τελίτσα στο στερέωμα. «Την Σουάντ» απάντησε ο Ντιράρ και τα γέλια κόπηκαν. Ο Αμτζάντ και ο Άχεντ σηκώθηκαν, τίναξαν την άμμο από τα μαλιά τους και πήγαν κοντά του. «Νάτην, ξαναπέφτει! Την στέλνει πίσω η αδελφή σου» φώναξε ο Ντιράρ και έστρεψαν όλοι το βλέμμα στον ουρανό. Πρώτα έσκασε το κύμα και τους έκανε μούσκεμα. Μετά έσκασε η βόμβα. 

…για τον φόβο του γκρεμού

Πριν ξεκινήσουμε ο αγωγιάτης γύρισε στη φίλη μου και της ξεκαθάρισε.

-Το γαϊδούρι δεν κάνει στάσεις  για να ανέβεις ή  να κατέβεις. Άμα είναι καβαλίκεψε τώρα.

Το καβαλίκεψε, φορτώσαμε και τις βαλίτσες, βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, αστειάκια, χαμόγελα -τα τελευταία εκείνης της ημέρας.

-Είναι μακριά αφεντικό;

-Τρία τσιγάρα δρόμος.

Υπέθεσα ότι το τσιγάρο είναι μονάδα μέτρησης χρόνου και έκανα να ανάψω τσιγάρο.

-Κράτα τα τσιγάρα σου για μετά, είπε το «αφεντικό».

Μετά τη στροφή  το γαϊδουράκι έπιασε να βαδίζει στην άκρη του γκρεμού και ο αγωγιάτης στη μέσα μεριά του χωματόδρομου σιγοτραγουδώντας  νησιώτικα.

-Γιατί δε φέρνεις το γαϊδούρι πιο μέσα, πιο κοντά σου;  ρώτησα εκνευρισμένος.

-Άμα θέλεις φίλε να ανέβει το φορτωμένο γαϊδούρι την ανηφόρα βάλε το να αγκομαχά στην άκρη του γκρεμού.

…τετελεσμένης φαντασίας

Την πρώτη φορά που της ζήτησα να με δανείσει το έκανε με μεγάλη προθυμία, για να μη πω με ενθουσιασμό. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να ξαναζητήσω. Με δάνεισε και πάλι. Με την θέρμη του ερωτευμένου αυτή τη φορά. Δεν συζητήσαμε ποτέ τις λεπτομέρειες και τους όρους της αποπληρωμής του «δανείου». Είναι πλούσια και δεν έχει ανάγκη, σκέφτηκα. Που να φανταστώ πως είχα να κάνω με τοκογλύφο πραγματικό που ενώ δάνειζε κεφάλαιο άυλο ζητούσε επίμονα τόκο υλικό. Την πλήρωσα ακριβά την φαντασία μου. Ακριβά και σε πραγματικό χρόνο.Διότι, όπως λένε οι οικονομολόγοι, κάθε δάνειο είναι υπόσχεση μελλοντικής πίστης και ως εκ τούτου δε μπορεί να δαπανηθεί ως επένδυση τετελεσμένης απιστίας. Φταίω κι εγώ όμως που δεν διαβάζω τα ψιλά γράμματα της φαντασίας μου.