Κατηγορία: ιστορίες

…για μια «συμφωνία»

images.jpgΆκουσα το τσέλο να ρωτάει με θυμό κι ύστερα το πιάνο να απαντάει ντροπαλά στην αρχή και μετά με οργή.

Συνέχισα να κρυφακούω μέχρι που ένιωσα την μελωδία του πιάνου να δραπετεύει σε έναν εξομολογητικό μονόλογο γεμάτο ανεξήγητες υφέσεις και συγχορδίες σαν πτυχώσεις μνήμης. Σε ποιον μιλούσε;

Το τσέλο σταμάτησε. Που και που ακουγόταν η θυμωμένη αναπνοή του. Από μακριά ακούστηκε το βιολί. Σαν να μην ήταν εκεί… Παύση. Το τσέλο κατάλαβε.

Τώρα ήταν η σειρά του. Ένας νοσταλγικός μονόλογος ξεκίνησε στο τέλος μιας κατιούσας κλίμακας.

Οι απόπειρες του πιάνου να πλησιάσει την λύπη του συντρόφου του έπεφταν στο κενό καθώς οι κλίμακες απωθούσαν η μια την άλλη.

Παύση τετάρτου.

Το πιάνο επανέλαβε το θέμα του τσέλου.

Το τσέλο απάντησε.

Η συμφωνία ολοκληρώθηκε.

…για έναν ντροπαλό ταχυδρόμο

Εδώ πρωτοστάθηκα.
Τότε υπήρχε μια βαριά ξύλινη πόρτα.

Ίσιωσα το κορμί …
…δεν είναι εύκολο να τα βάζεις με μια κλειστή πόρτα.

Είχε ένα παράθυρο σε σχήμα ρόμβου,
με αυτό το σαγρέ κρύσταλλο
διάφανο σε υποψίες και φόβους.

Χτύπησα.
Όχι δυνατά.
Όσο χρειάζεται για να πω μετά : “Χτύπησα”
Τόσο.
Για μια στιγμή φοβήθηκα από μια ριπή σκιάς στο γυαλί
Νόμιζα πως θα άνοιγε η πόρτα κι έκανα να φύγω, μα γύρισα.
Ξαναχτύπησα.
Αυτή τη φορά πιο δυνατά.

Κάποιος πλησίασε την πόρτα και χωρίς να ανοίξει ρώτησε : «Ποιος είναι;»
«Ταχυδρόμος»
«Υπάρχει γραμματοκιβώτιο. Άφησέ τα εκεί»
Αναγνώρισα τη φωνή της.

Έριξα τα γράμματα και απομακρύνθηκα.
Όχι πολύ.
«Στάσου» φώναξε.
Όπως γύρισα να κοιτάξω χτύπησα στο δέντρο κι έπεσα.
«Μου χτύπησες;» φώναξε.
«Σου χτύπησα» απάντησα.

…για ένα παγκάκι

1.jpgΜου έχει γίνει συνήθεια κάθε μεσημέρι που παρκάρω κοντά σε αυτό το παγκάκι δίπλα στη κεντρική λεωφόρο, και κάθε βράδυ που σχολάω, να παρατηρώ όσο το επιτρέπει μια βιαστική διέλευση, τους θαμώνες, προσπαθώντας να μη φανώ αδιάκριτος.

Υπάρχουν κάποιοι σχεδόν μόνιμοι, όπως εκείνος ο κύριος με το άσπρο αθλητικό φανελάκι το κοντό παντελόνι και τις σαγιονάρες και ένας νεαρός με τζιν και μακριά μαλλιά πιασμένα κότσο.

Συνήθως ένα μπουκάλι μπύρας στέκεται όρθιο στο έδαφος ανάμεσα στα πόδια τους προστατευμένο από τις στάχτες των τσιγάρων τους.

Δεν είναι διαβάτες περαστικοί, δεν φαίνονται ερωτευμένοι, ίσως λίγο μελαγχολικοί λίγο ρομαντικοί, ναι. Και κουρασμένοι.

Μερικές φορές κάθονται αμίλητοι σαν μηχανές καταμέτρησης της διερχόμενης αδιαφορίας και άλλες συζητούν έντονα, σαν να διαπραγματεύονται κάποια σημαντική συμφωνία με την μοναξιά .

…για μια αχόρταγη σχέση.

Η Γιάννα έλεγε πάντα στον άντρα της τον Μάριο. «Η σχέση αγάπη μου είναι κάτι ζωντανό που αναπτύσσεται και εξελίσσεται. Αν δεν την ταΐσεις πεθαίνει από υποσιτισμό». Με αυτά και με αυτά την τάιζαν συνέχεια. Και ήξεραν κι οι δυο τους να «μαγειρεύουν» όμορφα.

Από αδύνατη και «μη μου άπτου» στην αρχή, έγινε στρουμπουλή αλλά γλυκιά. Συνέχιζε λοιπόν το ζεύγος να την ταΐζει. Δώσε της αυτό δώσε της και το άλλο. Μέχρι που έγινε χοντρή, άσχημη, υπέρβαρη, και δυσκίνητη. Τόσο δυσκίνητη που δε μπορούσε να κάνει ένα βήμα χωρίς να την σπρώξουν.

Στο τέλος αφού έφαγε τα πάντα βαρυστομάχιασε και άρχισε να ξερνάει. Και αφού «έβγαλε» ότι «καλό» είχε φάει και είχε αλέσει σε όλη της την ζωή την παράτησαν γιατί τους βρώμαγε.

…για τον θάνατο του «επιβήτορα»

epivitoras1.jpgΤην αλήθεια την είπε στον δεσμοφύλακά του την τελευταία ημέρα. Δεν έκανε παιδιά. Έτσι τον άφησε η πρώτη του γυναίκα. Μετά ερωτεύτηκε την Ιουλία και παντρεύτηκαν. Δεν άντεχε να την χάσει και αυτή. Τότε οι γιατροί δεν έκαναν θαύματα όπως τώρα.

Τον πλήρωσε καλά. Πέντε χρυσές λίρες. Έδινε υπνωτικό στην Ιουλία έκλεινε το φως και την πόρτα και έφευγε από το δωμάτιο. Όταν ο άλλος τελείωνε, γύριζε στο κρεβάτι, την έγδυνε, γδυνόταν κι αυτός και έπαιρνε από το ίδιο χάπι να καταφέρει να κοιμηθεί. Αυτό έγινε πολλές φορές.

Την «τελευταία» φορά η Ιουλία έπιασε παιδί αλλά το υπνωτικό δεν έπιασε αυτόν. Ούτε το δεύτερο, ούτε το τρίτο…. Δεν είπε τίποτα.Το παιδί γεννήθηκε, ζαβό. Την ίδια μέρα, τον βρήκε τον σκότωσε και παραδόθηκε.

…για την ακακία

Όταν η μάγισσα Ακακία βαρέθηκε τις κακίες και την μοναξιά αποφάσισε να πάει στο ινστιτούτο καλοσύνης.

Οι καλοί θεραπευτές μέτρησαν την κακία της και την βρήκαν υπερβολική. Έτσι την έβαλαν σε αυστηρό πρόγραμμα. Προσπάθησε σκληρά και γρήγορα έλαμπε από καλοσύνη. Κάποιες ανεπαίσθητες ρυτίδες κακίας που απέμειναν, απλά της πρόσθεταν χάρη.

Το επόμενο καλοκαίρι, όταν έκανε τα μπάνια της στα Καλά Νερά γνώρισε τον άντρα της. Τον παντρεύτηκε αμέσως και έκαναν δύο καλά παιδιά.

Ένα πρωί τρύπωσε στο σπίτι ένας βάτραχος.

«Σε παρακαλώ κάνε με πάλι άνθρωπο» την παρακάλεσε.

Τότε θυμήθηκε. Ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Την είχε αρνηθεί και τον είχε μεταμορφώσει σε βάτραχο.

Ταράχτηκε και τον έδιωξε.

Ύστερα, σκούπισε τα δάκρυα, μεταμορφώθηκε σε βατραχίνα και έτρεξε στο ποτάμι να τον παρηγορήσει.

…για μια ρομαντική ντομάτα

domata.jpgΜια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πολύ όμορφη γλυκιά ντομάτα. Όλοι την παίνευαν και την μακάριζαν. Η κυρα Ντόρα η μάνα της, είχε βρει από νωρίς τον γαμπρό.

«Αχ τι όμορφη χωριάτικη σαλάτα θα φτιάξουν τα δυο τους! Ε συμπεθέρα μου;» Έλεγε στην γειτόνισσα την αγγουριά.

«Δεν το θέλω αυτό το ξυλάγγουρο» έλεγε με πείσμα η ντοματούλα. «Εγώ δεν θα γίνω χωριάτικη σαλάτα».

«Και τι θέλεις να γίνεις καλέ; Που θα πας;» την ειρωνεύονταν οι άλλες ντομάτες.

«Εγώ θέλω να γίνω χριστουγεννιάτικο στολίδι» έλεγε δειλά αυτή. «Αχάριστη. Όπως πας θα καταλήξεις να γίνεις κέτσαπ ή κονσέρβα». Και με τον καιρό σταμάτησαν να της μιλάνε. Η ντομάτα κλείστηκε στον εαυτό της κι άρχισε να σκληραίνει και να αλλάζει, μέχρι που τελικά έγινε ρόδι.

…για τα «κύματα»

karnagio.jpgΜε απόλυτη τάξη, μια συστοιχία κυμάτων διέσχισε σιωπηλή τον μικρό κόλπο, πενήντα απλωτές μήκος εβδομήντα πλάτος, κανάκεψε τις λιγοστές βάρκες  και ξεγελώντας δύο μικρούς βράχους, απλώθηκε ψιθυριστά στην αμμουδιά μέχρι τα κουρασμένα πόδια της Ζαμπέτας.

Αφού τάισε άντρα παιδιά κι εγγόνια, άφησε στις νύφες την φροντίδα της κουζίνας και κατέβηκε πάλι στο μικρό καρνάγιο κάτω από το καραγάτσι,  να ησυχάσει λίγο το κεφάλι της, έτσι νόμιζαν όλοι. Όμως η έγνοια  της Ζαμπέτας ήταν άλλη, ήταν ο καημός, για την κόκκινη βάρκα του Γιάννη, για την βαρκάδα που ποτέ δεν έκανε μαζί του,  για το χέρι που δεν απλώθηκε να αρπάξει το δικό του. Nα φύγουν…

Χάιδεψε όπως έκανε εκείνος, με το βλέμμα, τις φλέβες των χεριών της και γύρισε στο σπιτικό της.

…για μια «γνώμη»

stefna.jpgΌταν ο εξάδελφος, ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει, έζησε σπίτι μας. Ήταν της μάνας του επιθυμία και εντολή να ζήσει στο σπίτι του αδελφού του άντρα της και όχι στου αδελφού της. Η σχέση μας στα χρόνια αυτά έγινε σχεδόν αδελφική.

Ο ξάδελφος εξελίχθηκε σε στέλεχος του σοσιαλιστικού κόμματος και σε επιτυχημένο επιχειρηματία. Στο νοσοκομείο, λίγες μέρες πριν «φύγει», η μάνα του μου είπε. «Αν η γυναίκα που αποφασίσει να πάρει νομίζεις πως δεν είναι καλός άνθρωπος να του το πεις».

Όταν ένα βράδυ μετά από χρόνια μου συζήτησε ότι είχε αποφασίσει να παντρευτεί αλλά όχι αυτή που αγαπούσε πραγματικά -για επαγγελματικούς λόγους- αλλά μια «άλλη» , είπα την γνώμη μου. «Δεν είναι καλός άνθρωπος αυτή». Ήταν οι τελευταίες μας κουβέντες. Παντρεύτηκε.