Κατηγορία: ιστορίες μικρού μήκους

… για την ακτή των θαυμάτων

Έτσι όπως έτρεχαν ανάλαφρα στην ακροθαλασσιά λες και ισορροπούσαν πάνω στον αφρό. Θαύμα της νεότητας; Μερικά μέτρα πιο πέρα, κοντά στη λικνιζόμενη βάρκα του εκατονταετή παρά κάτι Καπετάνιου που τακτοποιούσε τα δίκτυα του ισορροπώντας με θαυμαστή επιδεξιότητα στα γερασμένα του πόδια -θαύμα του γήρατος;- και ίσως στο ενδεχόμενο μίας θαυμάσιας  ψαριάς, τα δύο κορίτσια στάθηκαν : «μια στιγμή», «τι έγινε;» ,«ένα πετραδάκι μπήκε στο πόδι μου».

Νομίζω πως διέκρινα ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό του Καπετάνιου χωρίς να είμαι βέβαιος αν για αυτό έφταιγε κάποια μνήμη της νεότητας που ανέσυρε η ηλιόλουστη εικόνα των κοριτσιών ή οι φωνές της κόρης του Μαρίκας, ιδιοκτήτριας της παρακείμενης ψαροταβέρνας: «Καίει πια ο ήλιος πατέρα, παράτα τα, έλα στη σκιά, ακούς; η κρέμα είναι έτοιμη και είναι θαύμα».

…για τον κυρ Μήτσο

Όταν έκλειναν τα σχολεία βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί.  Ήταν γυψαδόρος.  Έφτιαχνε τα γύψινα  πάνω σε έναν τεράστιο μαρμάρινο πάγκο. Την άλλη μέρα  φορτώναμε το  τρίκυκλο  και  πηγαίναμε στην οικοδομή.  Στήναμε τις σκαλωσιές, εκείνος ανέβαινε και δούλευε, εγώ καθόμουνα και κοίταζα. Που και που μου έλεγε «πιάσε αυτό», «πιάσε το άλλο». Εγώ βαριόμουν.

Μια μέρα γυρνάω και του λέω  «Φεύγω, βρήκα δουλειά σε ένα μηχανουργείο κάτι συντρόφων». «Να πας» μου κάνει. Στο μηχανουργείο δούλεψα δύο μέρες. Τη δεύτερη με έβαλαν να καθαρίσω κάτι τζάμια θεοβρώμικα.  Αντί για διαλυτικό χρησιμοποίησα βερνίκι. Χάλια μαύρα. Φεύγω  και γύριζω στο μαγαζί μας.

«Δεν μου είπες» με ρωτάει ο πατέρας μου  μετά από λίγο, «μπορεί ένας σύντροφος να βγει στην κόκκινη πλατεία και να βρίσει τον Μπρέζνιεφ;».

…με χαλάζια και χαλάσματα

Εννιά το πρωί η δροσιά κρατάει. Η καλύτερη ώρα να μαζέψεις το τρυφύλλι. «Μη το μαζεύεις αξημέρωτα, σαπίζει» ορμήνευε ο πατέρας του. Θεός σχωρέστον.

Δεν είχε σώσει να μαζέψει το μισό κι ανοίξαν οι ουρανοί. Αέρας, χαλάζι, πλημμύρα. Άρχισε να τρέχει στις λάσπες, πέρα δώθε, σαν τρελός.

Όταν απόκαμε ξάπλωσε τανάσκελα, χάμου στα νερά. «Μην ήθελες νάσουν εσύ εδώ χάμου κι εγώ εκειδά ψηλά και να σου κάνω τα ίδια; Σιγά μην ήθελες». Έκλαιγε, έκραζε και μούτζωνε.

Έτσι λασπωμένος έτρεξε στο σπίτι της χήρας να κρυφτεί στην αγκαλιά της.

Το σούρουπο η γυναίκα του περίμενε στην πεζούλα. «Μην ήθελες νάσουν από πάνου κι εγώ εκειδά χαμηλά να σου κάνω τα ίδια με την χήρα; Σιγά μη δεν ήθελες!» κι έκλαιγε, έκραζε και μούτζωνε.

—————————

Το πραγματικό  μέρος της μιγαδικής ιστορίας μου αφηγήθηκε ο Χρήστος Μακρής.

…για την «συμπάθεια»

Όταν έκλειναν τα μηχανουργεία έβγαιναν πιάτσα οι πουτάνες και ο Γεράσιμος  με το καρότσι φορτωμένο  ταψιά μπουγάτσα και τα σχετικά: ζάχαρη, κανέλα, λαδόκολλες.

Από όλες τις γυναίκες της πιάτσας ο Γεράσιμος έδειχνε συμπάθεια στην Αθανασία στην πέρα άκρη του δρόμου.  Το είχαν προσέξει οι άλλες γυναίκες και τον πείραζαν.

«Την καλύτερη μερίδα για την Αθανασία την φυλάς. Γιατί Γεράσιμε;;

«Γιατί μου θυμίζει την γυναίκα μου» απαντούσε αυτός  και όλες συμπονούσαν τον Γεράσιμο και τη συχωρεμένη.

Ένα βράδυ ο Γεράσιμος έστειλε με την Μπέμπα από το απέναντι πεζοδρόμιο το πακέτο με την μερίδα στην «συμπάθειά» του. Ύστερα τα μάζεψε κι έφυγε.

Η Μπέμπα ξελιγωμένη ξετύλιξε την λαδόκολλα να γλυκαθεί. Βρήκε μέσα κι ένα χαρτάκι: «Να μη ξεχάσεις το πρωί να φέρεις γάλα στα παιδιά».

…με βορειοδυτικό βλέμμα

Μέσα, διάβαζαν ποιήματα. Έξω, ήχοι της πόλης πλάγιοι. Μέσα μου, έλιωνε ένα παγωτό χωνάκι από το ποιήμα της Ασημίνας.

«Θα ήταν ωραία να χιόνιζε έξω κι ένας πλανόδιος μουσικός να παίζει βιολί» είπα.

«Αλλά να φοράει μαύρο παλτό» συμπλήρωσε ο φοιτητής θεολογίας δεξιά μου.

«Και να κουτσαίνει» συμπλήρωσε ο  Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ αριστερά μου, χωρίς να πάρει τα μάτια του από την γυναίκα με τα σγουρά μαλλιά και το νοτιοανατολικό βλέμμα.

«Σας άκουσα να αναφέρεστε, στους ήχους της πόλεως. Οι πλάγιοι ήχοι δημιουργούνται με πορεία προς τα κάτω» είπε ο θεολόγος.

«Όσο οι άνθρωποι απαγγέλουν ποιήματα στα μπαρ της Αθήνας και της Ταπατσούλα στρέφουν την πυξίδα της ανθρωπότητας προς τα πάνω» φώναξε ο ντετέκτιβ Έκτορ Μπελασκοαράν που εκείνη τη στιγμή έμπαινε κουτσαίνοντας στο μπαρ της οδού Στουρνάρη τινάζοντας το χιόνι από το μαύρο του παλτό.

Έλαβαν μέρος:
Ασημίνα: Φυσικός , ποιήτρια
Φοιτητής θεολογίας: θαμώνας του μπαρ.
Ο γράφων: Φυσικός. Θαμώνας της φαντασίας του.
Πλανόδιος βιολιστής με μαύρο παλτό: Θαμώνας τη φαντασίας του αείμνηστου Θόδωρου Α,
Πάκο Ιγκάσιο Τάιμπο ΙΙ (ΠΙΤ ΙΙ) : μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος, ιστορικός.
Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν: Μεξικανός ντετέκτιβ, θαμώνας της φαντασίας του ΠΙΤ ΙΙ.
Γυναίκα με σγουρά μαλλιά: Άγνωστη. Την εξακρίβωση των στοιχείων της ανεθεσε ο ΠΙΤ ΙΙ στον ντετέκτιβ Έκτορ Μπαλσκοαράν Σάυν χωρίς αποτέλεσμα μέχρι στιγμής.

…για το φλιτζάνι της Άννας Καρένινα

Μου σώθηκαν τα τσιγάρα. Θα έχει η Ματούλα.

Πέντε όροφοι χωρίς ασανσέρ.

Ένα λυόμενο στην ταράτσα, είκοσι πέντε τετραγωνικά. Η Ματούλα το λέει ρετιρέ. «Έτσι το έλεγε ο συγχωρεμένος ο άντρας μου. Και τα ψίχουλα του ΟΓΑ σύνταξη τα έλεγε».

Ευτυχώς που ξέρει να διαβάζει το φλυτζάνι. Χρεώνει και τον καφέ και το λουκούμι. Το λουκουμάκι υποχρεωτικό. Αν δεν το φας στο τυλίγει στη χαρτοπετσέτα να το πάρεις μαζί σου.

– Ανοιχτά είναι.

Δεν πρόλαβα να χτυπήσω την πόρτα.

-Τσιγάρα έχει στο σερβάν. Να πάρεις και το βιβλίο σου.

Πάνω στο σερβάν, η «Αννα Καρένινα», και ένα πακέτο τσιγάρα.

-Το τελείωσες κιόλας;

-Το τελείωσα.

-Σου άρεσε;

-Καλό ήταν.

-Θλιβερό τέλος ε;

-Μια χαρά ήταν.

-Το διάβασες;

-Το τέλος το διαβάζω πάντα στο φλιτζάνι.

…για τον φόβο του γκρεμού

Πριν ξεκινήσουμε ο αγωγιάτης γύρισε στη φίλη μου και της ξεκαθάρισε.

-Το γαϊδούρι δεν κάνει στάσεις  για να ανέβεις ή  να κατέβεις. Άμα είναι καβαλίκεψε τώρα.

Το καβαλίκεψε, φορτώσαμε και τις βαλίτσες, βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, αστειάκια, χαμόγελα -τα τελευταία εκείνης της ημέρας.

-Είναι μακριά αφεντικό;

-Τρία τσιγάρα δρόμος.

Υπέθεσα ότι το τσιγάρο είναι μονάδα μέτρησης χρόνου και έκανα να ανάψω τσιγάρο.

-Κράτα τα τσιγάρα σου για μετά, είπε το «αφεντικό».

Μετά τη στροφή  το γαϊδουράκι έπιασε να βαδίζει στην άκρη του γκρεμού και ο αγωγιάτης στη μέσα μεριά του χωματόδρομου σιγοτραγουδώντας  νησιώτικα.

-Γιατί δε φέρνεις το γαϊδούρι πιο μέσα, πιο κοντά σου;  ρώτησα εκνευρισμένος.

-Άμα θέλεις φίλε να ανέβει το φορτωμένο γαϊδούρι την ανηφόρα βάλε το να αγκομαχά στην άκρη του γκρεμού.