Κατηγορία: από την Οδό Κρήνης

…φαντασμααγορικες

Ένα πρωί ήρθε το φορτηγό πήρε το Μαράκι κι έφυγαν. Μετά ήρθαν μπουλντόζες μαστόροι μπετονιέρες κι έφτιαξαν μια οικοδομή.

Η γιαγιά μου ζήλεψε, ζήταγε από τον παππού μια δικιά της οικοδομή, εκείνος έλεγε «Καλά» έσβηνε το τσιγάρο κι έφευγε στο καφενείο, η μάνα μου φώναζε «η οικοδομή είναι επικίνδυνη – να πάτε αλλού να παίξετε κρυφτό», κι ένα βράδυ, τα φύλαγε η Χαρούλα θυμάμαι, εμείς κρυμμένοι πίσω από κάτι μαδέρια, ακούμε ένα μουγκρητό από τον πάνω όροφο. Ο Γιώργος κατουρήθηκε, η Ελευθερία έβαλε τα κλάματα, «Φάντασμαα» τσιρίξαμε και δεν ξαναπατήσαμε.

Όταν τέλειωσε  η οικοδομή, γύρισε στη γειτονιά  και το Μαράκι. «Έλα σπίτι μου να παίξουμε» είπε μια μέρα και μου έπιασε το χέρι. Ένιωσα τότε ένα ρίγος, σα να τρύπωσε μέσα μου ένα φαντασματάκι.

…για το πασουμάκι της Πορτοκαλιάς του

11Στις αρχές του φθινοπώρου τα βαρέλια έβγαιναν στους δρόμους να πλυθούν για να δεχθούν τον καινούργιο μούστο.

Η Ζηνοβία, σαραντεπεντάρα καλοστεκούμενη μα ανύπαντρη, σουλάτσερνε πάνω κάτω  γυροφέρνοντας τους μαστόρους.

Η μυρωδιά του αντρικού ιδρώτα πνιγόταν στην μυρωδιά του κρασιού και κάθε φορά πλησίαζε όλο και πιο κοντά, μέχρι που το πασουμάκι της μπλέχτηκε στο λάστιχο του νερού. Διπλώθηκε, έπεσε στα κρασόνερα.

Ο Ιορδάνης ο μαραγκός παράτησε το πλάνισμα του βαρελιού και έτρεξε κοντά. Βοήθησε να πλυθούν οι λάσπες και οι πληγές. Μαζί έφυγαν και τα φκιασίδια.

«Τι τα θες τόσα χημικά; Όσο τα χρειάζεται το κρασί τόσο τα χρειάζεσαι και συ»

Κοκκίνισε και έλαμψε η Ζηνοβία.

Απόμεινε ένα πορτοκαλί φώς στο πρόσωπό της. Από τότε, τις νύχτες,  ο Ιορδάνης την έλεγε «Πορτοκαλιά μου».

………………………………………………………………………………………………..

εικόνα : Laura Wilson «Orange Head»


…για έναν έρωτα

1Εικοστή πέμπτη Μαρτίου μεσημέρι. Νέκρα στο καφενείο. Απέναντι η Μάγδα μαγειρεύει μπακαλιάρο σκορδαλιά. Ο Στέλιος ο καφετζής την χαζεύει πίνοντας μια μπύρα ξεροσφύρι.

Η Μάγδα γυρνάει και τον κοιτάζει στα μάτια. Όχι όπως τις άλλες φορές. Ο Στέλιος πάει να πέσει από την καρέκλα. Αυτή του χαμογελάει. Αυτός σηκώνεται και στρώνει ένα τραπέζι στην αυλή της κάτω από την μουριά.

Η Μάγδα  φέρνει το φαγητό και κρασί. Σαν να γίνεται αυτό από χρόνια.

Έφαγαν, ήπιαν, γέλασαν…

Η Μάγδα μαζεύει το τραπέζι και λέει. «Θα ρίξω λίγο νερό πάνω μου Στέλιο. Ρίξε και συ. Όταν κλείσω τα παραθυρόφυλλα, έλα.»

Όταν το λευκό της χέρι πρόβαλε και τράβηξε απαλά τα παντζούρια, αυτός σηκώθηκε  και διέσχισε αργά τον δρόμο .

Μπήκε στο σπίτι της. Μπήκε μέσα της.

……………………………  καλό μήνα


…για αόρατες πόρτες και ορατές τιμωρίες

110Ένα Σάββατο, ερωτεύτηκα την φίλη μου την Χαρούλα. Για μισή ώρα. Παίξαμε  τους γιατρούς και με άφησε να πιάσω την κοιλιά της.

Μετά παίξαμε το αντρόγυνο. Εκείνο το παιχνίδι που τα αγόρια κοιτάνε σαν χάνοι τα κορίτσια να παίζουν τις νοικοκυρές ανάμεσα στα αόρατα ντουβάρια του σπιτικού μπαινοβγαίνοντας φουριόζικα σε φανταστικά δωμάτια.

Ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει. Βρόντηξα, λέει, μια –φανταστική- πόρτα και ξύπνησα το παιδί. Μαλώσαμε.  Ξύπνησε το πραγματικό μωρό, η αδελφή μου. Η μάνα μου νευρίασε. Έβγαλε την σκάφη στην αυλή : «Θα πλυθείς μόνος σου».

Σαν τιμωρία ακούστηκε. Αλλιώς φανταζόμουν τον πρόλογο για την «πρώτη φορά». Περίμενα κάτι σαν: «Μεγάλωσες πια, θα κάνεις μπάνιο μόνος σου» ας πούμε. Αλλά, έτσι είναι. Αν περιμένεις αντί να διεκδικείς, σε περιμένει κάτι σαν τιμωρία.

…για ένα άλογο που έτρωγε κεφτεδάκια

«Βασιλάκη μου , τι παίζεις ;»

Γύρισα νευριασμένος και είδα το κορίτσι της διπλανής αυλής να μου χαμογελάει. Καλά χαζή είναι; Δεν βλέπει ότι πολεμάω;

Κατέβηκα από το άλογο-καρέκλα και ξαρματώθηκα.

«Που πας;»

«Να φάω ένα κεφτεδάκι»

«Πεινάς ε Βασιλάκη ;»

«Και εγώ και το άλογό μου»

«Αχού! Πού ‘ντο ;»

Ντράπηκα να δείξω την αλογοκαρέκλα

«Είναι στον στάβλο»

«Θα με πάς μια βόλτα;»

«Είναι πολεμικό άλογο. Δεν το καβαλάνε κορίτσια»

«Να φέρω το δικό μου;»

«Φέρτο»

Ήρθε κι έφερε μια καρέκλα. Η μάνα μου της είπε «Κάτσε να φάμε». Έκατσε. Έφαγε μισή τηγανιά από τα κεφτεδάκια μου.

Ήταν όμορφη όμως και μύριζε ωραία. Όταν χόρτασε είπε «Θέλεις να κάνω εγώ το άλογο;» Έτσι την ερωτεύτηκα και κάθε Κυριακή τάιζα το άλογό μου κεφτεδάκια.