Κατηγορία: από την Οδό Κρήνης

…για ένα μπισκότο

imagesΟ φίλος μου ο Στράτος ήταν πολύ τυχερός. Ο πατέρας του είχε μπακάλικο με μπισκότα.  Όλη η οδός Κρήνης είχε τότε ένα μπακάλικο τρία ψιλικατζίδικα, δύο καφενεία και δύο γιωταχί.

Όποτε πήγαινα με την μάνα μου για τα ψώνια της βδομάδας  η μάνα του Στράτου με κερνούσε ένα μπισκότο  από κάτι μεγάλα τσίγκινα κουτιά δίπλα στην πόρτα και τα σακιά με τα φασόλια.

Μια μέρα η γιαγιά  μου με έστειλε να πάρω ρύζι. Όμως η μάνα του Στράτου ούτε με ξεπροβόδισε ούτε με κέρασε. Καθώς έβγαινα, άνοιξα κι εγώ  μόνος μου το κουτί και πήρα ένα μπισκότο. Στα κρυφά.

Όταν ξαναπήγα με την μάνα μου να ψωνίσουμε,  η μπακάλισσα μου έδωσε δύο μπισκότα. «Το δεύτερο είναι για που θα έρθεις μόνος σου»  είπε.

Advertisements

…για μια μπουκίτσα κι ένα συχώριο

Το βράδυ έτρωγε πάντα μερικές φρυγανίτσες με λίγο τυρί. Αρκετές φορές είχα μοιραστεί μαζί της το λιτό νυχτερινό της δείπνο, που για εμένα τελείωνε με ρυζόγαλο παγωμένο με μπόλικη κανέλλα – φρόντιζε πάντα να υπάρχει φυλαγμένο στο ψυγείο. Για εκείνη τελείωνε με το νυχτερινό ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων. Τότε έπρεπε να την καληνυχτίσω και να την αφήσω να κοιμηθεί.

Ένα βράδυ, πριν την τελευταία μπουκίτσα της, ρώτησα: «Γιαγιά, πως γίνεται και σου περισσεύει πάντα ένα κομματάκι τυρί για το τελευταίο κομματάκι φρυγανιάς; Πως τα καταφέρνεις και δεν μένει αδικημένη η τελευταία μπουκίτσα;».

Τότε εκείνη, αφού άδειασε αργά το πιατάκι της μου απάντησε: «Άλλες φορές είναι αδικημένη γιατί της περισσεύει λιγότερο τυράκι, άλλες όχι. Παραπονεμένη πάντως δε μένει. Το παράπονο, βλέπεις, καταπίνεται εύκολα μα χωνεύεται δύσκολα.»

…χωρίς καϊμάκι

Όταν η κουβέντα τον ζόριζε, σα να βράχνιαζε το μυαλό μαζί με την φωνή και αποσυρόταν.

Το ίδιο «πάθαινε» και στο καφενείο του.
-Που πας ρε Στέλιο; Η αμυγδαλή σου πάλι;
-Πα να φέρω κάνα μεζέ!

Οι άλλοι κοιτιόνταν, σκουντούσαν πόδια, χέρια, χαμογελούσαν με νόημα.
-Ζορίστηκε  ο Στελάκης.

Σαββάτο, περασμένα μεσάνυχτα, δίκαζαν την γυναίκα του που έφυγε και τον παράτησε σύξυλο.
-Ένοχη!
-Ένσταση!
-Τι ένσταση ρε Στέλιο! Ξημερώσαμε! Που πας πάλι;
-Να φέρω καφέδες.

Φούσκωσε ο καφές, δεν το πήρε χαμπάρι ο Στέλιος. «Πάει το καϊμάκι. Μαντάρα τα έκανα». Έψησε άλλους, σκούπισε τα μάτια και ξαναμπήκε στην «αίθουσα». Είχαν φύγει όλοι. Άδειο, έρημο το καφενείο.

«Αθώα ρε» φώναξε και του φάνηκε πως άκουσε μια βραχνή γυναικεία φωνή από μακριά : «Ένοχοι.  Λύεται η συνεστίαση»

…και δύο χαρταετοί

Ακόμα κι η Ασπασία ξεχνούσε τον Θεόφιλο και καμάρωνε τον άντρα της κάθε Καθαρή Δευτέρα. Όλη η γειτονιά μαζευόταν στην αλάνα για να θαυμάσει τον μεγαλύτερο χαρταετό του Πειραιά. Τον αετό του Μήτσου.

«Μα τι κάνει;» ψιθύρισαν όλοι όταν ο Θεόφιλος ξεφόρτωσε από το τρίκυκλο έναν τεράστιο χαρταετό. «Πάει γυρεύοντας;»

Σε λίγο, μόνο δύο αετοί υψώνονται στον ουρανό. Δίπλα- δίπλα.

Ο Μήτσος με μάτι θολό και μανούβρες επιδέξιες, διασταυρώνει τα νήματα. Αφήνει καλούμπα – μαζεύει καλούμπα. Με μανία.

-Τι γυαλίζει στην ουρά;
-Ξυράφια!

Ο Θεόφιλος καταλαβαίνει το θέλημα του αντίπαλου. Ανάβει τσιγάρο, τραβάει δυο τζούρες και με την καύτρα κόβει το δικό του νήμα. Ο χαρταετός λικνίζεται, πέφτει.

Έψαχνε  τα μάτια της Ασπασίας την στιγμή που το μαχαίρι του Μήτσου του έκοβε τον λαιμό.

…για την όμορφη Ελενίτσα

Γυρίσαμε σπίτι  κλαμένοι και κλεμμένοι.

Μαζί με τον Λεωνίδα είχαμε ένα φορτηγό, σκουριασμένο, ξεχαρβαλωμένο, παρατημένο σε ένα οικόπεδο κοντά στο σχολείο. Ο ένας ήταν οδηγός, ο άλλος μηχανικός. Ο μηχανικός έκανε την μηχανή, δηλαδή μούγκριζε.

Ένα μεσημέρι -είχαμε σταματήσει για βενζίνα- εμφανίζεται η όμορφη Ελενίτσα που έκλεβε καρδιές.

-Ποιανού είναι το φορτηγό;
-Και των δύο.

-Ναι, αλλά ποιος κάνει ο κουμάντο;
-Μια μέρα ο ένας μια ο άλλος.

-Σήμερα;
-Σήμερα εγώ! πετάγομαι.

-Θα με πας μια βόλτα;
-Αμέ. Ανέβα.

Η ωραία Ελένη σκαρφαλώνει στη θέση του συνοδηγού, εγώ ψάχνω τα κλειδιά της μηχανής που τα κρατάει ο Λεωνίδας.

-Δώσ’ τα ! φωνάζω.
-Μολών λαβέ ! απαντάει.

-Ο τολμών νικά, μουρμουράω και ορμάω.

Παλέψαμε στις λάσπες μέχρι που  ακούσαμε την ωραία Ελένη να μουγκρίζει. Ήταν αργά.

…για μια πλεξούδα

…Δεν την προλάβαινα, ήταν πιο γρήγορη, κανείς δεν την έπιανε στο κυνηγητό. Ευτυχώς που ανέμιζε η μακριά πλεξούδα της, αλλά κι αυτή μόλις που προλάβαινα να την αγγίξω. Τίναζε τότε το κεφάλι της και μου ξέφευγε. Εγώ απογοητευμένος έκοβα φόρα, εκείνη σταματούσε μερικά βήματα πιο πέρα και  τα πράσινα μάτια της αιχμαλώτιζαν τα δικά μου.  «Κυνήγα με. Πιάσε με!»  μου φώναζαν προκλητικά.

Μια φορά  κατάφερνα να αρπάξω την πλεξούδα της πριν γίνει αέρας. Την τράβηξα τόσο δυνατά που πόνεσε. Έβαλε τα κλάματα. Το βράδυ τα έβαλα κι εγώ. Δεν την ξανακυνήγησα.

Πέρασε ο καιρός, τέλειωνε η σχολική χρονιά. Στα διαλείμματα κοιταζόμαστε από μακριά, με λαχτάρα. Την τελευταία μέρα ήρθε κοντά και μου είπε.

«Έλα. Κυνήγα με. Μα όταν με νικήσεις μη με πονέσεις.»


…και ένα μαντολίνο για ένα μαντολάτο

H Διαμάντω είχε ένα μαντολίνο. Κρεμόταν στο πορτ-μαντώ δίπλα στην εξώπορτα.

«Κάποτε έπαιζε πολύ όμορφα το μαντολίνο η Διαμάντω» είπε ένα μεσημέρι η μάνα μου. «Χρόνια έχει να παίξει. Από τότε που…»

Από τότε, μετά το σχολείο περνούσα μπροστά από το σπίτι της και κοντοστεκόμουν δήθεν για να ξετυλίξω το μαντολάτο μου.

Ένα μεσημέρι περίμενε στο παράθυρο. Έκανα να φύγω αλλά με σταμάτησε.

«Θα μου φέρεις αύριο ένα μαντολάτο;»

Της έφερα. Με περίμενε στην εξώπορτα κρατώντας το μαντολίνο.

«Ανταλλαγή» μου είπε χαμογελώντας «Ένα μαντολάτο για ένα μαντολίνο»

«Δεν είναι σωστό» ψέλλισα μα εκείνη επέμενε.

Το πήρα κι έτρεξα χαρούμενος σπίτι.

Χρόνια μετά θυμόμουν τις τελευταίες κουβέντες της.

«Κι αν κάποτε νιώσεις τύψεις για το λάθος, να θυμάσαι πως το έκανες από τη χαρά σου»