Κατηγορία: αναμνήσεις

…χωρίς απορίες

Μου έλεγες, να σπουδάσεις, να μορφωθείς, ποτέ δεν μου είπες να σπουδάσεις για να βγάλεις λεφτά και παρόλο που πέρασες μισή ζωή στην οικοδομή, δεν μου είπες ποτέ, να γίνεις πολιτικός μηχανικός, όπως έκανε η γιαγιά Κυριακούλα. «Και τι δουλειά κάνουν οι φυσικοί;», «Πολλές γιαγιά. γίνονται και καθηγητές», «Ε, καλά τότε, τι πολιτικός μηχανικός τι δάσκαλος και οι δύο με τούβλα χτίζουν».

«Σταμάτα πια τα χαρτιά στο καφενείο πατέρα γιατί ντρέπομαι» σου είπα ένα βράδυ και το επόμενο έκατσες αναπαυτικά στον μικρό καναπέ της κουζίνας –πρώην παιδική κούνια της αδελφής μου- πήρες τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη άναψες ένα Σέρτικο Λαμίας και άρχισες να διαβάζεις φωναχτά να ακούω κι εγώ, και η μάνα τη δεύτερη φορά που τα ξαναδιαβάζαμε είπε «πιο σιγά χριστιανέ μου τα μάθαμε απ’ έξω πια».

Μετά τον Μακρυγιάννη πιάσαμε την εγκυκλοπαίδεια. Κάθε βράδυ. Ανοίγες στην τύχη και διάβαζες ένα λήμμα. Και κατά τύχη δήθεν έπεφτες πάντα σε λήμματα της Φυσικής, άτομο, πυρηνας, ηλεκτρόνιο, νετρόνιο γιατί σου άρεσε να με ρωτάς και να σου λύνω τις απορίες λες και ήξερες ότι αυτή τη δουλειά θα κάνω όταν μεγαλώσω, θα λύνω απορίες  στην τάξη όπως έκανα μαζί σου στην κουζίνα.

Τις ξεπέρασα τις 123 λέξεις αλλά χαλάλι σου πατέρα.
Advertisements

…για τον κυρ Μήτσο

Όταν έκλειναν τα σχολεία βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί.  Ήταν γυψαδόρος.  Έφτιαχνε τα γύψινα  πάνω σε έναν τεράστιο μαρμάρινο πάγκο. Την άλλη μέρα  φορτώναμε το  τρίκυκλο  και  πηγαίναμε στην οικοδομή.  Στήναμε τις σκαλωσιές, εκείνος ανέβαινε και δούλευε, εγώ καθόμουνα και κοίταζα. Που και που μου έλεγε «πιάσε αυτό», «πιάσε το άλλο». Εγώ βαριόμουν.

Μια μέρα γυρνάω και του λέω  «Φεύγω, βρήκα δουλειά σε ένα μηχανουργείο κάτι συντρόφων». «Να πας» μου κάνει. Στο μηχανουργείο δούλεψα δύο μέρες. Τη δεύτερη με έβαλαν να καθαρίσω κάτι τζάμια θεοβρώμικα.  Αντί για διαλυτικό χρησιμοποίησα βερνίκι. Χάλια μαύρα. Φεύγω  και γύριζω στο μαγαζί μας.

«Δεν μου είπες» με ρωτάει ο πατέρας μου  μετά από λίγο, «μπορεί ένας σύντροφος να βγει στην κόκκινη πλατεία και να βρίσει τον Μπρέζνιεφ;».

…για το άλλο

Τον κατάφερε η γυναίκα του να βάλουν εισιτήρια στο περίπτερο γιατί «ζητάει η γειτονιά Μήτσο».

-Θα έρχονται ρε γυναίκα πρωί-πρωί με πενηντάρικο και θα ζητάνε ένα εισιτήριο.

-Ναι, αλλά  θα παίρνουν και μια σοκολάτα και ένα πακέτο τσιγάρα…

Έφερε τελικά εισιτήρια ο Μήτσος. Πάει την άλλη μέρα το πρωί η Λίτσα η κομμώτρια με το πενηντάρικο.

-Δώσε ένα εισιτήριο κυρ Μήτσο

-Στον αγύριστο πας;

-Χτύπα ξύλο καλέ. Αθήνα πάω.

-Και του γυρισμού το εισιτήριο θα το πάρεις από άλλον;

Της δίνει δύο εισιτήρια και ένα πακέτο τσιγάρα.

-Δε θέλω τσιγάρα

-Από σήμερα το έκοψες;

-Όχι, άλλα έχω ένα πακέτο γεμάτο.

-Δύο πακέτα καπνίζεις. Το δεύτερο θα το πάρεις από άλλον;

-Καλέ έρχεται το λεωφορείο. Αν το χάσω…

-Αν το χάσεις θα πάρεις άλλο.

… για την Μπαλονίτσα

Τα φτιάξανε στα δεκαοκτώ τους  σε ένα παγκάκι στην πλατεία Μέμου . Απόγευμα ήταν και ο Θανάσης είχε φύγει πριν λίγες μέρες για την Πολωνία. Όταν επέστρεψε, γιατρός  πλέον, μετά από επτά χρόνια, τους  βρήκε παντρεμένους. «Σας είπα να τα φτιάξετε, όχι να πντρευτείτε» είπε στον φίλο του. Νομίζω «Μπαλονίτσα» την είχε πρωτοπεί ο Θανάσης ένα μεσημέρι μετά το σχολείο περιμένοντας στην στάση του λεωφορείου στον Πειραιά.

Με την Μπαλονίτσα σπούδασαν, ταξίδεψαν, έκαναν  δυο παιδιά, έζησαν  σε ένα σπίτι τριάντα τετραγωνικά -μαζί με τα παιδιά τους- όσο έχτιζαν ένα σπίτι κανονικό, που να τους  χωράει, τσακώθηκαν.  Δεν  έφταιξε  η αρρώστια ούτε  οι τρίτοι. Έφταιξε που μεγάλωσαν μαζί αλλά δεν ωρίμασαν μαζί. Που παραμέλησαν  το πιο αναγκαίο για να αντέξει η πρόσθεση  την επίθεση της αφαίρεσης.  

…από την οδό Νοταρά

Μια ξύλινη σκάλα που έτριζε επιδεικτικά -νομίζω πως μετά τον σεισμό του 81 το  τρίξιμο μειώθηκε λες και κάτι μπήκε στη θέση του- οδηγούσε στα πέντε δωμάτια του νεοκλασικού στα Εξάρχεια. Τα τέσσερα από  αυτά τα χρησιμοποιούσαν σαν ατελιέ φοιτητές της Καλών Τεχνών. Το πέμπτο το χρησιμοποιούσα εγώ άλλοτε σαν σκοτεινό θάλαμο και άλλοτε σαν χώρο μελέτης -το Φυσικείο της Σόλωνος ήταν κοντά και οι ελεύθερες ώρες μεταξύ μαθημάτων και εργαστηρίων πάμπολλες. Όταν βαριόμουνα μπαινόβγαινα στα ατελιέ των συγκατοίκων μου. Στην αρχή απλά τους χάζευα να ζωγραφίζουν, μετά άρχισα να ρωτάω και στο τέλος «αναγκάστηκαν» να μου αποκαλύψουν τους «κανόνες» της ζωγραφικής τέχνης με σπουδαιότερο από όλους αυτόν που έλεγε: «μάθε τους κανόνες αλλά μάθε και να τους παραβιάζεις αν θέλεις να δημιουργήσεις κάτι ξεχωριστό».

123 λέξεις … νυσταγμένες

Έχω μια συμπάθεια για τις μειοψηφίες. Όχι τόσο τις πολιτικές όσο τις συναισθηματικές. Μεγάλωσα με το σόι της μάνας μου. Μικρασιάτες, αριστεροί. Ο πατέρας μου μειοψηφία. Πελοποννήσιος και δεξιός.

Δε συμφωνούσα με τον πατέρα μου αλλά δε μου άρεσε καθόλου που σε κάθε επιδόρπια πολιτική κουβέντα  έκαναν κόμμα εναντίον του. Και τι να κάνει ο καψερός; Για να μην υποχωρήσει, με σύνθημα «Νύσταξα. Ώρα για ύπνο», προτιμούσε να αποχωρήσει. Σιγά μην αφήσει τους κομμουνιστές να  αρπάξουν τον μεσημεριανό του ύπνο. Ένιωθα ιδεολογικά προσκείμενος στην οικογενειακή πλειοψηφία και συναισθηματικά στην μειοψηφία.

Από τότε έχω μια συμπάθεια για τις μειοψηφίες και τον μεσημεριανό υπνάκο. Η διαφορά με το πατέρα μου είναι ότι ενώ εκείνος τα μεσημέρια έκανε την οικογενειακή του επανάσταση,  εγώ ονειρευόμουν την κοινωνική. 

…για τις χαμένες ευκαιρίες

Ένιωσα κάτι να ψάχνει – «Η γλώσσα της είναι αυτή;» – μέσα στο στόμα μου –  «Ώστε φιλάνε κι έτσι;» – Πέμπτη Γυμνασίου εγώ –  «Που το πάει το χέρι μου καλέ;» – έκτη αυτή – «Στο στήθος της!»

-Θα έρθεις αύριο και στο δικό μου πάρτι;
-Τι ώρα.
-Εννιά. Αλλά εσύ έλα εφτά. Ανέβα κατ’ ευθείαν στην ταράτσα. Στο δώμα. Εντάξει;

Την άλλη μέρα η φωνή του κυρ Μήτσου με σταμάτησε στην εξώπορτα.
-Πάλι πάρτι;
-Πατέρα υπάρχει λόγος. Άσε με!
-Τι λόγος;
-Δε μπορώ να σου πω.
Δεν μπόρεσα να τον πείσω.

Μια βδομάδα μετά, βγάζει και μου δίνει λεφτά.
-Πολλά δεν είναι; Τι να τα κάνω;
-Για… γυναίκα.
-Πριν μια βδομάδα που έπρεπε να κάνεις το καλό δεν το έκανες.
-Δεν είχα λεφτά.
-Ναι αλλά εγώ είχα γυναίκα!