Συντάκτης: Βασίλης Ζαρείφης

…του κλέφτη

Αυτό είναι το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου. Μετά θα  κοιμηθώ. Μέχρι να σβήσει η καύτρα πρέπει να έχω γράψει εκατόν είκοσι τρεις λέξεις. Δεν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, ένα παιχνίδι είναι. Άλλωστε αυτό σημαίνει παιχνίδι. Να «πρέπει» χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος.

Υπάρχουν και τα παιχνίδια προθέσεων. Επικίνδυνα. Σε αυτά υπάρχει πάντα ένας σοβαρός λόγος για να κλέψεις -ένα βλέμμα, μία λέξη, κάτι τέλος πάντων που ο άλλος δεν θέλει να φανερώσει αλλά επειδή πρέπει να παίξει σοβαρά δεν καταφέρνει να το κρύψει.

Η κάυτρα πλησιάζει επικίνδυνα τα δάχτυλά μου. Δεν φτάνουν οι λέξεις. Μάλλον θα χάσω. Δεν με πειράζει να χάνω όταν έχω κλέψει στο παιχνίδι. Για αυτό θα κλέψω άλλη μια φορά -μόλις θυμήθηκα που έχω κρύψει ένα τελευταίο τσιγάρο, κλεμένο.

Advertisements

…επί χάρτου

Υπάρχει ένας λεκές καταμεσής του Αιγαίου. Δε θυμάμαι πως έγινε. Κάποιες φορές φαίνεται πως είναι από στάχτη τσιγάρου που έπεσε δυτικά της Ανάφης και άλλες, πως κάτι έσταξε, καφές  μάλλον, ανατολικά της Σαντορίνης. Κι όλο ζητάω μια γνώμη.

«Εσύ τι νομίζεις; Που είναι ο λεκές; Δυτικά της Ανάφης ή ανατολικά της Σαντορίνης; Και είναι στάχτη ή καφές;»

Μια φορά ρώτησα ένα μικρό κορίτσι. Αυτό το σημάδι που μου δείχνεις, μου απάντησε,δεν είναι λεκές αλλά είναι ένα νησάκι καινούργιο που γεννιέται. Ακόμα είναι κάτω από το νερό και δε φαίνεται καθαρά, μόλις όμως γεννηθεί τελείως δεν θα ρωτάς πια αν είναι δυτικά του ενός ή ανατολικά του άλλου. Θα λες πως το νεογέννητο έχει στα ανατολικά του την Ανάφη και στα δυτικά την Σαντορίνη.

…για τις υποψίες

Ο ντετέκτιβ Ιγνάτιος Τ. έπινε το ποτό του στο συνηθισμένο μπιστρό προσπαθώντας να τοποθετήσει τον αναπτήρα του στη μεσοκάθετο δύο στρογγυλών λεκέδων πάνω στο γυάλινο τραπέζι, επαναλαμβάνοντας συνεχώς τη φράση : κάθε σημείο της μεσοκαθέτου ισαπέχει από τις άκρες του ευθύγραμμου τμήματος.

Και αυτή τη φορά ένα λάθος του υπόπτου είχε οδηγήσει στην επιβεβαίωση της ενοχής του. «Από ένα  λάθος του άλλου δεν μπορείς να βγάλεις σωστό συμπέρασμα πάντα, Ιγνάτιε» είχε τονίσει η γυναίκα του πριν τον εγκαταλείψει.

«Η υποψία είναι ένα φίλτρο της πραγματικότητας, με αυτήν επιλέγεις τι θα παρατηρήσεις. Για να βρεις μια άκρη, να επιβεβαιώσεις το σενάριο, πρέπει να παραβιάσεις τον κανόνα των ίσων αποστάσεων, έλεγες πάντα Ιγνάτιε. Κι εγώ θα πρόσθετα, αρκεί να μη βρίσκεται το κίνητρο στην άλλη άκρη».

…για τις σκόρπιες σκέψεις

Οι φίλοι μου λένε πως το χόμπι μου είναι κάπως περίεργο, λένε πως είμαι ένα είδος  ρακοσυλλέκτη  αλλά θεωρώ τον μεταφορικό τους ισχυρισμό άδικο υπερβολικό και άστοχο καθότι εγώ απλά συλλέγω  σκόρπιες σκέψεις, όχι αναγκαστικά δεύτερες ή τρίτες  αλλά και πρώτες.

Πρόκειται για σκέψεις  αχρείαστες ή απαγορευμένες, βασανιστικές ή επιπόλαιες, στιγμιαίες ή συνεχείς,  σκέψεις που κάποια άγνωστη απωστική φοβική δύναμη  τις εμποδίζει να συνδεθούν με τις άλλες , τις ώριμες και καθώς πρέπει, τις λογικές και ρεαλιστικές, τις κοινά αποδεκτές.

Σκέψεις που φαίνεται πως  έχουν αποχωριστεί από τους  πυρήνες  των ατόμων και κινούνται άτακτα μέσα στην κρυσταλική δομή της κανονικότητας.

Και τι τις κάνεις όλες αυτές; ρωτούν. Τις επιδιορθωνεις και τις πουλάς;

Όχι,  απαντώ, αλλά τις συνδέω με άλλες φτιάχνοντας ιστορίες και τις επιστρέφω.

…για ένα ταξίδι

Μέχρι να καταλάβουμε που πάμε είχαμε φτάσει. Είχαμε ξεκινήσει νωρίς, χωρίς  προορισμό, με λιγοστά υπάρχοντα όπως ταιριάζει σε κάθε ανέμελο ταξιδιώτη.

Κάποια στιγμή είπαμε ωραία είναι εδώ γιατί δεν μένουμε. Δεν θυμάμαι πια ποιος έκανε την ερώτηση ούτε ποιος έδωσε την απάντηση.

Νοικιάσαμε ένα σπίτι και ξεκίνησε η πορεία  της  εξερεύνησης. Ζήτω η εξερεύνηση- κάτω η αναζήτηση. Ζήτω οι εξισώσεις – κάτω  οι λύσεις. Είναι πιο ωραία να βρίσκεις  όταν δεν  ψάχνεις.

Άλλο η χαρά κι άλλο η ανακούφιση έτσι δεν είναι; ρωτούσαμε. Έτσι είναι απαντούσαμε  και οι απαντήσεις  μας  ανακούφιζαν.

Μια μέρα είπε ο ένας: τα βρήκαμε όλα, δεν έμεινε τίποτα. Αυτό είναι πρόβλημα είπε ο άλλος. Και επιδοθήκαμε με κρύα καρδιά στην αναζήτηση της λύσης.

Μέχρι να καταλάβουμε ότι φεύγουμε είχαμε φύγει.

…σκληρές και εύθραυστες

Σήμερα βρήκα ένα σαλιγκάρι στο φτερό της μηχανής μου. Όταν πήγα να το πιάσω για να το βάλω στο πεζούλι, κούνησε τις κεραίες του με έξαψη: «άσε με, μη με κατεβάσεις, γουστάρω βόλτα, δώσε γκάζια».

Του έκανα το χατίρι αλλά με τα μισά γκάζια. Στο δρόμο κουνούσε τις κεραίες σαν παλαβό: «Αυτά είναι τα γκάζια σου κότα; Δώσε ρε, μη φοβάσαι». Δεν έδωσα σημασία. Πάρκαρα, έδεσα τη μηχανή στον κορμό  μιας νερατζιάς και μπήκα στην τράπεζα.

Όταν βγήκα βρήκα τον σαλίγκαρο στο τιμόνι. «Τι μούτρα είναι αυτά; Τι σε χτύπησε;» ρώτησε. «Η κατάσχεση» απάντησα.  «Το κακό με εσάς τους ανθρώπους είναι ότι νιώθετε  ασφαλείς  στο σκληρό εύθραυστο καβούκι σας» πρόλαβε να πει ο σαλίγκαρος πριν το νεράτζι συνθλίψει το σκληρό  εύθραυστο κέλυφος του.

…ημιδιαμονής

Την ιστορία της γυναίκας αφηγείται ο καπνοπώλης μου. Διατηρεί το καπνοπωλείο  του απέναντι από ξενοδοχείο ημιδιαμονής.

Η γυναίκα εμφανιζόταν κάθε Τετάρτη λίγο πριν κλείσω. Ένα ταξί την άφηνε στη γωνία στο βενζινάδικο. Ερχόταν πρώτα στο μαγαζί και αγόραζε καπνό.  Περπατούσε  σαν υπνωτισμένη. Ίσως από τη σκέψη της επερχόμενης ηδονής που λέει και ο ποιητής.  Μετά από λίγο τη συναντούσε  ο εραστής στο ίδιο πάντα γωνιακό δωμάτιο του πρώτου ορόφου.

Αυτό κράτησε τέσσερα χρόνια. Πέρασαν τόσα κι άλλα τόσα μέχρι την μέρα που ξαναεμφανίστηκε. Αγόρασε  καπνό  και μου είπε πως μετακόμισε  στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πάνω από το μαγαζί. Αν είμαι βέβαιος πως είναι αυτή; Ναι είμαι. Κάθε Τετάρτη την ώρα που κλείνω βγαίνει στη βεράντα  και ποτίζει τα λουλούδια καπνίζοντας σαν υπνωτισμένη.