…κουτσουρεμένες

Περιμένω τον κυρ Γιάννη να γυρίσει από τα πρόβατα. Δεν έχει πολλά. Ίσα κάτι να ασχολείται στην ερημιά.  Άμα κάποιος σε χρειάζεται δεν υπάρχει ερημιά. Ετσι λέει. Στο τζάκι σιγοκαίει η θράκα -σε λίγο θα σβήσει. Σηκώνομαι να πιάσω ένα κούτσουρο, πιάνει το μάτι μου κάτι έξω στο χωράφι. Έχει ομίχλη, δε βλέπω τίποτα. Κάθομαι βάζω μια ρακί.

Ψιτ! ακούω πίσω μου. Κάνω έτσι, βλέπω ένα αγοράκι.

Τίνος είσαι συ;  ρωτάω.

Δικό σου! μου απαντάει.

Μπα; Και πότε σε έκανα;

Δεν με έχεις κάνει ακόμα.

Και με ποια θα σε κάνω;

Με την μαμά μου βέβαια!

Και που είναι η μαμά σου; ρωτάω.

Περιμένει, μου απαντάει.

Τι περιμένει;

Να αρπάξει το κούτσουρο για να σβήσει η θράκα. Έλα! Φύσα!.

……………………………………………………………………………………

Στη μνήμη του πατέρα μου.


Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “…κουτσουρεμένες

  1. @ ο δείμος του πολίτη

    και να καίγανε μόνο τα μπατζάκια μας …

    @ Marianthi

    Να ένα ωραίο παραμύθι. » Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα έξυπνο παιδάκι που είχαν ξεχάσει να το γεννήσουν. Τι να κάνει το έρημο, βγήκε στους δρόμους να γυρεύει έναν άντρα και μια γυναίκα για να το γεννήσουν…» η συνέχεια επί της οθόνης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s