1Ένας τρόπος να μην υποκύψουμε στην επιθυμία, είναι να την φέρουμε αντιμέτωπη με το καθήκον και την υποχρέωση. Είναι βέβαιο ότι με εισαγγελική αυστηρότητα θα της απαγγείλουν την κατηγορία της αδυναμίας.

Ακόμα κι αν δεν εκδοθεί απόφαση, μια υπόδικη επιθυμία είναι αφερέγγυα. Αν πάλι καταδικαστεί και φυλακιστεί ισόβια με την ελπίδα να «σβήσει» σε κάποιο σκοτεινό κελί του μυαλού, υπάρχει ο κίνδυνος να αντέξει μέχρι την στιγμή που θα είναι πια αργά. Γι’ αυτό καλύτερα να μη μπλέξουμε με εισαγγελείς δικαστές  δικηγόρους.

Η επιθυμία έχει επιθετική συμπεριφορά όχι γιατί αναζητά ζωτικό χώρο αλλά γιατί πολιορκείται.  Δεν της αρκεί να διαφύγει κρυφά και μόνη μέσα από τις γραμμές του πολιορκητή.

Η επιθυμία δεν μπορεί να ζήσει αλλού παρά μόνο εκεί που γεννήθηκε.

Και παραδίνεται.

Η Ωγκμεντίν. Η όμορφη, γλυκειά Ωγκμεντίν μας. Δεν ήταν αυτό το κανονικό της όνομα,  έτσι την  ονομάσαμε μετά. Έτσι την θυμόμαστε και οι τρεις.

Τότε:

Ο ένας παντρεμένος και ερωτευμένος με μια πιτσιρίκα, ο άλλος χωρισμένος και ερωτευμένος με μια παντρεμένη, ο τρίτος αδιάφορος για τις γυναίκες μετά από τρεις αποτυχημένους αρραβώνες.

Γνωρίσαμε την Ωγκμεντίν στο Παρίσι. Ήταν ξεναγός μας, όχι τόσο στα αξιοθέατα της πόλης όσο στις άγνωστες μέχρι τότε για εμάς πτυχές της γυναικείας ψυχής.

Κανείς μας δεν κοιμήθηκε με την Ωγκμεντιν. Αλλά και οι τρεις «ξυπνήσαμε» μαζί της, γλυκά, σαν από ύπνο βαθύ του πυρετού, με το μυαλό γεμάτο “αντισώματα”.

«Mε το ψέμα αλλάζω, με την αλήθεια  εξελίσσομαι» είπε την τελευταία μέρα στο αεροδρόμιο και μας φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.

“Κι αν υπάρχει πράγματι ένας κρυμμένος «θησαυρός»; Κι αν γύρω υπάρχουν σημάδια που μου δείχνουν τον δρόμο και γω τα προσπερνώ;”  σκέφτομαι  ανηφορίζοντας την οδό Κρήνης.

Ξαφνικά  μια ριπή ανέμου μου δίνει μια ανάποδη που στρέφω το κεφάλι.

Έχω σταματήσει μπροστά στην  αυλή του σχολείου. Διάλειμμα. Φωνές, ίντριγκες, κυνηγητά.

Την ριπή διαδέχεται αεράκι που δυναμώνει επικίνδυνα. Ταμπέλες τρίζουν, πόρτες χτυπάνε, δέντρα λυγίζουν.Οι δάσκαλοι πασχίζουν να μαζέψουν τα παιδιά στο υπόστεγο.

Μερικά  «ανυπάκουα», πιάνονται αγκαζέ, ακίνητα,  κόντρα στον αέρα που πια λυσομανάει.

Κλείνουν τα μάτια.

«Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!» φωνάζουν

Τα μαλλιά τους ανεμίζουν. “Τρέχουν”  ακίνητα. Ταξιδεύουν.

Κλείνω  τα μάτια. «Κοίταζω» εκεί που «δείχνουν» τα παιδιά.

«Χειροβομβίδες! Τρέξτε!» φώναζει ξαφνικά  ένας πιτσιρικάς.

Κρύβομαι πίσω από έναν κάδο.

Ανοίγω τα μάτια.

Ουφ!  Κουκουνάρια ήταν. Ευτυχώς.

Όταν ο εισπράκτορας φώναζε «Τέρμα τα δίφραγκα» όσοι είχαν πληρώσει εισιτήριο ένα δίφραγκο, ή έπρεπε να κατέβουν στην επόμενη στάση ή να πληρώσουν παραπάνω εισιτήριο.

Εκτός από μικρόφωνο οι εισπράκτορες των λεωφορείων είχαν και ένα μαντηλάκι επειδή ίδρωνε συνέχεια το κεφάλι τους από το πηλίκιο που φόραγαν για να τους σέβονται οι τσαμπατζήδες, αυτοί που πλήρωναν ένα δίφραγκο και ήθελαν να κατέβουν στο «τάλιρο».

Τα δρομολόγια άλλαξαν, τα λεωφορεία άλλαξαν, οι εισπράκτορες καταργήθηκαν, αλλά αυτοί που θέλουν όλη τη «διαδρομή» με ένα δίφραγκο υπάρχουν ακόμα. Σφίγγουν καλά και φυλάνε το τάλιρο στην τσέπη. Τους αρέσει να ζουν με την αγωνία του ελεγκτή και κατεβαίνουν από το λεωφορείο μόλις τον μυριστούν για να πάρουν το επόμενο. Σε αυτούς τους ανθρώπους πείτε «Τέρμα τα δίφραγκα».

1Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια γλάστρα, μικρή, πήλινη, που δεν ήθελε να μεγαλώσει. Φοβόταν ότι θα γίνει «σκουπιδοτενεκές» όπως εκείνη η μεγάλη ροζ γλάστρα στο διπλανό μπαλκόνι.

«Μπορεί  να γίνεις ένα όμορφο μεγάλο πιθάρι» την παρηγορούσε η θεία της η ζαρντινιέρα.

«Εγώ; Να γίνω χοντροπίθαρο; Γεμάτο ραγάδες; Ποτέ»

Η γαρδένια όμως που μεγάλωνε μέσα της συνέχισε να φουντώνει.

Μια Κυριακή πρωί, η «κυρία» της κουβάλησε στο μπαλκόνι ένα πιθάρι, το γέμισε με φρέσκο χώμα, έβγαλε την γαρδένια από την μικρή γλάστρα και την φύτεψε στο «χοντροπίθαρο».

Με το καιρό, το λιγοστό χώμα της γλαστρούλας ξεράθηκε. Μόνο κάτι σκόρπιες σταγόνες βροχής δρόσιζαν το ξεραμένο δέρμα της.

Από τότε, τις νύχτες, η μικρή γλάστρα ονειρεύεται πως μεγαλώνει και γίνεται ένα όμορφο μεγάλο πιθάρι.

marriageΠαντρεύεται και η Φ. Αύριο δεσμεύεται ενώπιον Θεού, Φίλων, Συγγενών και εαυτού, ότι θα αγαπάει τον ίδιο άντρα για την υπόλοιπη ζωή της. Παραμονές του γάμου, οι φίλες θεράπευαν την προγαμιαία αγωνία με την παραίνεση «Μια φορά παντρεύεσαι. Χαλάρωσε και απόλαυσέ το».

Εγώ ρώτησα «Που το ξέρετε;» με αγριόκοιταξαν αλλά συνέχισα «Που το ξέρετε ότι θα παντρευτεί μόνο μία φορά;» Ήθελα να ρωτήσω «Πως ξέρετε ότι δεν θα ερωτευτεί δεύτερη φορά;» μα ένα  βλέμμα από εκείνα με την αξιοπρεπή  αγωνία του αμυνόμενου και τον ηρωισμό του πολιορκημένου από την θλίψη ανθρώπου, μου φάνηκε πως έλεγε «Οι γυναίκες παντρεύονται μια φορά, άσχετα αν ερωτεύονται περισσότερες». Σταμάτησα.

Διέκρινα την άγρια χαρά του νικητή στη γυναικεία συντροφιά και σκέφτηκα πως είναι φρονιμότερο να αναζητήσω τον ηττημένο.

achooΕίχε διαβάσει κάπου πως οι αλλεργίες είναι ασθένειες της νεότητας κι έτσι η πρώτη άνοιξη που έφυγε χωρίς ούτε ένα τόσο δα συμπτωματάκι, του προκάλεσε κατάθλιψη. «Αυτό ήταν, νεότητα τέλος» σκέφτηκε. Το ημερολόγιο έδειχνε 1η Ιουνίου του 2004. Την επόμενη χρονιά του κακοφάνηκε λιγότερο, την μεθεπόμενη ακόμα λιγότερο μέχρι που η αλλεργία έγινε ανάμνηση.

Πέντε ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει όταν τέλη Απριλίου η αλλεργία του επιτέθηκε με την ίδια ορμή που επιτίθεται και η νεότητα. Μέτρησε σαράντα φταρνίσματα σε πέντε λεπτά , χώρια τα πρώτα που δεν τους έδωσε σημασία. «Που κρύωσα;» ήταν η πρώτη του απορία. Όταν «σαράντισε» χαμογέλασε εξουθενωμένος, σύρθηκε μέχρι τον υπολογιστή, τον άνοιξε, φταρνίστηκε άλλες εννέα φορές και άρχισε να γράφει : «Είχε διαβάσει κάπου πως οι αλλεργίες είναι ασθένειες της νεότητας…»

Τώραγια κλωθογυρνάς, αλυχτάς σα σκυλί δίβουλο, φευγάτο κι άφευγο μαζί. Όταν ήπρεπε να ονοματίσεις τ’ αδικο, καμωνόσουν τον άξερτο.

Τότενες ηξεύραμε δυο. Τώρα  ξεύρει ούλ’ η μεριά, πως  άφηκες να τη γεράσ’ η φυλακή. Σκιάχτηκες να μολοήσεις πω σα φαρμάκεψαν τον άντρα της, την είχες στο κρεβάτι σου τανάσκελα.

Κι ήπεσε το φταίξιμο πάνου της.

Ήκουγα ολονυχτίς που σκούζατε, βογκούσατε… Ηγώ αύπνωτος, άνιωτος, δερόμουν, να σβήκει η φλόγα στα σκέλια μου.

Το μούγκωσα. Το μασα το ψέμα σου, τ’ αδέλφωσα.

Την είδα ψες. Άσπρο της κιμωλίας η τρίχα  της.

«Δεκαπέντε χρόνια αδικίας Γιάγκο». Έτσιδά μωπε.

«Πε τ’ αδελφού σου να μη με σκιάζεται. Τη ψυχή του την άλαλη να σκιάζεται. Το δίκιο πε του, φευγάτο είναι · κιμωλία. Μα τ’ άδικο μελάνι άφευγο».

11Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας εκτυπωτής που δεν έπαιρνε τα γράμματα. Έκανε συνέχεια ορθογραφικά λάθη. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει το «φαινόμενο» που χειροτέρευε κάθε μέρα.

Σιγά σιγά άρχισε να μπερδεύει τα χρώματα , μετά τα σχήματα και στο τέλος τις μορφές. Μια μέρα τύπωσε καουμπόηδες να δαμάζουν άγρια πρόβατα, παπάδες να οδηγούν καρτ, την υπουργό παιδείας να χορεύει τσιφτετέλι στο υπουργικό συμβούλιο.   Του δώσανε τα καλύτερα φάρμακα, τον πήγαν στους καλύτερους μηχανικούς. Τίποτα. Αγιάτρευτος.

Τον αποσύνδεσαν, τον έκλεισαν στο πατάρι, αλλά αυτός ξελόγιασε ένα ξεχασμένο μόντεμ-ρούτερ και άρχισε να στέλνει τις παράξενες εικόνες του σε άλλους εκτυπωτές.

Είδαν και απόειδαν, τον πήγαν σε έναν φημισμένο pixαναλυτή ο οποίος αποφάνθηκε : “Το πρόβλημα με τον πριντερ βρίσκεται στο παρελθόν του”.  Και τον ξαναεγκατέστησε.

…με spin

29/03/2009

Μελετώντας την συμπεριφορά των γυναικών που είχαν περάσει από την ζωή του διαπίστωσε πως σε αντίθεση με την δική του, που ήταν ίδια με την συμπεριφορά ασήμαντου υλικού σημείου, η δική τους είχε τα χαρακτηριστικά ενός στερεού σώματος. Όταν μια δύναμη δράσει σε ένα υλικό σημείο αυτό θα κινηθεί, θα αλλάξει θέση θα μεταφερθεί. Αντίθετα, ένα στερεό σώμα μπορεί να μείνει στη θέση του – ή να μετακινηθεί  -περιστρεφόμενο γύρω από τον εαυτό του ανάλογα με το σημείο στο οποίο ασκείται η δύναμη. Αυτό ήταν, το είχε βρει. Δεν πρέπει να τις αφήνει να ασκούν την έλξη τους στο κέντρο της ύπαρξής του αλλά σε κάποιο άλλο που θα μεταβιβάζει ένα μέρος της ενέργειάς τους στην ιδιοπεριστροφή του. Αρκεί βέβαια να μη ζαλιστεί.


Το καλοκαίρι ήρθαν  οι μπουλντόζες και έσκαψαν  μέσα στη μέση του δρόμου κάτι “χάσματα”. Στην αρχή τα έλεγαν λακκούβες. Ήταν τόσο βαθιές που αν στεκόσουν άκρη – άκρη μπορούσες να πέσεις μέσα χωρίς να σε σπρώξει κανείς  - από φόβο και μόνο.

Οι εργάτες έβαλαν τα χώματα στη μια πλευρά του δρόμου και στην άλλη κάτι τεράστιους σωλήνες. Βουνό τα χώματα στο πεζοδρόμιό μας. Οι γυναίκες σκούπιζαν, καθάριζαν, γκρίνιαζαν. Οι “άλλες” απέναντι, με τα καθαρά πεζοδρόμια, “κυρίες”.

Σιγά σιγά οι γείτονες έγιναν «οι απέναντι», τα πειράγματα καβγάδες. Πόρτες, πατζούρια  βροντούσαν επιδεικτικά, μυστικά ξεθάβονταν και  ψιθυρίζονταν με λοξές ματιές.

Το φθινόπωρο οι εργάτες έθαψαν τους σωλήνες, οι λακούβες έκλεισαν, τα πεζοδρόμια καθάρισαν. Έμειναν μόνο κάτι σημάδια στην άσφαλτο  που θύμιζαν τα χάσματα στα βάθη του μυαλού.


Έξω από το πατρικό μου υπήρχε ο μοναδικός τηλεφωνικός θάλαμος της γειτονιάς. Πιο πολύ τηλεφωνούσαν γυναίκες. Όταν ξεχνούσαν κάτι, το φύλαγα μήπως το αναζητήσουν. Μερικές μιλούσαν σιγά, με μάτια κλειστά, κρατώντας το τηλέφωνο με τα δύο χέρια.  Μετά έβαζαν το ακουστικό αργά, προσεκτικά, στη θέση του σα να αποχωρίζονται κάτι αγαπημένο. Έβγαιναν από τον θάλαμο σκεφτικές τόσο, που καταλάβαινες ότι μετάνιωσαν για κάτι που είπαν ή που δεν είπαν και ξαναγύριζαν να πάρουν πάλι τηλέφωνο για να επανορθώσουν. Κάποιες από αυτές τις δεύτερες φορές έβγαιναν δακρυσμένες. Σε μία από αυτές χάρισα το μοναδικό μου κέρμα για ένα δεύτερο τηλεφώνημα. Θέλησε να με φιλήσει αλλά δεν την άφησα. Ήμουν μικρός. Μου έφτανε που ξέχναγε τη μυρωδιά της στον τηλεφωνικό θάλαμο και γω την φύλαγα.

dsc00151Γερνάει η μάνα σιγά –σιγά. Όλο για φάρμακα  μιλάει. Προχθές, το θέμα ήταν τα φάρμακα της θείας μου της Ελένης. Αγαπημένη θεία. Πως λέμε, μάνα είναι μόνο μία;  Ε,  θεία είναι μόνο μία.

Πρέπει να κοντεύει τα ενενήντα. Πάνε χρόνια που έχουμε να την πούμε “Λουλού”.  Μεγάλη ιστορία. Αντάρτισσα στο βουνό, γάμος με τον σύντροφο, υιοθεσία, διαζύγιο, έρωτας σφοδρός με τον “αντίπαλο” , γέννα, γάμος, ένα σπίτι δίπλα σε  θάλασσα.

Επιμένει να ζει μόνη δίπλα στον γιό και κοντά στη θάλασσα, σε ένα δωμάτιο, μια κουζίνα και μια μεγάλη αυλή με πολλά τριαντάφυλλα. Περιμένει την άνοιξη. Από την θεία Λουλού πρωτοάκουσα ότι «ο άνθρωπος πρέπει να έχει κάτι καλό να περιμένει» και πως «τα βάρη της οικογένειας μόνο ο έρωτας μπορεί να τα σηκώσει».

eclipseΜικροί ακούγαμε πως μόνο τα φαντάσματα δεν έχουν σκιά. Στο σχολείο μάθαμε πως η σκιά προκαλεί τις εκλείψεις του ήλιου και της σελήνης. Όταν μεγαλώσαμε οι εκλείψεις γέννησαν ελλείψεις.

Ο συνομιλητής μου ήταν φίλη παιδική, μπερδεμένη πολύ. Σταθήκαμε κάτω από το φως της κολώνας. Μιλούσαμε μετακινώντας την σκιά μας πέρα δώθε. Έκανε κρύο.

«Έχεις όλα όσα θέλησες. Οικογένεια, σπίτι, δουλειά. Έχεις βάλει τη ζωή σου  σε μια σειρά, μια τάξη. Τι σου λείπει;» ρώτησα

«Έτσι δημιουργούνται οι εκλείψεις.  Όταν ο ήλιος η σελήνη και η γη μπαίνουν σε μια σειρά» απάντησε

Τελικά είναι αλήθεια.

«Το φως υπάρχει αλλά είναι αόρατο. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι συναντάει το φως στη πορεία του. Το σκοτάδι δεν υπάρχει αλλά δε μπορείς να δεις μέσα σε αυτό.»


fries1Ένα παιδί έχει βγει στο μπαλκόνι και φωνάζει,  καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα… Θα ξεπαγιάσει. Μόλις με βλέπει σταματάει. Του φωνάζω καληνύχτα αλλά δεν απαντάει. Περιμένει να τραβήξω την κουρτίνα και αρχίζει πάλι. Καληνύχτα, καληνύχτα, καλ…η τελευταία καληνύχτα κόβεται στη μέση από τον θόρυβο μπαλκονόπορτας που  βροντάει  από θυμωμένο χέρι.

«Βλέπεις τι γράφει εδώ;»  Ο πατέρας μου έχει ανοίξει το θυμωμένο χέρι του μπροστά στα μάτια μου. «Βλέπεις;»
Δεν γράφει τίποτα. Και να έγραφε εγώ δε ξέρω ακόμα να διαβάζω. Αλλά ξέρω που το πάει. Να μη πετάω παιχνίδια ούτε καληνύχτες από το μπαλκόνι μας όπως έκανε εκείνος με τα ρούχα της μαμάς, που δε ξέρω που έχει πάει, και λείπει συνέχεια, και έρχεται η γιαγιά μου και μας φέρνει φαγητά χωρίς πατάτες τηγανητές.

2Τι μέρα είναι σήμερα; Κυριακή; Πότε πήγε Κυριακή;

Δεν θα γράψω 123 λέξεις σήμερα. Θα αντιγράψω περισότερες. Έτσι. Κατ’ εξαίρεση επειδή είναι η μέρα της γυναίκας. Θα “μιλήσουμε” για “νόμιμα” επιδοτούμενα από το ελληνικό κράτος βασανιστήρια στις γυναικείες φυλακές.

Πρόκειται για αφηγήσεις γυναικών που κρατούνται ή κρατήθηκαν στις ελληνικές φυλακές. Γυναίκες  που τις βίασαν και τις βιάζουν ανθρωποφύλακες βάση κανονισμού ανύπαρκτου.

Όσοι προέβησαν στις πράξεις που περιγράφονται στις αφηγήσεις των γυναικών πρέπει να δικαστούν για αυτουργία σε βιασμό και οι προιστάμενοί τους για ηθική αυτουργία.

Αν “ανοίξετε” το ποστ θα είναι σαν να ανοίγετε την πόρτα θαλάμου βασανιστηρίων. Όσα θα διαβάσετε δεν είναι ευχάριστα για αυτό σκεφτείτε καλά πριν συνεχίσετε την   ανάγνωση   … Read the rest of this entry »

rozetessΤα καλοκαίρια βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί. Ήταν γυψαδόρος.  Ήθελα και γω να μάθω αλλά δεν μου έδειχνε.
- Θα μου δείξεις;

Δεν απάντησε – αυτό σήμαινε όχι.

Προσπαθούσα μόνος μου όταν έλειπε στις οικοδομές. Εγώ δεν πήγαινα μαζί. Αν δεν υπήρχε νοικοκυρά μερακλού να κερνάει μεζεδάκια, γλυκά, πορτοκαλάδες, βαριόμουν.

Ένα καλοκαίρι ρώτησα αν μπορώ να πάω να δουλέψω αλλού.
- Που;
-  Σε μηχανουργείο.
Δεν απάντησε – αυτό σήμαινε όχι.
Πήγα.

Σε δύο μέρες γύρισα. Οι μαστόροι ήθελαν να κάνω μια “χάρη”  στην σπιτονοικοκυρά τους.
-  Είναι χήρα, θα περάσεις καλά…
Δώδεκα εγώ – εξήντα αυτή.
Νταβατζήδες είναι; Το έβαλα στα πόδια.

Το άλλο πρωί εμφανίστηκα στο μαγαζί.
- Δεν θα πας στο μηχανουργείο;
Δεν απάντησα…
- Θέλεις να σου δείξω να φτιάχνεις ροζέτες;  Κοιταχτήκαμε, χαμογέλασα

…αυτό σήμαινε ναι!

11Στις αρχές του φθινοπώρου τα βαρέλια έβγαιναν στους δρόμους να πλυθούν για να δεχθούν τον καινούργιο μούστο.

Η Ζηνοβία, σαραντεπεντάρα καλοστεκούμενη μα ανύπαντρη, σουλάτσερνε πάνω κάτω  γυροφέρνοντας τους μαστόρους.

Η μυρωδιά του αντρικού ιδρώτα πνιγόταν στην μυρωδιά του κρασιού και κάθε φορά πλησίαζε όλο και πιο κοντά, μέχρι που το πασουμάκι της μπλέχτηκε στο λάστιχο του νερού. Διπλώθηκε, έπεσε στα κρασόνερα.

Ο Ιορδάνης ο μαραγκός παράτησε το πλάνισμα του βαρελιού και έτρεξε κοντά. Βοήθησε να πλυθούν οι λάσπες και οι πληγές. Μαζί έφυγαν και τα φκιασίδια.

«Τι τα θες τόσα χημικά; Όσο τα χρειάζεται το κρασί τόσο τα χρειάζεσαι και συ»

Κοκκίνισε και έλαμψε η Ζηνοβία.

Απόμεινε ένα πορτοκαλί φώς στο πρόσωπό της. Από τότε, τις νύχτες,  ο Ιορδάνης την έλεγε «Πορτοκαλιά μου».

………………………………………………………………………………………………..

εικόνα : Laura Wilson “Orange Head”


euterpemuseΔεν ήθελε τους άνδρες η Ευτέρπη – μόνο τις γυναίκες ήθελε.  Οι άντρες είναι χρειαζούμενοι μόνο στη θάλασσα, στα τσίπουρα, και στον χορό.

Ένα βράδυ που σήκωσε καιρό ξαφνικά, η Ευτέρπη το γύρισε πίσω το καΐκι της.  Πάμε ρε για τσίπουρα. Δεν μας θέλει η θάλασσα, δε την θέλουμε κι εμείς.

Ακούει το καΐκι  η Πηνελόπη  σκουπίζει τα χέρια και στέκεται στο παράθυρο της ταβέρνας.  Σηκώνει τότε τα μάτια η Ευτέρπη σκυμμένη  στον βρεγμένο κάβο και την βλέπει.

Έδιωξε τους εργάτες της.  Στεγνώστε, φάτε, κι ελατέ πιο μετά για  τα τσίπουρα.

Μετά από τρεις ώρες τις ξυπνάνε οι αγριοφωνές τους. Η Πηνελόπη σηκώνεται γυμνή ζεστή χορτασμένη χάδια. Ντύνεται βιαστικά ανάμεσα σε ντροπαλά βλέμματα και λάγνα χαμόγελα.

Να ανοίξει το μαγαζί να χορέψει η Ευτέρπη   τον πρώτο ζεϊμπέκικο.

1Εικοστή πέμπτη Μαρτίου μεσημέρι. Νέκρα στο καφενείο. Απέναντι η Μάγδα μαγειρεύει μπακαλιάρο σκορδαλιά. Ο Στέλιος ο καφετζής την χαζεύει πίνοντας μια μπύρα ξεροσφύρι.

Η Μάγδα γυρνάει και τον κοιτάζει στα μάτια. Όχι όπως τις άλλες φορές. Ο Στέλιος πάει να πέσει από την καρέκλα. Αυτή του χαμογελάει. Αυτός σηκώνεται και στρώνει ένα τραπέζι στην αυλή της κάτω από την μουριά.

Η Μάγδα  φέρνει το φαγητό και κρασί. Σαν να γίνεται αυτό από χρόνια.

Έφαγαν, ήπιαν, γέλασαν…

Η Μάγδα μαζεύει το τραπέζι και λέει. «Θα ρίξω λίγο νερό πάνω μου Στέλιο. Ρίξε και συ. Όταν κλείσω τα παραθυρόφυλλα, έλα.»

Όταν το λευκό της χέρι πρόβαλε και τράβηξε απαλά τα παντζούρια, αυτός σηκώθηκε  και διέσχισε αργά τον δρόμο .

Μπήκε στο σπίτι της. Μπήκε μέσα της.

……………………………  καλό μήνα