…για ένα λαχείο
25/09/2009
Είχαμε μια φίλη που από μικρή ήθελε να παντρευτεί. Όχι όποιον κι όποιον όμως. Το όνειρό της ήταν να παντρευτεί κάποιον που θα ονομαζόταν Νίκος Παπαδόπουλος. Εμείς νομίζαμε ότι το έλεγε στα αστεία, αλλά σοβαρολογούσε.
Απευθύνθηκε σε γραφεία συνοικεσίων, ιδιωτικούς ντετέκτιβ, καφετζούδες, μέντιουμ. Όταν είχε απελπιστεί και αποφασίσει να συμβιβαστεί ακόμα και με κάτι όπως Νάσος Παπαδόπουλος της έπεσε το λαχείο. Για την ακρίβεια της έπεσε όλο το πορτοφόλι, μαζί με την ταυτότητα και το λαχείο, μέσα στο ταξί.
Ο άντρας που το βρήκε λεγόταν Νίκος Παπαδόπουλος και έψαχνε να παντρευτεί μια γυναίκα που θα την έλεγαν Νίκη Παπαδοπούλου. Έτσι κι έγινε. Παντρεύτηκαν. Εφτά μήνες αργότερα όμως χώρισαν, αφού η Νίκη ερωτεύτηκε τον αδελφό του, Νάσο, που η φίλη μας τον φώναζε Θανάση.
…
Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι συμπτωματική.
…ξεχασμένες
20/09/2009
Είχα ένα μηχανάκι δίχρονο, ιταλικό, απ’ αυτά που όταν γεράσουν κάνουν «πατ-πατ-πατ», δώρο του πατέρα μου.
Ένα καλοκαίρι ήρθε στην Αθήνα ο ξάδελφος, ο Βασιλάκης, από το χωριό.
Ανέβα του λέω να πάμε μια βόλτα. Ήθελα να του δείξω την πρωτεύουσα.
Στο δρόμο σταματήσαμε να βάλουμε βενζίνα. Ήπιαμε και μία γκαζόζα και συνεχίσαμε.
Όταν πιάσαμε την ανηφόρα της Ακρόπολης άρχισα την ξενάγηση.
Από δω αυτό, σιωπή ο ξάδελφος. Από δω εκείνο, τσιμουδιά ο ξάδελφος. Κοιτάω πίσω μου, πουθενά ο ξάδελφος.
Πάει, μου έπεσε, σκέφτηκα. Και τώρα; Τι θα πω στη θειά μου;
Παίρνω τον δρόμο ανάποδα μήπως τον βρω κάπου πεσμένο. Τίποτα.
Σταματημένος σήμερα στο φανάρι, μπροστά σε εκείνο το βενζινάδικο που είχα ξεχάσει τότε τον ξάδελφο, αναρωτιόμουν αν κάποτε θα τον ξαναβρώ.
…για την “Αγία Πρύμνη”
16/09/2009
Ένα σαπιοκάραβο, έχει προσαράξει πάνω απ’ το γραφείο μου δεμένο σε μια ξύλινη κορνίζα.
Ενθύμιο φωτογραφικής περιπλάνησης παρέα με τον φίλο μου τον Θόδωρο.
Πέραμα – Αμπελάκια Σαλαμίνας. Ώρα επιβίβασης έκτη απογευματινή. Ο Θόδωρος έχει αγοράσει έναν φακό ζουμ, δεύτερο χέρι σε καλή κατάσταση.
Πιάσαμε θέση στη πλώρη. «Οι γέροι κάθονται στη πρύμνη!»
Το καράβι πήρε στροφή δυτικά στην Κυνόσουρα.
Ζούμαρα στο σαπιοκάραβο για να διακρίνω το όνομά του.
Κατά λάθος πάτησα το κλείστρο. Τρόμαξα.
Ο Θόδωρος γέλασε, εγώ ξεχάστηκα.
Πέρασαν κάτι χρόνια, κι ένα βράδυ, το καράβι εμφανίστηκε αναπάντεχα στον σκοτεινό μου θάλαμο.
Δεν περίμενα να στεγνώσει η φωτογραφία. Άναψα το φως πήρα τον μεγεθυντικό φακό και διάβασα.
Αυτό με είχε τρομάξει λοιπόν. Οι δύο λέξεις που ήταν γραμμένες στην πλώρη: «Αγία Πρύμνη».
Επιμύθιο: Καλύτερα χωρίς επιμύθιο
…στο κάτω κάτω της Γραφής.
06/09/2009
Η Γραφή είναι ορεινό χωριό με παπά, δάσκαλο, αστυνόμο και έναν κατ’ έθιμο δικαστή, τον Απόστολο. Ο Απόστολος κατοικεί στο κάτω – κάτω σπιτάκι της Γραφής. Οι αποφάσεις του είναι σεβαστές και τελεσίδικες. Εξ ου και η παροιμιώδης φράση «Στο κάτω – κάτω της γραφής το είπε ο Απόστολος».
Το «είπε» είναι σχήμα λόγου γιατί ο Απόστολος είναι μουγγός. Αφού ακούσει προσεκτικά τους αντίδικους και τους υπερασπιστές γράφει την απόφαση σε ένα πινακάκι και ο δάσκαλος την διαβάζει δυνατά στην πλατεία του χωριού. Μετά ο Απόστολος την σβήνει με ένα σφουγγάρι.
Όταν ρώτησα πως θυμάται τις αποφάσεις του, ο Απόστολος απάντησε «Δεν θυμάμαι, γιατί όταν θυμάμαι δεν ακούω! Και στο κάτω – κάτω της γραφής αποστολή μου είναι να ακούω και ν’ αποφασίζω.»
Επιμύθιο : Γράψε – σβήσε, νύχτωσε στο άψε – σβήσε.
…μια κουκουβάγια μια αλεπού κι ένα γουρούνι.
01/09/2009
Μια φορά κι ένα καιρό, βραδάκι ήτανε, ανηφόριζα στις σκοτεινές στροφές του Πηλίου, όταν ξαφνικά, νάσου μπροστά μου μια κουκουβάγια, ακίνητη μες τη μέση του δρόμου. Μαρμαρωμένη.
Της κορνάρω να φύγει. Τίποτα.
Κατεβαίνω, πλησιάζω.
Δάκρυα κυλούσαν από τα μεγάλα μάτια της.
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» με ρωτάει.
Την λυπήθηκα
«Ναι» της λέω «ζει».
«Τότε να του πεις πως είναι γουρούνι!» φωνάζει και δίνει μια και χάνεται στα σκοτάδια του δάσους.
Στη επόμενη στροφή, νάσου μπροστά μου ένα γουρούνι. Του κορνάρω να φύγει, τίποτα.
Με πλησιάζει.
«Ξέρεις ποιος είμαι γω;» λέει κορδωμένος «είμαι ο βασιλιάς Αλέξανδρος».
«Σιγά! Γουρούνι είσαι!» του κάνω.
«Γουρούνι είμαι για την κουκουβάγια. Για την αλεπού που είναι ερωτευμένη μαζί μου είμαι ο βασιλιάς Αλέξανδρος!» μου απαντά κλείνοντας το μάτι.
…………..
Επιμύθιο: Όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα φτάνει η κουκουβάγια και αντιστρόφως.
… “προσεκτικές”
24/08/2009
Στεκόμουν μπροστά σε ένα μαρμάρινο άγαλμα, ακέφαλο, ακρωτηριασμένο. Τα χέρια ήταν κομμένα στο ύψος των ώμων. Χαμένα.
Προσπάθησα να φανταστώ το κεφάλι, τα χέρια. Δεν τα κατάφερα και προχώρησα.
Είχα απομακρυνθεί αρκετά όταν σκέφτηκα κάτι που με έκανε να γυρίσω και να στα σταθώ πάλι μπροστά του.
Θαύμασα την καθαρότητα και την λεπτότητα με την οποία είχε πλαστεί το ωραίο γυναικείο σώμα. Πόσο όμορφα το σκέπαζαν οι λεπτές πτυχές του ενδύματος και πόσο είχε πασχίσει ο καλλιτέχνης να μου αποκαλύψει την «λειτουργία της ψυχής» σμιλεύοντας την μαρμάρινη σάρκα.
Αυτό που είχα σκεφτεί ήταν πως την πρώτη φορά είχα στρέψει την προσοχή μου σε ότι έλειπε, σε ότι είχε χαθεί για πάντα. Αυτό με είχε εμποδίσει να ανακαλύψω την ομορφιά σε αυτό που απέμεινε.
Επιμύθιο : Ότι λείπει δεν είναι χρυσός.
…για δράκους
18/08/2009
Μια φορά είδα έναν δράκο.
Ήταν κρυμμένος στην χαρουπιά της αυλής.
Εγώ ήμουν στην σκάφη μου – κατά φαντασίαν ψαράς – απελπισμένος χωρίς πανιά, χωρίς κουπιά, ακίνητος.
Το τεράστιο μάτι του δράκου ξεπρόβαλλε αγριεμένο ανάμεσα στα φύλλα της χαρουπιάς.
- Δεν σε φοβάμαι δράκε, φωνάζω φοβισμένος.
Και τι κάνει αυτός νομίζετε;
Μου κλείνει το μάτι και μου πετάει κατακέφαλα ένα τεράστιο χαρούπι.
Το πιάνω κι εγώ και του το ξαναπετάω με όλη μου την δύναμη.
Ένιωσα την “βάρκα” μου να κινείται.
Μου το ξαναπετάει. Το πιάνω, το πετάω πάλι, ξαναπροχωράει η “βάρκα”.
Πιάσε – πέτα το χαρούπι, κατάφερα και γύρισα στο “νησί” μου.
– Έπιασες ψάρια χαρά μου; ρώτησε η “γυναίκα” μου.
– Ένα χαρούπι έπιασα και το πέταξα, απάντησα χαρούμενος.
Αλλά μόλις αντίκρυσα το αγριεμένο της μάτι φοβήθηκα.
…
Επιμύθιο : Καλύτερα να σε κυνηγάει ο δράκος παρά να σε περιμένει.
…προθετικές
03/08/2009
Δοκίμασα να ζήσω όπως είχε πει κάποιος «στην επιφάνεια του κόσμου» αλλά το βρήκα εξαιρετικά δύσκολο.
Η πιο μεγάλη δυσκολία οφείλεται στο γεγονός ότι στην περίπτωση αυτή κάθε μετακίνηση στα εσώτερα του «φλοιού» προκαλεί δονήσεις στην επιφάνεια και όπως είναι γνωστό ο φόβος της σεισμικής απειλής έχει πιο αργή απόσβεση από κάθε τεκτονικό γεγονός. Άλλωστε η αρχιτεκτονική του ανθρώπινου μυαλού περιλαμβάνει αρκετά προϊστορικά σπήλαια κατοικημένα από πανάρχαιους φόβους και ένστικτα.
Σε αυτή ακριβώς την συγκατοίκηση σπεύδω να αποδώσω την τάση μου να λειτουργώ ενίοτε υπερβολικά προθετικά, “αναγνωρίζοντας” στιγμιαία απειλητικές προθέσεις όχι πάντα με επιτυχία. Όπως για παράδειγμα η παραβολική τροχιά μιας τυφλής νυχτερίδας γύρω από το κεφάλι μου και η συνεπακόλουθη δόνηση του τραπεζιού.
«Γκαρσόν. Ένα τσίπουρο ακόμα. Λίμπα τα έκανε η νυχτερίδα.»
…κατά σύμπτωση
23/07/2009
Ο μεγεθυντής συμπτώσεων είναι μια λογική μηχανή που κάνει αυτό που λέει το όνομά της. Μεγεθύνει τις συμπτώσεις. Όχι ακριβώς όπως ένα μικροσκόπιο, αλλά χρονικά.
Εννοείται πως η χαρακτηριστική φράση «Τελικά είναι μικρός ο κόσμος» που χρησιμοποιείται συχνά ως σχόλιο μετά από ένα συμπτωματικό βίωμα είναι λανθασμένος. Η σωστή είναι «Είναι μικρός ο κόσμος, αρχικά».
Μερικές φορές τα πράγματα εξελίσσονται τόσο γρήγορα, που με μια διαδικασία παρόμοια με το μεταίσθημα δημιουργούν την αίσθηση του απροσδόκητου με μια δόση μοιραίου και ίσως μια υποψία νομοτέλειας.
Κάτω από το λογικό πρίσμα του μεγεθυντή μπορεί να αποκαλυφθεί πως ένα «συμπτωματικό» γεγονός συνδέεται αιτιατά με άλλα συμβάντα.
Τις προάλλες βρήκα σε ένα ξεχασμένο βιβλίο ένα τέτοιο μηχάνημα. Το δοκίμασα. Τρόμαξα λίγο. Κατά σύμπτωση βραχυκυκλώθηκα και κάηκε.
………………………………
Επιμύθιο : Αν κοιτάξεις μια σύμπτωση με γυμνό μυαλό μπορεί να τυφλωθείς.
… on the rock
21/07/2009
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βράχος πολύ σκληρός και πολύ εγωκεντρικός. Κοιτούσε αφ’ υψηλού κάθε πετραδάκι. Όταν φυσούσε αέρας τα σκουπίδια στριφογυρνούσαν γύρω του πριν σκορπιστούν στους πέντε ανέμους και τα ορμητικά λασπόνερα της βροχής λες κι έχαναν την δύναμή τους σαν τον συναντούσαν στο διάβα τους.
Μήτε ο αγέρας μήτε το νερό μήτε η φωτιά μπορούσαν να τα βάλουν μαζί του. Τίποτα δε μπορούσε να τον κουνήσει από την θέση του.
Στον μεγάλο κατακλυσμό αντιστάθηκε στους χείμαρρους που προσπάθησαν να τον παρασύρουν. Σπιθαμή δεν κουνήθηκε. Όταν κόπασε το κακό χαμογέλασε αυτάρεσκα. Αλλά μόνο για μια στιγμή γιατί …
Ξαφνικά άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Μαλάκωσε το χώμα, πήρε το σχήμα του, τον σκέπασε και χάθηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Επιμύθιο : Κουνηθείτε από την θέση σας.
…αδέσποτες
20/07/2009
«Δεν θέλω να έρχεσαι ξαφνικά. Θέλω να με ειδοποιείς πριν έρθεις. Όχι την προηγούμενη της επίσκεψής σου. Πιο νωρίς. Στην ηλικία μου οι εκπλήξεις δεν μειώνουν την πλήξη. Αντιθέτως μερικές φορές την αυξάνουν. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει κάτι καλό να περιμένει για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής»
Ένιωσα άσχημα με τα λόγια της νονάς Λεμονιάς. Ήταν αλήθεια πως οι επισκέψεις μου ήταν πάντα αδέσποτες. Την λέξη την είχε επιλέξει η ίδια. Αδέσποτες.
«Και μάθε και τούτο Βασίλη. Αν λυπηθείς ένα αδέσποτο το πάρεις μέσα στο σπίτι σου και μετά το διώξεις, αυτό θα σε περιμένει καρτερικά στην εξώπορτα και θα το γνωρίζεις. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται και η μοναξιά. Όταν την ταίζεις με αποφάγια συμπεριφέρεται σαν αδέσποτο επίμονο πλάσμα.»
…για δρόμους αντοχής ή μη
17/07/2009
Η νονά Λεμονιά λέει : «Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Αυτοί που κάνουν αυτό που αντέχουν και αυτοί που αντέχουν να μη κάνουν αυτό που δεν αντέχουν».
Υποστηρίζει πως η ίδια ανήκει στην δεύτερη κατηγορία αφού άντεξε τον άντρα της μισό αιώνα. Όσο ήταν ελεύθερη ανήκε στην πρώτη. Ρωτάω αν όλοι άνθρωποι επιτρέπεται να αλλάζουν κατηγορία .
«Βεβαίως, αν αντέχουν τις αλλαγές» απαντάει και σηκώνεται να γεμίσει το ποτήρι με δροσερή λεμονάδα πριν συνεχίσει.
«Εσύ αγαπητέ μου αντέχεις τις αλλαγές σου; Άσε μην απαντάς. Ξέρω. Θα πεις πως δεν αντέχεις τις ερωτήσεις μου, μετά εγώ θα πω ότι στην πραγματικότητα δεν αντέχεις τις απαντήσεις σου, δηλαδή τον εαυτό σου, θα πιεις την λεμονάδα μονορούφι, θα φύγεις, εγώ θα μείνω πάλι μόνη και αυτό δεν το αντέχω».
…για το αναγκαστικά τυχαίο
16/07/2009
Χάλασε η πόρτα του αυτοκινήτου. Κρέμασε. Πήγα στον μάστορα. Έτρωγε. «Να φάω πρώτα» μου λέει.
Από το ζόρι, σήκωσε-κλείσε, έσπασαν όλα. Χάλασε και το παράθυρο. Απελπισία. Δεν μπορούσα να την κλείσω.
Κοίτα όμως πως τα φέρνει η ζωή όταν ζοριστεί. Όπως κάθομαι απελπισμένος περιμένοντας τον μάστορα να χωνέψει, κάνω μία κίνηση που δεν την είχα σκεφτεί γιατί συνήθως την έκανα όρθιος και η πόρτα κλείνει απαλά απαλά, χωρίς ζόρι.
«Γαμώ την τύχη μου. Δεν μπορούσα να το σκεφτώ πριν καταστραφεί τελείως;» μουρμούριζα νομίζοντας πως η ανακάλυψη έγινε τυχαία.
Μετά σκέφτηκα ότι δεν ήταν τυχαίο. Αφού έπαψα να κάνω όλες τις λάθος κινήσεις έκανα αναγκαστικά την σωστή.
Επιμύθιο . Σκέψου καθιστός τις κινήσεις που κάνεις όρθιος.
…με ψέματα
15/07/2009
Ο κύριος Τ είχε το ψέμα στο τσεπάκι. Ίσως να έφταιγε και το όνομά του. Τσεπάκης.
Δεν έλεγε ψέματα μόνο για να καλύψει κάποιο ατόπημα, αλλά για να αποκτήσει ότι έλειπε από την ζωή και την προσωπικότητά του. Το κακό ήταν πως όταν ξέμενε, έλεγε τα ίδια ψέματα αλλιώς.
Διότι το έχει το ψέμα αυτό το κακό. Ποτέ δεν μπορείς να το ξαναπείς με τον ίδιο τρόπο. Την δεύτερη φορά θα το κάνεις καλύτερο για σένα αλλά χειρότερο για τους άλλους.
Μια φορά που του ξέφυγε μια αλήθεια μήνυσε τον εαυτό του για συκοφαντική δυσφήμηση. Μετά ζητούσε από φίλους δανεικά για να πληρώσει τον δικηγόρο.
Τελικά κατέληξε στη φυλακή. Έπεισε όμως τον εαυτό του ότι κάνει διακοπές κοινωνικού τουρισμού σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων.
…αρετσίνωτες
12/07/2009
Καλοκαίρι του 66 ο παππούς μας έκανε δώρο ένα αντίσκηνο για να πάμε διακοπές στο βουνό. Έδωσε και κατιτίς στον γείτονα να μας κρατήσει δυο καλά πεύκα αρετσίνωτα κοντά στην πηγή.
Το αντίσκηνο χωρούσε δύο ντιβάνια, ένα ψυγείο πάγου κι ένα μωρό, την αδελφή μου. Εγώ κι ο πατέρας μου κοιμόμαστε έξω. Κάθε πρωί ξυπνούσαμε σκεπασμένοι με πευκοβελόνες. Ένα βράδυ έπεσε μία στο στόμα του πατέρα μου που το είχε ξεχάσει ανοιχτό. Κόντεψε να πνιγεί. Ξύπνησε η μισή Πεντέλη.
Τι να κάνει ο καψερός; Κοιμόταν μπρούμυτα. Αλλά κάθε βράδυ στον ύπνο του ένιωθε, μου φαίνεται, οτι λαχταρούσε να κοιμάται αλλιώς. Και καθώς γυρνούσε, πάρτον κάτω, στα χώματα. Ύστερα, σαν καλός μπαμπάς, σηκωνόταν τρομαγμένος, τιναζόταν, και ξαναπροσπαθούσε. Να κοιμηθεί όπως έπρεπε και όχι όπως ήθελε.
…αυτογεωγραφικές
10/07/2009
![]()
Υπάρχει ένας λεκές μέσα στη μέση του Αιγαίου. Δε θυμάσαι πως έγινε. Κάποιες φορές ισχυρίζεσαι πως είναι στάχτη τσιγάρου που έπεσε δυτικά της Ανάφης και άλλες, πως κάτι έσταξε, νερό μάλλον, ανατολικά της Σαντορίνης. Κι όλο ζητάς μια γνώμη.
“Εσύ τι νομίζεις; Που είναι ο λεκές; Δυτικά της Ανάφης ή ανατολικά της Σαντορίνης; Είναι στάχτη ή νερό;”
Ε λοιπόν αν με ρωτήσεις σήμερα ξέρεις τι θα κάνω;
Θα σε ρωτήσω πρώτα “Θέλεις πραγματικά να μάθεις;”
κι εσύ θα απαντήσεις “Ναι. Θέλω να μάθω”
και τότε θα σου πω “Αν θέλεις να μάθεις, μη ζητάς την γνώμη μου”.
Μετά εσύ θα ρωτήσεις όλο αγωνία “Μα γιατί;”
Τότε εγώ θα σου απαντήσω ότι «Η γνώμη δεν είναι γνώση»
και θα με βάλω στη θέση σου.
…για μία πανσέληνο με κρεμμυδάκια
09/07/2009
Προχθές που είχε πανσέληνο βγήκαμε μαζί με τον Στιφάδο – τον κούνελό μου- στην βεράντα, ανεβάσαμε την τέντα και σταθήκαμε να θαυμάσουμε το φεγγαράκι. Αυτός όμως σαν κάτι να φοβήθηκε κι έτρεξε μέσα στο σπίτι. Κρύφτηκε πίσω από τον καναπέ.
Με τα χίλια ζόρια μου αποκάλυψε τον φόβο του, πως το φεγγάρι λέει θα του πέσει στο κεφάλι. Του εξήγησα πως το φεγγάρι δεν πέφτει γιατί κινείται γύρω από την γη. Δεν πείστηκε. Αναγκάστηκα να κατεβάσω την τέντα για να ξαναβγεί στην βεράντα.
«Δηλαδή ότι κινείται δεν πέφτει;» ρώτησε αφού άδειασε το πιάτο του.
«Ακριβώς» του απάντησα.
«Και συ που τρέχεις όλη μέρα γιατί τα βράδια πέφτεις ξερός και ξεχνάς να μου μιλήσεις;».
Κάτι τέτοια μου λέει και με κάνει με τα κρεμμυδάκια.
…ευκλειδίου βιομετρίας
07/07/2009
Λένε πως υπάρχει ένα σημείο μετά από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή.
Η παρούσα εργασία έχει σκοπό να αποδείξει ότι υπάρχουν δύο τέτοια σημεία.
Έστω λοιπόν ότι υπάρχει ένα σημείο «μη επιστροφής».
Έστω μία ευθεία ε1 που διέρχεται από αυτό και διχοτομεί την καρδιά σε δύο ισοδύναμα αλλά αδύναμα μέρη.
Έστω μια άλλη ευθεία ε2 παράλληλη στην ε1 που σε κοιτάει ακριβώς στα μάτια κάνοντας την μισή καρδιά σου κομμάτια και μια ευθεία ε3 κάθετη στις δύο άλλες που εφάπτεται στο ένα ημικάρδιο.
Έστω ότι στραβώνει λίγο η ε1. Για να μείνουν παράλληλες πρέπει να στραβώσει και η ε2 γιατί αν δεν στραβώσει, η μία θα τέμνει την άλλη σε ένα σημείο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή.
Έστω ότι όπερ έδει δείξαι.
…σκεπτόμενες
05/07/2009
Είπε να πάει μια εκδρομή, ν’ αφήσει πίσω τις σκέψεις της, να ξεκουραστεί λίγο το μυαλό. Μα αυτές την πρόλαβαν στα διόδια, την προσπέρασαν και την περίμεναν στο χωριό. Το βράδυ βγήκαν στην πίσω βεράντα να καπνίσουν άλλο ένα τσιγάρο.
«Γιατί με ακολουθείτε;»
…το σώμα σου μας μεταφέρει…
«Το σώμα μου δεν σας χωράει.»
…μας μπερδεύεις με τις μικρές αποφάσεις…
…μόνο οι μεγάλες αποφάσεις χωράνε τους ανθρώπους…
«Η ζωή μου είναι οι αποφάσεις μου. Δεν υπάρχετε μόνο εσείς!»
…η ζωή σου μας περιλαμβάνει…
«Η συμβίωση είναι επιβεβλημένη»
…η συμβίωση επιβάλλει συμφωνίες
…οι ασυμφωνίες επιβάλλουν απαγορεύσεις…
«Σταματήστε! Αφήστε με να χαρώ λίγο!»
…όταν χρειάζεσαι άδεια για να χαρείς, νομιμοποιείς την θλίψη…
«Την μονιμοποιώ»
…έτσι οι στενοχώριες σχηματίζουν δυναστείες και οι χαρές μοιάζουν με συμμορίες…
…αστειοφόρες
30/06/2009
Πάνε περίπου εβδομήντα χρόνια από τότε που το τελευταίο αστειοφόρο πλοίο προσάραξε στα βράχια του νησιού μας. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες το φορτίο χάθηκε. Μέσα από ένα τεράστιο ρήγμα σε σχήμα χαμόγελου χύθηκε από τ’ αμπάρια και παρασύρθηκε από τα ρεύματα της θάλασσας.
Λένε, πως για ένα ολόκληρο φεγγάρι, τις νύχτες, απ’ τη χώρα του νησιού κοιτάζοντας προς την θάλασσα, έβλεπες κάτι, μια λάμψη υποθαλάσσια, να ακολουθεί την πορεία των ρευμάτων. Κι ανάμεσα στις πνοές του αέρα, αν αφουγκραζόσουν, μπορούσες να ακούσεις γέλια και χαρούμενες φωνές.
Και για όλα ξέρετε ποιος φταίει; Ο Κωνσταντής ο καφετζής φταίει. Που έτσι για καλαμπούρι, είπε στον νεοδιόριστο φαροφύλακα πως καλύτερα να τον σβήσει τον φάρο γιατί χάλασε λέει η λάμπα κι αναβοσβήνει. Και πνίγηκαν στα γέλια.


