images (1)

Αφηρημένος πήρα την χαλασμένη ομπρέλα. Το κατάλαβα στην γωνία όταν μια ριπή βροχής και αέρα την ξεχαρβάλωσε τελείως.

Αναγκάστηκα να περπατώ κάτω από τα μπαλκόνια προσπαθώντας να ξεχάσω την είδηση για εκείνο το μπαλκόνι που κατέρρευσε το πρωί όταν η άτυχη γυναίκα βγήκε να απλώσει δυο ρουχαλάκια.

Τι είναι πιο τρομακτικό άραγε; Να σου φεύγει η γη κάτω από τα πόδια ή η ζωή μέσα από τα χέρια;

Αυτό αναρωτιόμουν όταν ξαφνικά, ένιωσα μουσικές, φωνές και τραγούδια να ανεβαίνουν από τα βάθη της γης.

Έσκυψα να δω μέσα από το θαμπό τζάμι του υπόγειου. Είδα μια γυναίκα να τραγουδά σε γλώσσα που δεν γνώριζα και δύο μικρά κοριτσάκια να χορεύουν σε βήματα που είχα ξεχάσει.

Η μπόρα σταμάτησε, όμως εγώ είχα πλημμυρίσει.

akefalothmbΣτεκόμουν μπροστά σε ένα μαρμάρινο άγαλμα, ακέφαλο, ακρωτηριασμένο. Τα χέρια ήταν κομμένα στο ύψος των ώμων. Χαμένα.

Προσπάθησα να φανταστώ το κεφάλι, τα χέρια. Δεν τα κατάφερα και προχώρησα.

Είχα απομακρυνθεί αρκετά όταν σκέφτηκα κάτι που με έκανε να γυρίσω και να στα σταθώ πάλι μπροστά του.

Θαύμασα την καθαρότητα και την λεπτότητα με την οποία είχε πλαστεί το ωραίο γυναικείο σώμα. Πόσο όμορφα το σκέπαζαν οι λεπτές πτυχές του ενδύματος και πόσο είχε πασχίσει ο καλλιτέχνης να μου αποκαλύψει την «λειτουργία της ψυχής» σμιλεύοντας την μαρμάρινη σάρκα.

Αυτό που είχα σκεφτεί ήταν πως την πρώτη φορά είχα στρέψει την προσοχή μου σε ότι έλειπε, σε ότι είχε χαθεί για πάντα. Αυτό με είχε εμποδίσει να ανακαλύψω την ομορφιά σε αυτό που απέμεινε.

Επιμύθιο : Ότι λείπει δεν είναι χρυσός.

1Δοκίμασα να ζήσω όπως είχε πει κάποιος «στην επιφάνεια του κόσμου» αλλά το βρήκα εξαιρετικά δύσκολο.

Η πιο μεγάλη δυσκολία οφείλεται στο γεγονός ότι στην περίπτωση αυτή κάθε μετακίνηση στα εσώτερα του «φλοιού» προκαλεί δονήσεις στην επιφάνεια και όπως είναι γνωστό ο φόβος της σεισμικής απειλής έχει πιο αργή απόσβεση από κάθε τεκτονικό γεγονός. Άλλωστε η αρχιτεκτονική του ανθρώπινου μυαλού περιλαμβάνει αρκετά προϊστορικά σπήλαια κατοικημένα από πανάρχαιους φόβους και ένστικτα.

Σε αυτή ακριβώς την συγκατοίκηση σπεύδω να αποδώσω την τάση μου να λειτουργώ ενίοτε υπερβολικά προθετικά,   “αναγνωρίζοντας” στιγμιαία απειλητικές προθέσεις όχι πάντα με  επιτυχία. Όπως για παράδειγμα η παραβολική τροχιά μιας τυφλής νυχτερίδας γύρω από το κεφάλι μου και η συνεπακόλουθη δόνηση του τραπεζιού.

«Γκαρσόν. Ένα τσίπουρο ακόμα. Λίμπα τα έκανε η νυχτερίδα.»


golfΧάλασε η πόρτα του αυτοκινήτου. Κρέμασε. Πήγα στον μάστορα. Έτρωγε. «Να φάω πρώτα» μου λέει.

Από το ζόρι, σήκωσε-κλείσε, έσπασαν όλα. Χάλασε και το παράθυρο. Απελπισία. Δεν μπορούσα να την κλείσω.

Κοίτα όμως πως τα φέρνει η ζωή όταν ζοριστεί. Όπως κάθομαι απελπισμένος περιμένοντας τον μάστορα να χωνέψει, κάνω μία κίνηση που δεν την είχα σκεφτεί γιατί συνήθως την έκανα όρθιος και η πόρτα κλείνει απαλά απαλά, χωρίς ζόρι.

«Γαμώ την τύχη μου. Δεν μπορούσα να το σκεφτώ πριν καταστραφεί τελείως;» μουρμούριζα νομίζοντας πως η ανακάλυψη έγινε τυχαία.

Μετά σκέφτηκα ότι δεν ήταν τυχαίο. Αφού έπαψα να κάνω όλες τις λάθος κινήσεις έκανα αναγκαστικά την σωστή.

Επιμύθιο . Σκέψου καθιστός τις κινήσεις που κάνεις όρθιος.



1Καλοκαίρι του 66 ο παππούς μας έκανε δώρο ένα αντίσκηνο για να πάμε διακοπές στο βουνό. Έδωσε και κατιτίς στον γείτονα να μας κρατήσει δυο καλά πεύκα  αρετσίνωτα κοντά στην πηγή.

Το αντίσκηνο χωρούσε δύο ντιβάνια, ένα ψυγείο  πάγου κι  ένα μωρό, την αδελφή μου. Εγώ κι ο πατέρας μου κοιμόμαστε έξω. Κάθε πρωί ξυπνούσαμε σκεπασμένοι με πευκοβελόνες. Ένα βράδυ έπεσε μία στο στόμα του πατέρα μου που το είχε ξεχάσει ανοιχτό. Κόντεψε να πνιγεί. Ξύπνησε η μισή Πεντέλη.

Τι να κάνει ο καψερός; Κοιμόταν μπρούμυτα. Αλλά κάθε βράδυ  στον ύπνο του ένιωθε, μου φαίνεται, οτι λαχταρούσε να κοιμάται αλλιώς. Και καθώς γυρνούσε, πάρτον κάτω, στα χώματα. Ύστερα, σαν καλός μπαμπάς, σηκωνόταν τρομαγμένος, τιναζόταν, και ξαναπροσπαθούσε. Να κοιμηθεί όπως έπρεπε και όχι όπως ήθελε.

Kikladon

Υπάρχει ένας λεκές μέσα στη μέση του Αιγαίου. Δε θυμάσαι πως έγινε. Κάποιες φορές ισχυρίζεσαι πως είναι στάχτη τσιγάρου που έπεσε δυτικά της Ανάφης και άλλες, πως κάτι έσταξε, νερό μάλλον, ανατολικά της Σαντορίνης. Κι όλο ζητάς μια γνώμη.


“Εσύ τι νομίζεις; Που είναι ο λεκές; Δυτικά της Ανάφης ή ανατολικά της Σαντορίνης; Είναι στάχτη ή νερό;”
Ε λοιπόν αν με ρωτήσεις σήμερα ξέρεις τι θα κάνω;
Θα σε ρωτήσω πρώτα “Θέλεις πραγματικά να μάθεις;”
κι εσύ θα απαντήσεις “Ναι. Θέλω να μάθω”
και τότε θα σου πω “Αν θέλεις να μάθεις, μη ζητάς την γνώμη μου”.
Μετά εσύ θα ρωτήσεις όλο αγωνία “Μα γιατί;”
Τότε εγώ θα σου απαντήσω ότι «Η γνώμη δεν είναι γνώση»
και θα με βάλω στη θέση σου.

0709ST1Είπε να πάει μια εκδρομή, ν’ αφήσει πίσω τις σκέψεις της, να ξεκουραστεί λίγο το μυαλό. Μα αυτές την πρόλαβαν στα διόδια, την προσπέρασαν και την περίμεναν στο χωριό. Το βράδυ βγήκαν στην πίσω βεράντα να καπνίσουν άλλο  ένα τσιγάρο.

«Γιατί με ακολουθείτε;»

…το σώμα σου μας μεταφέρει…

«Το σώμα μου  δεν σας χωράει.»

…μας μπερδεύεις με τις μικρές αποφάσεις…

…μόνο οι μεγάλες αποφάσεις χωράνε τους ανθρώπους…

«Η ζωή μου είναι οι αποφάσεις μου. Δεν υπάρχετε μόνο εσείς!»

…η ζωή σου μας περιλαμβάνει…

«Η συμβίωση είναι επιβεβλημένη»

…η συμβίωση επιβάλλει συμφωνίες

…οι ασυμφωνίες επιβάλλουν απαγορεύσεις…

«Σταματήστε! Αφήστε με  να χαρώ λίγο!»

…όταν χρειάζεσαι άδεια για να χαρείς, νομιμοποιείς την θλίψη…

«Την μονιμοποιώ»

…έτσι οι στενοχώριες σχηματίζουν δυναστείες και οι χαρές μοιάζουν με συμμορίες…

“Κι αν υπάρχει πράγματι ένας κρυμμένος «θησαυρός»; Κι αν γύρω υπάρχουν σημάδια που μου δείχνουν τον δρόμο και γω τα προσπερνώ;”  σκέφτομαι  ανηφορίζοντας την οδό Κρήνης.

Ξαφνικά  μια ριπή ανέμου μου δίνει μια ανάποδη που στρέφω το κεφάλι.

Έχω σταματήσει μπροστά στην  αυλή του σχολείου. Διάλειμμα. Φωνές, ίντριγκες, κυνηγητά.

Την ριπή διαδέχεται αεράκι που δυναμώνει επικίνδυνα. Ταμπέλες τρίζουν, πόρτες χτυπάνε, δέντρα λυγίζουν.Οι δάσκαλοι πασχίζουν να μαζέψουν τα παιδιά στο υπόστεγο.

Μερικά  «ανυπάκουα», πιάνονται αγκαζέ, ακίνητα,  κόντρα στον αέρα που πια λυσομανάει.

Κλείνουν τα μάτια.

«Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!» φωνάζουν

Τα μαλλιά τους ανεμίζουν. “Τρέχουν”  ακίνητα. Ταξιδεύουν.

Κλείνω  τα μάτια. «Κοίταζω» εκεί που «δείχνουν» τα παιδιά.

«Χειροβομβίδες! Τρέξτε!» φώναζει ξαφνικά  ένας πιτσιρικάς.

Κρύβομαι πίσω από έναν κάδο.

Ανοίγω τα μάτια.

Ουφ!  Κουκουνάρια ήταν. Ευτυχώς.

Όταν ο εισπράκτορας φώναζε «Τέρμα τα δίφραγκα» όσοι είχαν πληρώσει εισιτήριο ένα δίφραγκο, ή έπρεπε να κατέβουν στην επόμενη στάση ή να πληρώσουν παραπάνω εισιτήριο.

Εκτός από μικρόφωνο οι εισπράκτορες των λεωφορείων είχαν και ένα μαντηλάκι επειδή ίδρωνε συνέχεια το κεφάλι τους από το πηλίκιο που φόραγαν για να τους σέβονται οι τσαμπατζήδες, αυτοί που πλήρωναν ένα δίφραγκο και ήθελαν να κατέβουν στο «τάλιρο».

Τα δρομολόγια άλλαξαν, τα λεωφορεία άλλαξαν, οι εισπράκτορες καταργήθηκαν, αλλά αυτοί που θέλουν όλη τη «διαδρομή» με ένα δίφραγκο υπάρχουν ακόμα. Σφίγγουν καλά και φυλάνε το τάλιρο στην τσέπη. Τους αρέσει να ζουν με την αγωνία του ελεγκτή και κατεβαίνουν από το λεωφορείο μόλις τον μυριστούν για να πάρουν το επόμενο. Σε αυτούς τους ανθρώπους πείτε «Τέρμα τα δίφραγκα».

achooΕίχε διαβάσει κάπου πως οι αλλεργίες είναι ασθένειες της νεότητας κι έτσι η πρώτη άνοιξη που έφυγε χωρίς ούτε ένα τόσο δα συμπτωματάκι, του προκάλεσε κατάθλιψη. «Αυτό ήταν, νεότητα τέλος» σκέφτηκε. Το ημερολόγιο έδειχνε 1η Ιουνίου του 2004. Την επόμενη χρονιά του κακοφάνηκε λιγότερο, την μεθεπόμενη ακόμα λιγότερο μέχρι που η αλλεργία έγινε ανάμνηση.

Πέντε ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει όταν τέλη Απριλίου η αλλεργία του επιτέθηκε με την ίδια ορμή που επιτίθεται και η νεότητα. Μέτρησε σαράντα φταρνίσματα σε πέντε λεπτά , χώρια τα πρώτα που δεν τους έδωσε σημασία. «Που κρύωσα;» ήταν η πρώτη του απορία. Όταν «σαράντισε» χαμογέλασε εξουθενωμένος, σύρθηκε μέχρι τον υπολογιστή, τον άνοιξε, φταρνίστηκε άλλες εννέα φορές και άρχισε να γράφει : «Είχε διαβάσει κάπου πως οι αλλεργίες είναι ασθένειες της νεότητας…»

…με spin

29/03/2009

Μελετώντας την συμπεριφορά των γυναικών που είχαν περάσει από την ζωή του διαπίστωσε πως σε αντίθεση με την δική του, που ήταν ίδια με την συμπεριφορά ασήμαντου υλικού σημείου, η δική τους είχε τα χαρακτηριστικά ενός στερεού σώματος. Όταν μια δύναμη δράσει σε ένα υλικό σημείο αυτό θα κινηθεί, θα αλλάξει θέση θα μεταφερθεί. Αντίθετα, ένα στερεό σώμα μπορεί να μείνει στη θέση του – ή να μετακινηθεί  -περιστρεφόμενο γύρω από τον εαυτό του ανάλογα με το σημείο στο οποίο ασκείται η δύναμη. Αυτό ήταν, το είχε βρει. Δεν πρέπει να τις αφήνει να ασκούν την έλξη τους στο κέντρο της ύπαρξής του αλλά σε κάποιο άλλο που θα μεταβιβάζει ένα μέρος της ενέργειάς τους στην ιδιοπεριστροφή του. Αρκεί βέβαια να μη ζαλιστεί.


Έξω από το πατρικό μου υπήρχε ο μοναδικός τηλεφωνικός θάλαμος της γειτονιάς. Πιο πολύ τηλεφωνούσαν γυναίκες. Όταν ξεχνούσαν κάτι, το φύλαγα μήπως το αναζητήσουν. Μερικές μιλούσαν σιγά, με μάτια κλειστά, κρατώντας το τηλέφωνο με τα δύο χέρια.  Μετά έβαζαν το ακουστικό αργά, προσεκτικά, στη θέση του σα να αποχωρίζονται κάτι αγαπημένο. Έβγαιναν από τον θάλαμο σκεφτικές τόσο, που καταλάβαινες ότι μετάνιωσαν για κάτι που είπαν ή που δεν είπαν και ξαναγύριζαν να πάρουν πάλι τηλέφωνο για να επανορθώσουν. Κάποιες από αυτές τις δεύτερες φορές έβγαιναν δακρυσμένες. Σε μία από αυτές χάρισα το μοναδικό μου κέρμα για ένα δεύτερο τηλεφώνημα. Θέλησε να με φιλήσει αλλά δεν την άφησα. Ήμουν μικρός. Μου έφτανε που ξέχναγε τη μυρωδιά της στον τηλεφωνικό θάλαμο και γω την φύλαγα.

dsc00151Γερνάει η μάνα σιγά –σιγά. Όλο για φάρμακα  μιλάει. Προχθές, το θέμα ήταν τα φάρμακα της θείας μου της Ελένης. Αγαπημένη θεία. Πως λέμε, μάνα είναι μόνο μία;  Ε,  θεία είναι μόνο μία.

Πρέπει να κοντεύει τα ενενήντα. Πάνε χρόνια που έχουμε να την πούμε “Λουλού”.  Μεγάλη ιστορία. Αντάρτισσα στο βουνό, γάμος με τον σύντροφο, υιοθεσία, διαζύγιο, έρωτας σφοδρός με τον “αντίπαλο” , γέννα, γάμος, ένα σπίτι δίπλα σε  θάλασσα.

Επιμένει να ζει μόνη δίπλα στον γιό και κοντά στη θάλασσα, σε ένα δωμάτιο, μια κουζίνα και μια μεγάλη αυλή με πολλά τριαντάφυλλα. Περιμένει την άνοιξη. Από την θεία Λουλού πρωτοάκουσα ότι «ο άνθρωπος πρέπει να έχει κάτι καλό να περιμένει» και πως «τα βάρη της οικογένειας μόνο ο έρωτας μπορεί να τα σηκώσει».

eclipseΜικροί ακούγαμε πως μόνο τα φαντάσματα δεν έχουν σκιά. Στο σχολείο μάθαμε πως η σκιά προκαλεί τις εκλείψεις του ήλιου και της σελήνης. Όταν μεγαλώσαμε οι εκλείψεις γέννησαν ελλείψεις.

Ο συνομιλητής μου ήταν φίλη παιδική, μπερδεμένη πολύ. Σταθήκαμε κάτω από το φως της κολώνας. Μιλούσαμε μετακινώντας την σκιά μας πέρα δώθε. Έκανε κρύο.

«Έχεις όλα όσα θέλησες. Οικογένεια, σπίτι, δουλειά. Έχεις βάλει τη ζωή σου  σε μια σειρά, μια τάξη. Τι σου λείπει;» ρώτησα

«Έτσι δημιουργούνται οι εκλείψεις.  Όταν ο ήλιος η σελήνη και η γη μπαίνουν σε μια σειρά» απάντησε

Τελικά είναι αλήθεια.

«Το φως υπάρχει αλλά είναι αόρατο. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι συναντάει το φως στη πορεία του. Το σκοτάδι δεν υπάρχει αλλά δε μπορείς να δεις μέσα σε αυτό.»


fries1Ένα παιδί έχει βγει στο μπαλκόνι και φωνάζει,  καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα… Θα ξεπαγιάσει. Μόλις με βλέπει σταματάει. Του φωνάζω καληνύχτα αλλά δεν απαντάει. Περιμένει να τραβήξω την κουρτίνα και αρχίζει πάλι. Καληνύχτα, καληνύχτα, καλ…η τελευταία καληνύχτα κόβεται στη μέση από τον θόρυβο μπαλκονόπορτας που  βροντάει  από θυμωμένο χέρι.

«Βλέπεις τι γράφει εδώ;»  Ο πατέρας μου έχει ανοίξει το θυμωμένο χέρι του μπροστά στα μάτια μου. «Βλέπεις;»
Δεν γράφει τίποτα. Και να έγραφε εγώ δε ξέρω ακόμα να διαβάζω. Αλλά ξέρω που το πάει. Να μη πετάω παιχνίδια ούτε καληνύχτες από το μπαλκόνι μας όπως έκανε εκείνος με τα ρούχα της μαμάς, που δε ξέρω που έχει πάει, και λείπει συνέχεια, και έρχεται η γιαγιά μου και μας φέρνει φαγητά χωρίς πατάτες τηγανητές.

2Τι μέρα είναι σήμερα; Κυριακή; Πότε πήγε Κυριακή;

Δεν θα γράψω 123 λέξεις σήμερα. Θα αντιγράψω περισότερες. Έτσι. Κατ’ εξαίρεση επειδή είναι η μέρα της γυναίκας. Θα “μιλήσουμε” για “νόμιμα” επιδοτούμενα από το ελληνικό κράτος βασανιστήρια στις γυναικείες φυλακές.

Πρόκειται για αφηγήσεις γυναικών που κρατούνται ή κρατήθηκαν στις ελληνικές φυλακές. Γυναίκες  που τις βίασαν και τις βιάζουν ανθρωποφύλακες βάση κανονισμού ανύπαρκτου.

Όσοι προέβησαν στις πράξεις που περιγράφονται στις αφηγήσεις των γυναικών πρέπει να δικαστούν για αυτουργία σε βιασμό και οι προιστάμενοί τους για ηθική αυτουργία.

Αν “ανοίξετε” το ποστ θα είναι σαν να ανοίγετε την πόρτα θαλάμου βασανιστηρίων. Όσα θα διαβάσετε δεν είναι ευχάριστα για αυτό σκεφτείτε καλά πριν συνεχίσετε την   ανάγνωση   … Read the rest of this entry »

rozetessΤα καλοκαίρια βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί. Ήταν γυψαδόρος.  Ήθελα και γω να μάθω αλλά δεν μου έδειχνε.
- Θα μου δείξεις;

Δεν απάντησε – αυτό σήμαινε όχι.

Προσπαθούσα μόνος μου όταν έλειπε στις οικοδομές. Εγώ δεν πήγαινα μαζί. Αν δεν υπήρχε νοικοκυρά μερακλού να κερνάει μεζεδάκια, γλυκά, πορτοκαλάδες, βαριόμουν.

Ένα καλοκαίρι ρώτησα αν μπορώ να πάω να δουλέψω αλλού.
- Που;
-  Σε μηχανουργείο.
Δεν απάντησε – αυτό σήμαινε όχι.
Πήγα.

Σε δύο μέρες γύρισα. Οι μαστόροι ήθελαν να κάνω μια “χάρη”  στην σπιτονοικοκυρά τους.
-  Είναι χήρα, θα περάσεις καλά…
Δώδεκα εγώ – εξήντα αυτή.
Νταβατζήδες είναι; Το έβαλα στα πόδια.

Το άλλο πρωί εμφανίστηκα στο μαγαζί.
- Δεν θα πας στο μηχανουργείο;
Δεν απάντησα…
- Θέλεις να σου δείξω να φτιάχνεις ροζέτες;  Κοιταχτήκαμε, χαμογέλασα

…αυτό σήμαινε ναι!

rembrandt81Για σκέψου και τον ζωγράφο, που παρατηρεί τον εαυτό του στον καθρέφτη, δίπλα στην αυτοπροσωπογραφία του. Πόση τόλμη, πόση ειλικρίνεια χρειάζεται για να απαρνηθεί το είδωλό του, να αποδεχθεί την ασχήμια, να “συλλάβει”  φώτα  σκιές  φόρμες, την αλήθεια της μορφής του.

Πόσο βαθειά «μέσα» κρύβεται το «έξω», πόσο «άλλο» περιέχεται στο «εγώ», πόσο σκοτάδι έχει επενδυθεί στη λάμψη και τον όγκο των χρωμάτων, πόση στοργή στην αυστηρότητα μιας γραμμής, πόση φροντίδα στα θέλγητρα μιας καμπύλης!

Για σκέψου και κάθε ζωγράφο. Τι βάσανο η τελευταία πινελιά, τι βάσανο να λες «τέλος», όχι στην ασχήμια αλλά στην ομορφιά, όχι από αγανάκτηση αλλά από ικανοποίηση, όχι από μίσος αλλά από αγάπη για το δημιούργημά σου!

Τι βάσανο μερικές φορές η τελευταία από εκατόν είκοσι τρείς λέξεις.

…………………………………………………………

Αφιερωμένο σε έναν αγαπημένο ζωγράφο

12Κάπου διάβασα πως οι γυναίκες γοητεύονται από τα μικρά σημάδια στα πρόσωπα των ανδρών. Γοητεύονται, αλλά δεν τους επιλέγουν «τελικά». Έτσι λένε οι ψυχολόγοι, αλλά θέλω να το θεωρώ χαζό. Από την άλλη πάλι, όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη και βλέπω το σχίσιμο αριστερά στο πάνω μέρος των χειλιών μου λέω «Λες;», αλλά αμέσως ξεχνάω τους ψυχολόγους και θυμάμαι μόνο τον παιδικό μου φίλο τον Αλέκο να με κυνηγάει στο πεζοδρόμιο, κλέφτες και αστυνόμους παίζαμε, να σκουντουφλάω και να πέφτω. Θυμάμαι τον παππού μου να με κρατάει αγκαλιά , την βελόνα του γιατρού να τρυπάει το παιδικό μου δέρμα και στο γυρισμό, με την γάζα να μου κλείνει το στόμα, να ρωτάω με αγωνία αν θα μπορώ να τρώω ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα βερίκοκο.