…γκρεμισμένες
10/11/2009
Τον θείο Κώστα όλοι τον έλεγαν περίεργο ξεροκέφαλο και μονόχνοτο. Εγώ όμως τον συμπαθούσα. Πρώτο γιατί με πήγαινε στη γέφυρα και χαζεύαμε τα τρένα, δεύτερο γιατί με άφηνε να παίζω με το βαλσαμωμένο κροκοδειλάκι που στόλιζε το σαλόνι του και τρίτο και σπουδαιότερο γιατί μου έμαθε διαίρεση.
Εγώ ήξερα να διαιρώ με μονοψήφιο αλλά εκείνος επέμενε να μάθω διαίρεση με διψήφιο και τριψήφιο.
«Τα πολλά πρέπει να μοιράζονται στους πολλούς όπως στον σοσιαλισμό! Όχι σε λίγους, όπως στον καπιταλισμό…» έλεγε.
Παιδεύτηκα, αλλά τελικά έμαθα. Μία μέρα τον ρώτησα. «Γίνεται θείε να μοιράσουμε τα λίγα στους πολλούς;»
Μου απάντησε χρόνια μετά, τη νύχτα που έπεσε το τείχος στο Βερολίνο, πάνω στη γέφυρα, χαζεύοντας τα τρένα.
«Γίνεται»
«Και πως λέγεται αυτό το πολίτευμα;»
«Υπαρκτός σοσιαλισμός»
…επετειακές
30/10/2009
Χαράματα. Χάρμα οφθαλμών τα χρώματα αλλού – υποθέτω.
Έστω ότι φεύγω. Τι να πάρω μαζί μου;
Σίγουρα θα κάνει κρύο. Έτσι έχω ακούσει.
Ας φτιάξω έναν ζεστό καφέ πρώτα. Να το σκεφτώ.
Με προσοχή όμως ε; Μη τους ξυπνήσεις.
Τα παιδιά δεν έχουν σχολείο σήμερα. Ας κοιμηθούν λίγο παραπάνω.
Πως αποχαιρετά κανείς τον εαυτό του; Σίγουρα δεν του εύχεται καλή αντάμωση.
Αποχαιρετισμοί και βλακείες. Τέλος πάντων.
Πρέπει βάλεις τα πράγματα σε μια σειρά. Άντε σε δύο. Όχι σε τρεις.
Η ζωή δεν είναι παρέλαση αγαπητέ μου. Ή μήπως είναι;
Εν – δυο, Εν – δυο, Εν – δυο – τρεις. Το χάσαμε το βήμα.
Αποφάσισα. Θα πάω την μικρή στην παρέλαση σήμερα και φεύγω αύριο.
Κι αύριο μέρα είναι. Κι εγώ άνθρωπος είμαι. Και η ζωή παρέλαση είναι.
…και ένα νυφικό
27/10/2009
Τον περίμενε δεκατέσσερα χρόνια. Έφυγε για την Αμερική όταν αυτή ήταν δεκαοκτώ χρονών.
Στα εφτά χρόνια της έγραψε «Έρχομαι. Ράψε νυφικό».
Μα δεν ήρθε.
«Μια μεγάλη δουλειά…»
Πέρασαν άλλα εφτά χρόνια.
«Ράβω νυφικό Μήτσο » του έγραψε και είπε το «Ναι» στον δάσκαλο του χωριού.
Απάντηση δεν πήρε.
Ήρθε η μέρα του γάμου.
Με τα πόδια στην εκκλησία. Αργά αργά. Δεν βιαζόταν.
«Αν γυρίσει;»
Στα σκαλιά της εκκλησίας κοντοστάθηκε.
«Γύρισε ο Μήτσος» φώναξε κάποιος.
Σούσουρο στη πλατεία μεγάλο.
Μια κόρνα ακούστηκε μακριά.
Γύρισε κι είδε ένα σύννεφο σκόνης στις στροφές του βουνού
«Πως τρέχει έτσι καλέ;» πρόλαβε να φωνάξει μια γυναίκα πριν το αμάξι γκρεμιστεί.
Την άλλη μέρα έκατσε και του ‘γραψε : «Μήτσο μη βιαστείς. Θα τ’ αργήσει μώπε η μοδίστρα το νυφικό»
…για ένα λαχείο
25/09/2009
Είχαμε μια φίλη που από μικρή ήθελε να παντρευτεί. Όχι όποιον κι όποιον όμως. Το όνειρό της ήταν να παντρευτεί κάποιον που θα ονομαζόταν Νίκος Παπαδόπουλος. Εμείς νομίζαμε ότι το έλεγε στα αστεία, αλλά σοβαρολογούσε.
Απευθύνθηκε σε γραφεία συνοικεσίων, ιδιωτικούς ντετέκτιβ, καφετζούδες, μέντιουμ. Όταν είχε απελπιστεί και αποφασίσει να συμβιβαστεί ακόμα και με κάτι όπως Νάσος Παπαδόπουλος της έπεσε το λαχείο. Για την ακρίβεια της έπεσε όλο το πορτοφόλι, μαζί με την ταυτότητα και το λαχείο, μέσα στο ταξί.
Ο άντρας που το βρήκε λεγόταν Νίκος Παπαδόπουλος και έψαχνε να παντρευτεί μια γυναίκα που θα την έλεγαν Νίκη Παπαδοπούλου. Έτσι κι έγινε. Παντρεύτηκαν. Εφτά μήνες αργότερα όμως χώρισαν, αφού η Νίκη ερωτεύτηκε τον αδελφό του, Νάσο, που η φίλη μας τον φώναζε Θανάση.
…
Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι συμπτωματική.
…στο κάτω κάτω της Γραφής.
06/09/2009
Η Γραφή είναι ορεινό χωριό με παπά, δάσκαλο, αστυνόμο και έναν κατ’ έθιμο δικαστή, τον Απόστολο. Ο Απόστολος κατοικεί στο κάτω – κάτω σπιτάκι της Γραφής. Οι αποφάσεις του είναι σεβαστές και τελεσίδικες. Εξ ου και η παροιμιώδης φράση «Στο κάτω – κάτω της γραφής το είπε ο Απόστολος».
Το «είπε» είναι σχήμα λόγου γιατί ο Απόστολος είναι μουγγός. Αφού ακούσει προσεκτικά τους αντίδικους και τους υπερασπιστές γράφει την απόφαση σε ένα πινακάκι και ο δάσκαλος την διαβάζει δυνατά στην πλατεία του χωριού. Μετά ο Απόστολος την σβήνει με ένα σφουγγάρι.
Όταν ρώτησα πως θυμάται τις αποφάσεις του, ο Απόστολος απάντησε «Δεν θυμάμαι, γιατί όταν θυμάμαι δεν ακούω! Και στο κάτω – κάτω της γραφής αποστολή μου είναι να ακούω και ν’ αποφασίζω.»
Επιμύθιο : Γράψε – σβήσε, νύχτωσε στο άψε – σβήσε.
…μια κουκουβάγια μια αλεπού κι ένα γουρούνι.
01/09/2009
Μια φορά κι ένα καιρό, βραδάκι ήτανε, ανηφόριζα στις σκοτεινές στροφές του Πηλίου, όταν ξαφνικά, νάσου μπροστά μου μια κουκουβάγια, ακίνητη μες τη μέση του δρόμου. Μαρμαρωμένη.
Της κορνάρω να φύγει. Τίποτα.
Κατεβαίνω, πλησιάζω.
Δάκρυα κυλούσαν από τα μεγάλα μάτια της.
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» με ρωτάει.
Την λυπήθηκα
«Ναι» της λέω «ζει».
«Τότε να του πεις πως είναι γουρούνι!» φωνάζει και δίνει μια και χάνεται στα σκοτάδια του δάσους.
Στη επόμενη στροφή, νάσου μπροστά μου ένα γουρούνι. Του κορνάρω να φύγει, τίποτα.
Με πλησιάζει.
«Ξέρεις ποιος είμαι γω;» λέει κορδωμένος «είμαι ο βασιλιάς Αλέξανδρος».
«Σιγά! Γουρούνι είσαι!» του κάνω.
«Γουρούνι είμαι για την κουκουβάγια. Για την αλεπού που είναι ερωτευμένη μαζί μου είμαι ο βασιλιάς Αλέξανδρος!» μου απαντά κλείνοντας το μάτι.
…………..
Επιμύθιο: Όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα φτάνει η κουκουβάγια και αντιστρόφως.
…για δράκους
18/08/2009
Μια φορά είδα έναν δράκο.
Ήταν κρυμμένος στην χαρουπιά της αυλής.
Εγώ ήμουν στην σκάφη μου – κατά φαντασίαν ψαράς – απελπισμένος χωρίς πανιά, χωρίς κουπιά, ακίνητος.
Το τεράστιο μάτι του δράκου ξεπρόβαλλε αγριεμένο ανάμεσα στα φύλλα της χαρουπιάς.
- Δεν σε φοβάμαι δράκε, φωνάζω φοβισμένος.
Και τι κάνει αυτός νομίζετε;
Μου κλείνει το μάτι και μου πετάει κατακέφαλα ένα τεράστιο χαρούπι.
Το πιάνω κι εγώ και του το ξαναπετάω με όλη μου την δύναμη.
Ένιωσα την “βάρκα” μου να κινείται.
Μου το ξαναπετάει. Το πιάνω, το πετάω πάλι, ξαναπροχωράει η “βάρκα”.
Πιάσε – πέτα το χαρούπι, κατάφερα και γύρισα στο “νησί” μου.
– Έπιασες ψάρια χαρά μου; ρώτησε η “γυναίκα” μου.
– Ένα χαρούπι έπιασα και το πέταξα, απάντησα χαρούμενος.
Αλλά μόλις αντίκρυσα το αγριεμένο της μάτι φοβήθηκα.
…
Επιμύθιο : Καλύτερα να σε κυνηγάει ο δράκος παρά να σε περιμένει.
… on the rock
21/07/2009
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βράχος πολύ σκληρός και πολύ εγωκεντρικός. Κοιτούσε αφ’ υψηλού κάθε πετραδάκι. Όταν φυσούσε αέρας τα σκουπίδια στριφογυρνούσαν γύρω του πριν σκορπιστούν στους πέντε ανέμους και τα ορμητικά λασπόνερα της βροχής λες κι έχαναν την δύναμή τους σαν τον συναντούσαν στο διάβα τους.
Μήτε ο αγέρας μήτε το νερό μήτε η φωτιά μπορούσαν να τα βάλουν μαζί του. Τίποτα δε μπορούσε να τον κουνήσει από την θέση του.
Στον μεγάλο κατακλυσμό αντιστάθηκε στους χείμαρρους που προσπάθησαν να τον παρασύρουν. Σπιθαμή δεν κουνήθηκε. Όταν κόπασε το κακό χαμογέλασε αυτάρεσκα. Αλλά μόνο για μια στιγμή γιατί …
Ξαφνικά άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Μαλάκωσε το χώμα, πήρε το σχήμα του, τον σκέπασε και χάθηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Επιμύθιο : Κουνηθείτε από την θέση σας.
…με ψέματα
15/07/2009
Ο κύριος Τ είχε το ψέμα στο τσεπάκι. Ίσως να έφταιγε και το όνομά του. Τσεπάκης.
Δεν έλεγε ψέματα μόνο για να καλύψει κάποιο ατόπημα, αλλά για να αποκτήσει ότι έλειπε από την ζωή και την προσωπικότητά του. Το κακό ήταν πως όταν ξέμενε, έλεγε τα ίδια ψέματα αλλιώς.
Διότι το έχει το ψέμα αυτό το κακό. Ποτέ δεν μπορείς να το ξαναπείς με τον ίδιο τρόπο. Την δεύτερη φορά θα το κάνεις καλύτερο για σένα αλλά χειρότερο για τους άλλους.
Μια φορά που του ξέφυγε μια αλήθεια μήνυσε τον εαυτό του για συκοφαντική δυσφήμηση. Μετά ζητούσε από φίλους δανεικά για να πληρώσει τον δικηγόρο.
Τελικά κατέληξε στη φυλακή. Έπεισε όμως τον εαυτό του ότι κάνει διακοπές κοινωνικού τουρισμού σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων.
…αστειοφόρες
30/06/2009
Πάνε περίπου εβδομήντα χρόνια από τότε που το τελευταίο αστειοφόρο πλοίο προσάραξε στα βράχια του νησιού μας. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες το φορτίο χάθηκε. Μέσα από ένα τεράστιο ρήγμα σε σχήμα χαμόγελου χύθηκε από τ’ αμπάρια και παρασύρθηκε από τα ρεύματα της θάλασσας.
Λένε, πως για ένα ολόκληρο φεγγάρι, τις νύχτες, απ’ τη χώρα του νησιού κοιτάζοντας προς την θάλασσα, έβλεπες κάτι, μια λάμψη υποθαλάσσια, να ακολουθεί την πορεία των ρευμάτων. Κι ανάμεσα στις πνοές του αέρα, αν αφουγκραζόσουν, μπορούσες να ακούσεις γέλια και χαρούμενες φωνές.
Και για όλα ξέρετε ποιος φταίει; Ο Κωνσταντής ο καφετζής φταίει. Που έτσι για καλαμπούρι, είπε στον νεοδιόριστο φαροφύλακα πως καλύτερα να τον σβήσει τον φάρο γιατί χάλασε λέει η λάμπα κι αναβοσβήνει. Και πνίγηκαν στα γέλια.
…ευρέως φάσματος
03/06/2009
Η Ωγκμεντίν. Η όμορφη, γλυκειά Ωγκμεντίν μας. Δεν ήταν αυτό το κανονικό της όνομα, έτσι την ονομάσαμε μετά. Έτσι την θυμόμαστε και οι τρεις.
Τότε:
Ο ένας παντρεμένος και ερωτευμένος με μια πιτσιρίκα, ο άλλος χωρισμένος και ερωτευμένος με μια παντρεμένη, ο τρίτος αδιάφορος για τις γυναίκες μετά από τρεις αποτυχημένους αρραβώνες.
Γνωρίσαμε την Ωγκμεντίν στο Παρίσι. Ήταν ξεναγός μας, όχι τόσο στα αξιοθέατα της πόλης όσο στις άγνωστες μέχρι τότε για εμάς πτυχές της γυναικείας ψυχής.
Κανείς μας δεν κοιμήθηκε με την Ωγκμεντιν. Αλλά και οι τρεις «ξυπνήσαμε» μαζί της, γλυκά, σαν από ύπνο βαθύ του πυρετού, με το μυαλό γεμάτο “αντισώματα”.
«Mε το ψέμα αλλάζω, με την αλήθεια εξελίσσομαι» είπε την τελευταία μέρα στο αεροδρόμιο και μας φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.
…μετανοιωμένες
12/05/2009
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια γλάστρα, μικρή, πήλινη, που δεν ήθελε να μεγαλώσει. Φοβόταν ότι θα γίνει «σκουπιδοτενεκές» όπως εκείνη η μεγάλη ροζ γλάστρα στο διπλανό μπαλκόνι.
«Μπορεί να γίνεις ένα όμορφο μεγάλο πιθάρι» την παρηγορούσε η θεία της η ζαρντινιέρα.
«Εγώ; Να γίνω χοντροπίθαρο; Γεμάτο ραγάδες; Ποτέ»
Η γαρδένια όμως που μεγάλωνε μέσα της συνέχισε να φουντώνει.
Μια Κυριακή πρωί, η «κυρία» της κουβάλησε στο μπαλκόνι ένα πιθάρι, το γέμισε με φρέσκο χώμα, έβγαλε την γαρδένια από την μικρή γλάστρα και την φύτεψε στο «χοντροπίθαρο».
Με το καιρό, το λιγοστό χώμα της γλαστρούλας ξεράθηκε. Μόνο κάτι σκόρπιες σταγόνες βροχής δρόσιζαν το ξεραμένο δέρμα της.
Από τότε, τις νύχτες, η μικρή γλάστρα ονειρεύεται πως μεγαλώνει και γίνεται ένα όμορφο μεγάλο πιθάρι.
…προγαμιαίες
09/05/2009
Παντρεύεται και η Φ. Αύριο δεσμεύεται ενώπιον Θεού, Φίλων, Συγγενών και εαυτού, ότι θα αγαπάει τον ίδιο άντρα για την υπόλοιπη ζωή της. Παραμονές του γάμου, οι φίλες θεράπευαν την προγαμιαία αγωνία με την παραίνεση «Μια φορά παντρεύεσαι. Χαλάρωσε και απόλαυσέ το».
Εγώ ρώτησα «Που το ξέρετε;» με αγριόκοιταξαν αλλά συνέχισα «Που το ξέρετε ότι θα παντρευτεί μόνο μία φορά;» Ήθελα να ρωτήσω «Πως ξέρετε ότι δεν θα ερωτευτεί δεύτερη φορά;» μα ένα βλέμμα από εκείνα με την αξιοπρεπή αγωνία του αμυνόμενου και τον ηρωισμό του πολιορκημένου από την θλίψη ανθρώπου, μου φάνηκε πως έλεγε «Οι γυναίκες παντρεύονται μια φορά, άσχετα αν ερωτεύονται περισσότερες». Σταμάτησα.
Διέκρινα την άγρια χαρά του νικητή στη γυναικεία συντροφιά και σκέφτηκα πως είναι φρονιμότερο να αναζητήσω τον ηττημένο.
…για πρινter
07/04/2009
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας εκτυπωτής που δεν έπαιρνε τα γράμματα. Έκανε συνέχεια ορθογραφικά λάθη. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει το «φαινόμενο» που χειροτέρευε κάθε μέρα.
Σιγά σιγά άρχισε να μπερδεύει τα χρώματα , μετά τα σχήματα και στο τέλος τις μορφές. Μια μέρα τύπωσε καουμπόηδες να δαμάζουν άγρια πρόβατα, παπάδες να οδηγούν καρτ, την υπουργό παιδείας να χορεύει τσιφτετέλι στο υπουργικό συμβούλιο. Του δώσανε τα καλύτερα φάρμακα, τον πήγαν στους καλύτερους μηχανικούς. Τίποτα. Αγιάτρευτος.
Τον αποσύνδεσαν, τον έκλεισαν στο πατάρι, αλλά αυτός ξελόγιασε ένα ξεχασμένο μόντεμ-ρούτερ και άρχισε να στέλνει τις παράξενες εικόνες του σε άλλους εκτυπωτές.
Είδαν και απόειδαν, τον πήγαν σε έναν φημισμένο pixαναλυτή ο οποίος αποφάνθηκε : “Το πρόβλημα με τον πριντερ βρίσκεται στο παρελθόν του”. Και τον ξαναεγκατέστησε.
…για τα χάσματα
21/03/2009
Το καλοκαίρι ήρθαν οι μπουλντόζες και έσκαψαν μέσα στη μέση του δρόμου κάτι “χάσματα”. Στην αρχή τα έλεγαν λακκούβες. Ήταν τόσο βαθιές που αν στεκόσουν άκρη – άκρη μπορούσες να πέσεις μέσα χωρίς να σε σπρώξει κανείς - από φόβο και μόνο.
Οι εργάτες έβαλαν τα χώματα στη μια πλευρά του δρόμου και στην άλλη κάτι τεράστιους σωλήνες. Βουνό τα χώματα στο πεζοδρόμιό μας. Οι γυναίκες σκούπιζαν, καθάριζαν, γκρίνιαζαν. Οι “άλλες” απέναντι, με τα καθαρά πεζοδρόμια, “κυρίες”.
Σιγά σιγά οι γείτονες έγιναν «οι απέναντι», τα πειράγματα καβγάδες. Πόρτες, πατζούρια βροντούσαν επιδεικτικά, μυστικά ξεθάβονταν και ψιθυρίζονταν με λοξές ματιές.
Το φθινόπωρο οι εργάτες έθαψαν τους σωλήνες, οι λακούβες έκλεισαν, τα πεζοδρόμια καθάρισαν. Έμειναν μόνο κάτι σημάδια στην άσφαλτο που θύμιζαν τα χάσματα στα βάθη του μυαλού.


