…με περιφερόμενες “οικόνες”
Μου τελείωσαν οι ιστορίες ή χάθηκαν στη μετακόμιση;
Τα έχουν αυτά οι αλλαγές. Μαζεύεις τα πράγματά σου, τα τακτοποιείς σε κούτες, περιμένεις το φορτηγό κι ενώ τίποτα δεν έχεις ξεχάσει, είσαι βέβαιος πως κάτι έχεις χάσει.
«Για μέτρα κουτιά: Ένα, δύο, τρία … σαράντα οχτώ, σαράντα εννιά. Παρά ένα πενήντα.»
Γράφω μια ιστορία.
«Ιστορία σε πενήντα λέξεις. Του Β.Ζ.
Οδός Κρήνης -το σπίτι κοντά στην αλάνα.
Οδός Χίου -στο ψιλικατζίδικο της Χαρίκλειας είχε και τηλέφωνο.
Οδός Χρυσοστόμου Σμύρνης απέναντι από το γήπεδο.
Οδός Σωκράτους.
Οδός Ανδριανουπόλεως κοντά στην παιδική χαρά.
Οδός Σολωμού –των συζύγων τα ιερά.
Οδός Φαναρακίου -μακριά απ’ όλα.
Οδός Σπετσών κοντά στις μεγάλες αγάπες.
Οδός Αρκαδίου…»
Πενήντα.
Βάζω το χαρτί στην άδεια κούτα, την κλείνω και την «ξεχνάω» στο δρόμο.
Παραμονή της μεγάλης απεργίας κοιμηθήκαμε στα γραφεία το κόμματος. Το πρωί έπρεπε να πάμε έξω από τα εργοστάσια, να πείσουμε τους εργάτες να απεργήσουν. Επαναστάτες της έκτης γυμνασίου ήμασταν τότε.
Στις στροφές της Υλίκης υπήρχε μία καντίνα. Είχε και κάνα δυο τραπεζάκια κάτω από δυο καχεκτικά δεντράκια με θέα στην λίμνη. Μπορούσες να φας σάντουιτς με χωριάτικο λουκάνικο και μουστάρδα, να πιεις την μπύρα σου κουβεντιάζοντας για την στάθμη των νερών που κατέβαινε επικίνδυνα –«πέρυσι είχε πιο πολύ νερό». Αν ήσουν τυχερός και πετύχαινες τον μανάβη με το σκουριασμένο ντάτσουν έτρωγες και τα φρούτο σου.