123 λεξεις…

ΜΙΓΑΔΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

Κατηγορία: νυχτερινά

…με τύψεις μεγαφώνων

Κάθε πρωί  στο λιμάνι. Ξημερώματα Αυγούστου. Αφετηρία λεωφορείων. Προορισμός Νέα Σμύρνη, φροντιστήριο, εξετάσεις.Κάθε πρωί τα πλοία φεύγουν χωρίς εμένα.

Εμένα με παίρνει το λεωφορείο, μαζί με την Καίτη –συντρόφισσα, συμμαθήτρια, ερωτευμένη με τον Στέλιο.

Το καλοκαίρι μου αναχωρεί για Πειραιά -Κλάψα –Γκρίνια -Καζαντζίδη -Νέα Σμύρνη.

Το φελέκι μου! Δεν αντέχω άλλο.

Αντί για τσάντα με βιβλία, σακίδιο εκδρομικό, αλλαξιά, πετσέτα κάτι λεφτά που έχω στην άκρη. Ούτε πολλά, ούτε λίγα.

Στάση στο πρακτορείο. Ένα εισιτήριο. Με ποιο; Με αυτό που φεύγει τώρα; Πάρο; Ναι. Με επιστροφή; Όχι.

Κατάστρωμα, καφές, τσιγάρο.

Να! Λύνουν τους κάβους,φεύγουμε!

Στη στάση η Καίτη περίμενε. Την κοίταζα αφ’ υψηλού μέχρι που…”Το πλοίο αναχωρεί εντός ολίγου. Παρακαλούνται οι υποψήφιοι φοιτητές όπως εξέλθουν του πλοίου” …τύψεις μεγαφώνων με έκαναν φουγάρο.

…για μια μπουκίτσα κι ένα συχώριο

Το βράδυ έτρωγε πάντα μερικές φρυγανίτσες με λίγο τυρί. Αρκετές φορές είχα μοιραστεί μαζί της το λιτό νυχτερινό της δείπνο, που για εμένα τελείωνε με ρυζόγαλο παγωμένο με μπόλικη κανέλλα – φρόντιζε πάντα να υπάρχει φυλαγμένο στο ψυγείο. Για εκείνη τελείωνε με το νυχτερινό ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων. Τότε έπρεπε να την καληνυχτίσω και να την αφήσω να κοιμηθεί.

Ένα βράδυ, πριν την τελευταία μπουκίτσα της, ρώτησα: «Γιαγιά, πως γίνεται και σου περισσεύει πάντα ένα κομματάκι τυρί για το τελευταίο κομματάκι φρυγανιάς; Πως τα καταφέρνεις και δεν μένει αδικημένη η τελευταία μπουκίτσα;».

Τότε εκείνη, αφού άδειασε αργά το πιατάκι της μου απάντησε: «Άλλες φορές είναι αδικημένη γιατί της περισσεύει λιγότερο τυράκι, άλλες όχι. Παραπονεμένη πάντως δε μένει. Το παράπονο, βλέπεις, καταπίνεται εύκολα μα χωνεύεται δύσκολα.»

…λοξοδρομούσες

Χθες το βράδυ, στον δρόμο, έκανα κάτι που είχα πολλά χρόνια να κάνω. Κλώτσησα ένα νεράντζι. Με εκείνη την μπαλαδόρικη κίνηση, ξέρετε, που συνηθίζαμε πιτσιρικάδες, λίγο παιχνίδι, λίγο τσαντίλα, λίγο ανία.

Το νεράντζι κατρακύλησε κάτω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Η γάτα που κρυβόταν σε εκείνο το στεγνό σημείο προφυλαγμένη από το ψιλόβροχο ενοχλήθηκε και απομακρύνθηκε εκνευρισμένη. Συνέχισα να περπατώ βιαστικά.

Είχα κάνει κάμποσα βήματα όταν διαπίστωσα πως δίπλα και λίγο πίσω μου κυλούσε το νεράντζι. Παραξενεύτηκα. Ούτε το χτύπημά μου ήταν δυνατό, ούτε ο δρόμος κατηφορικός.

Στρίβω στην γωνία. Στρίβει κι αυτό. Με ακολουθούσε! Σταματάω, σταματάει.

«Τι θέλεις από μένα;» ρωτάω. Το νεραντζάκι ξαφνιάζεται- κυλάει απογοητευμένο κάτω από έναν κάδο σκουπιδιών.

«Αρσενικό είναι!» σκέφτηκα. «Μόνο τα αρσενικά λοξοδρομούν τρομαγμένα σε αυτή την ερώτηση.»

…σε κατάσταση πολιορκίας

1Ένας τρόπος να μην υποκύψουμε στην επιθυμία, είναι να την φέρουμε αντιμέτωπη με το καθήκον και την υποχρέωση. Είναι βέβαιο ότι με εισαγγελική αυστηρότητα θα της απαγγείλουν την κατηγορία της αδυναμίας.

Ακόμα κι αν δεν εκδοθεί απόφαση, μια υπόδικη επιθυμία είναι αφερέγγυα. Αν πάλι καταδικαστεί και φυλακιστεί ισόβια με την ελπίδα να «σβήσει» σε κάποιο σκοτεινό κελί του μυαλού, υπάρχει ο κίνδυνος να αντέξει μέχρι την στιγμή που θα είναι πια αργά. Γι’ αυτό καλύτερα να μη μπλέξουμε με εισαγγελείς δικαστές  δικηγόρους.

Η επιθυμία έχει επιθετική συμπεριφορά όχι γιατί αναζητά ζωτικό χώρο αλλά γιατί πολιορκείται.  Δεν της αρκεί να διαφύγει κρυφά και μόνη μέσα από τις γραμμές του πολιορκητή.

Η επιθυμία δεν μπορεί να ζήσει αλλού παρά μόνο εκεί που γεννήθηκε.

Και παραδίνεται.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 153 other followers