… για τα αρχαία ναυάγια
12/02/2009
Είχαμε ένα λυόμενο, μισό μισό με τον ξάδελφο, κληρονομιά από τον παππού ˙ στη κορυφή του λόφου στα Αμπελάκια. Από τη βεράντα βλέπαμε καθαρά τη βρώμικη θάλασσα. Μακριά, στο βάθος του ορίζοντα φανταζόμαστε τον Πόρο, την Ύδρα, τις Κυκλάδες, το μπλε, το άσπρο, το πράσινο.
Πηγαίναμε εναλλάξ, με τα μηχανάκια μας και τα κορίτσια μας, για μια αγκαλιά στο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι με το μαλακό σομιέ. Την ανηφόρα την κόβαμε ποδαράτοι, σπρώχνοντας το μηχανάκι που δεν άντεχε ούτε το βάρος ούτε την ορμή μας.
Το σούρουπο κατεβαίναμε στη «παραλία» για περίπατο. Ψυχή πουθενά, μόνο η δική μας, σκόρπια ερημοκλειδωμένα σπίτια, σκιές, μακρινοί θόρυβοι, άλγος μυρωδιάς θαλασσινής. Λέγανε πως ο βυθός είναι σπαρμένος με αρχαία ναυάγια, μα εμείς εκείνον το καιρό δεν τους πιστεύαμε.


