…καμένες

20/10/2009

2Το θέμα είναι να ξέρεις πότε θα το ξεφουρνίσεις. Διότι αν βιαστείς, ή θα  φας το φαγάκι ωμό και θα σου κάτσει στο στομάχι ή θα του κόψεις την φόρα και θα αργήσει να ψηθεί. Αν πάλι καθυστερήσεις ή ξεχαστείς,  θα σου αρπάξει.

Μπορείς βέβαια να υποκριθείς πως δεν κάηκε, όπως έκανε η μάνα μου κάποιες φορές, οπότε με δήθεν αδιάφορο ύφος προσπαθούσε να προλάβει τις αντιδράσεις μας «Αυτό το λάδι δεν ήταν καλό, μύρισε το φαγητό» ή «Αυτά τα όσπρια είχαν περίεργη όψη, δεν θα τα ξαναπάρω».

Και ενώ αναζητούσε το βλέμμα μας για να σιγουρευτεί πως την πιστέψαμε, ο πατέρας μου αφού τελείωνε γρήγορα-γρήγορα το φαγητό του το ξεφούρνιζε : «Σου άρπαξε πάλι το φαγητό». Κι έριχνε πάλι το λάδι στη φωτιά.

16Είχαμε ένα λυόμενο, μισό μισό με τον ξάδελφο, κληρονομιά από τον παππού ˙ στη κορυφή του λόφου στα Αμπελάκια. Από τη βεράντα βλέπαμε καθαρά τη βρώμικη θάλασσα. Μακριά, στο βάθος του ορίζοντα φανταζόμαστε τον Πόρο, την Ύδρα, τις Κυκλάδες, το μπλε, το άσπρο, το πράσινο.

Πηγαίναμε εναλλάξ, με τα μηχανάκια μας και τα κορίτσια μας, για μια αγκαλιά στο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι με το μαλακό σομιέ. Την ανηφόρα την κόβαμε ποδαράτοι, σπρώχνοντας το μηχανάκι που δεν άντεχε ούτε το βάρος ούτε την ορμή μας.

Το σούρουπο κατεβαίναμε στη «παραλία» για περίπατο. Ψυχή πουθενά, μόνο η δική μας, σκόρπια  ερημοκλειδωμένα  σπίτια, σκιές, μακρινοί θόρυβοι,  άλγος μυρωδιάς θαλασσινής. Λέγανε πως ο βυθός  είναι σπαρμένος με αρχαία ναυάγια, μα εμείς  εκείνον το καιρό δεν τους πιστεύαμε.