…για ένα χέρι.
12/01/2008
Δεν θυμάμαι πότε έχασα το χέρι μου. Όλοι λένε πως είναι αδύνατο να μη θυμάμαι γιατί δεν ήμουν δα και τόσο μικρός. Όμως εγώ δε θυμάμαι.
Είχα πάντα ένα χέρι και δε μου χρειάστηκε ποτέ δεύτερο. Ακόμα κι όταν οι φίλοι μου ζητάγανε “να βάλω ένα χεράκι”
Νομίζω πως αν γινόταν ένα θαύμα και φύτρωνε ξαφνικά το δεξί μου χέρι θα μπερδευόμουν. Απορώ μάλιστα πως δεν μπερδεύεστε κι εσείς.
Ναι, ναι, ξέρω. Σκέφτεστε τώρα πως είμαι ένας ψωροπερήφανος γιατί δεν παραδέχομαι πως δε μπορώ να κάνω όσα κάνετε εσείς. Αλλά έχετε άδικο.
Μπορείτε βέβαια να κάνετε με τα δυο σας χέρια ότι περνάει από το κεφάλι σας, αλλά εγώ κάνω πάντα, μόνο αυτό που περνάει από το ένα χέρι και το κεφάλι μου.
…και μια ερώτηση
08/01/2008
Μπορεί να μας έλεγε την αλήθεια. Τα γεγονότα όμως τα οποία προφανώς είχε επιλέξει με επιμέλεια για να αφηγηθεί την ιστορία της και ο συναισθηματικός φωτισμός τους οδηγούσαν με επιδεικτική βεβαιότητα στην δική της εκδοχή.
Δεν γνώριζα πολύ καιρό την γυναίκα και ο χωρισμός της είχε συμβεί όταν τα δύο παιδιά τους ήταν ακόμα μικρά.
Η εκδοχή της, πως η ίδια ήταν ο θύτης, συγκρουόταν με την φανερή επιθυμία της να οικειοποιηθεί ένα μέρος της συμπάθειάς μας προς το θύμα.
Η επιτηδευμένη αφήγηση με έκανε να υποπτευθώ πως την είχε επαναλάβει αρκετές φορές όλα αυτά τα χρόνια, είχε δοκιμάσει όλους τους δυνατούς ρόλους ώστε να ενσωματώσει κάθε πιθανή απάντηση σε κάθε απίθανη ερώτηση εκτός από αυτή:
«Πως νιώθεις όταν διηγείσαι την ιστορία σου;»
…για μια “συμφωνία”
11/12/2007
Άκουσα το τσέλο να ρωτάει με θυμό κι ύστερα το πιάνο να απαντάει ντροπαλά στην αρχή και μετά με οργή.
Συνέχισα να κρυφακούω μέχρι που ένιωσα την μελωδία του πιάνου να δραπετεύει σε έναν εξομολογητικό μονόλογο γεμάτο ανεξήγητες υφέσεις και συγχορδίες σαν πτυχώσεις μνήμης. Σε ποιον μιλούσε;
Το τσέλο σταμάτησε. Που και που ακουγόταν η θυμωμένη αναπνοή του. Από μακριά ακούστηκε το βιολί. Σαν να μην ήταν εκεί… Παύση. Το τσέλο κατάλαβε.
Τώρα ήταν η σειρά του. Ένας νοσταλγικός μονόλογος ξεκίνησε στο τέλος μιας κατιούσας κλίμακας.
Οι απόπειρες του πιάνου να πλησιάσει την λύπη του συντρόφου του έπεφταν στο κενό καθώς οι κλίμακες απωθούσαν η μια την άλλη.
Παύση τετάρτου.
Το πιάνο επανέλαβε το θέμα του τσέλου.
Το τσέλο απάντησε.
Η συμφωνία ολοκληρώθηκε.
…για έναν ντροπαλό ταχυδρόμο
25/11/2007
Εδώ πρωτοστάθηκα.
Τότε υπήρχε μια βαριά ξύλινη πόρτα.
Ίσιωσα το κορμί …
…δεν είναι εύκολο να τα βάζεις με μια κλειστή πόρτα.
Είχε ένα παράθυρο σε σχήμα ρόμβου,
με αυτό το σαγρέ κρύσταλλο
διάφανο σε υποψίες και φόβους.
Χτύπησα.
Όχι δυνατά.
Όσο χρειάζεται για να πω μετά : “Χτύπησα”
Τόσο.
Για μια στιγμή φοβήθηκα από μια ριπή σκιάς στο γυαλί
Νόμιζα πως θα άνοιγε η πόρτα κι έκανα να φύγω, μα γύρισα.
Ξαναχτύπησα.
Αυτή τη φορά πιο δυνατά.
Κάποιος πλησίασε την πόρτα και χωρίς να ανοίξει ρώτησε : «Ποιος είναι;»
«Ταχυδρόμος»
«Υπάρχει γραμματοκιβώτιο. Άφησέ τα εκεί»
Αναγνώρισα τη φωνή της.
Έριξα τα γράμματα και απομακρύνθηκα.
Όχι πολύ.
«Στάσου» φώναξε.
Όπως γύρισα να κοιτάξω χτύπησα στο δέντρο κι έπεσα.
«Μου χτύπησες;» φώναξε.
«Σου χτύπησα» απάντησα.
…για ένα παγκάκι
17/10/2007
Μου έχει γίνει συνήθεια κάθε μεσημέρι που παρκάρω κοντά σε αυτό το παγκάκι δίπλα στη κεντρική λεωφόρο, και κάθε βράδυ που σχολάω, να παρατηρώ όσο το επιτρέπει μια βιαστική διέλευση, τους θαμώνες, προσπαθώντας να μη φανώ αδιάκριτος.
Υπάρχουν κάποιοι σχεδόν μόνιμοι, όπως εκείνος ο κύριος με το άσπρο αθλητικό φανελάκι το κοντό παντελόνι και τις σαγιονάρες και ένας νεαρός με τζιν και μακριά μαλλιά πιασμένα κότσο.
Συνήθως ένα μπουκάλι μπύρας στέκεται όρθιο στο έδαφος ανάμεσα στα πόδια τους προστατευμένο από τις στάχτες των τσιγάρων τους.
Δεν είναι διαβάτες περαστικοί, δεν φαίνονται ερωτευμένοι, ίσως λίγο μελαγχολικοί λίγο ρομαντικοί, ναι. Και κουρασμένοι.
Μερικές φορές κάθονται αμίλητοι σαν μηχανές καταμέτρησης της διερχόμενης αδιαφορίας και άλλες συζητούν έντονα, σαν να διαπραγματεύονται κάποια σημαντική συμφωνία με την μοναξιά .
…για μια αχόρταγη σχέση.
23/09/2007
Η Γιάννα έλεγε πάντα στον άντρα της τον Μάριο. «Η σχέση αγάπη μου είναι κάτι ζωντανό που αναπτύσσεται και εξελίσσεται. Αν δεν την ταΐσεις πεθαίνει από υποσιτισμό». Με αυτά και με αυτά την τάιζαν συνέχεια. Και ήξεραν κι οι δυο τους να «μαγειρεύουν» όμορφα.
Από αδύνατη και «μη μου άπτου» στην αρχή, έγινε στρουμπουλή αλλά γλυκιά. Συνέχιζε λοιπόν το ζεύγος να την ταΐζει. Δώσε της αυτό δώσε της και το άλλο. Μέχρι που έγινε χοντρή, άσχημη, υπέρβαρη, και δυσκίνητη. Τόσο δυσκίνητη που δε μπορούσε να κάνει ένα βήμα χωρίς να την σπρώξουν.
Στο τέλος αφού έφαγε τα πάντα βαρυστομάχιασε και άρχισε να ξερνάει. Και αφού «έβγαλε» ότι «καλό» είχε φάει και είχε αλέσει σε όλη της την ζωή την παράτησαν γιατί τους βρώμαγε.
…για τον θάνατο του “επιβήτορα”
14/09/2007
Την αλήθεια την είπε στον δεσμοφύλακά του την τελευταία ημέρα. Δεν έκανε παιδιά. Έτσι τον άφησε η πρώτη του γυναίκα. Μετά ερωτεύτηκε την Ιουλία και παντρεύτηκαν. Δεν άντεχε να την χάσει και αυτή. Τότε οι γιατροί δεν έκαναν θαύματα όπως τώρα.
Τον πλήρωσε καλά. Πέντε χρυσές λίρες. Έδινε υπνωτικό στην Ιουλία έκλεινε το φως και την πόρτα και έφευγε από το δωμάτιο. Όταν ο άλλος τελείωνε, γύριζε στο κρεβάτι, την έγδυνε, γδυνόταν κι αυτός και έπαιρνε από το ίδιο χάπι να καταφέρει να κοιμηθεί. Αυτό έγινε πολλές φορές.
Την «τελευταία» φορά η Ιουλία έπιασε παιδί αλλά το υπνωτικό δεν έπιασε αυτόν. Ούτε το δεύτερο, ούτε το τρίτο…. Δεν είπε τίποτα.Το παιδί γεννήθηκε, ζαβό. Την ίδια μέρα, τον βρήκε τον σκότωσε και παραδόθηκε.
…για την ακακία
08/09/2007
Όταν η μάγισσα Ακακία βαρέθηκε τις κακίες και την μοναξιά αποφάσισε να πάει στο ινστιτούτο καλοσύνης.
Οι καλοί θεραπευτές μέτρησαν την κακία της και την βρήκαν υπερβολική. Έτσι την έβαλαν σε αυστηρό πρόγραμμα. Προσπάθησε σκληρά και γρήγορα έλαμπε από καλοσύνη. Κάποιες ανεπαίσθητες ρυτίδες κακίας που απέμειναν, απλά της πρόσθεταν χάρη.
Το επόμενο καλοκαίρι, όταν έκανε τα μπάνια της στα Καλά Νερά γνώρισε τον άντρα της. Τον παντρεύτηκε αμέσως και έκαναν δύο καλά παιδιά.
Ένα πρωί τρύπωσε στο σπίτι ένας βάτραχος.
«Σε παρακαλώ κάνε με πάλι άνθρωπο» την παρακάλεσε.
Τότε θυμήθηκε. Ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Την είχε αρνηθεί και τον είχε μεταμορφώσει σε βάτραχο.
Ταράχτηκε και τον έδιωξε.
Ύστερα, σκούπισε τα δάκρυα, μεταμορφώθηκε σε βατραχίνα και έτρεξε στο ποτάμι να τον παρηγορήσει.
…για μια ρομαντική ντομάτα
13/08/2007
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πολύ όμορφη γλυκιά ντομάτα. Όλοι την παίνευαν και την μακάριζαν. Η κυρα Ντόρα η μάνα της, είχε βρει από νωρίς τον γαμπρό.
«Αχ τι όμορφη χωριάτικη σαλάτα θα φτιάξουν τα δυο τους! Ε συμπεθέρα μου;» Έλεγε στην γειτόνισσα την αγγουριά.
«Δεν το θέλω αυτό το ξυλάγγουρο» έλεγε με πείσμα η ντοματούλα. «Εγώ δεν θα γίνω χωριάτικη σαλάτα».
«Και τι θέλεις να γίνεις καλέ; Που θα πας;» την ειρωνεύονταν οι άλλες ντομάτες.
«Εγώ θέλω να γίνω χριστουγεννιάτικο στολίδι» έλεγε δειλά αυτή. «Αχάριστη. Όπως πας θα καταλήξεις να γίνεις κέτσαπ ή κονσέρβα». Και με τον καιρό σταμάτησαν να της μιλάνε. Η ντομάτα κλείστηκε στον εαυτό της κι άρχισε να σκληραίνει και να αλλάζει, μέχρι που τελικά έγινε ρόδι.
…για τα “κύματα”
05/08/2007
Με απόλυτη τάξη και αθόρυβα μια συστοιχία κυμάτων διέσχισε τον μικρό κόλπο, πενήντα απλωτές πλάτος και εβδομήντα βάθος όλος κι όλος. Κανακεύοντας τις βάρκες και παρακάμπτοντας τους μικρούς βράχους απλώθηκαν ψιθυριστά στην λιγοστή άμμο μέχρι τα γυμνά πόδια της Ζαμπέτας.
Και αυτό το μεσημέρι, τάισε παιδιά κι εγγόνια, άφησε στις νύφες την φροντίδα της κουζίνας και ήρθε στο μικρό καρνάγιο κάτω από το καραγάτσι στη δροσιά και στο κύμα. Να ησυχάσει λίγο το κεφάλι της. Έτσι νόμιζαν όλοι. Όμως αυτή δεν έφευγε γι αυτό. Ερχόταν μόνο για την κόκκινη βάρκα του Γιάννη. Για την βαρκάδα που ποτέ δεν έκανε μαζί του, για το χέρι που δεν απλώθηκε να αρπάξει το δικό του.
Χάιδεψε όπως αυτός, με το βλέμμα, τις φλέβες των χεριών της.
…για μια “γνώμη”
27/07/2007
Όταν ο εξάδελφος, ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει, έζησε σπίτι μας. Ήταν της μάνας του επιθυμία και εντολή να ζήσει στο σπίτι του αδελφού του άντρα της και όχι στου αδελφού της. Η σχέση μας στα χρόνια αυτά έγινε σχεδόν αδελφική.
Ο ξάδελφος εξελίχθηκε σε στέλεχος του σοσιαλιστικού κόμματος και σε επιτυχημένο επιχειρηματία. Στο νοσοκομείο, λίγες μέρες πριν «φύγει», η μάνα του μου είπε. «Αν η γυναίκα που αποφασίσει να πάρει νομίζεις πως δεν είναι καλός άνθρωπος να του το πεις».
Όταν ένα βράδυ μετά από χρόνια μου συζήτησε ότι είχε αποφασίσει να παντρευτεί αλλά όχι αυτή που αγαπούσε πραγματικά -για επαγγελματικούς λόγους- αλλά μια “άλλη” , είπα την γνώμη μου. “Δεν είναι καλός άνθρωπος αυτή”. Ήταν οι τελευταίες μας κουβέντες. Παντρεύτηκε.
…για τα όρια.
26/07/2007
«Κάπου και κάπως είχε διδαχτεί την τέχνη να μην έρχεται σε δύσκολη θέση, να νιώθει άνετα και να μην επιτρέπει στη συστολή να παρεμβαίνει ανάμεσα σε αυτόν και τη βολή ή την ευχαρίστησή του…», Αυτή η φράση με έβαλε σε σκέψεις. Σπουδαία τέχνη. Πολλοί την κατέχουν. Αλλά ποιοι; Ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων;
Ίσως, σκέφτηκα, είναι άνθρωποι που δεν έχουν όρια, τουλάχιστον ορατά. Δεν έχουν γιατί δεν βάζουν, ώστε να μην υποστούν το κόστος της υπεράσπισής τους ή έχουν και τα επεκτείνουν διαρκώς –δίνοντάς τους το σχήμα του διαθέσιμου χώρου όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε ρευστό- ώστε αυτή η συνεχής διαστολή τους και το ευμετάβλητο του σχήματος που καθορίζεται από τις απαγορευμένες-οριοθετημένες περιοχές των άλλων, στην ουσία τα ακυρώνει.
…για μια χαμένη λέξη.
13/06/2007
Μια φορά ήταν ένας άντρας που ήθελε να γράψει ένα ποίημα. Άνοιξε λοιπόν το λεξικό για να βρει μερικές λέξεις. Στην αρχή άνοιγε τις σελίδες στη τύχη.Μετά είπε να πάρει τις λέξεις από την αρχή και ξεκίνησε από το άλφα αλλά το εγχείρημα του φάνηκε χρονοβόρο.
Άρχισε πάλι να διαλέγει στη τύχη αλλά σταμάτησε.Χρειαζόταν μια λέξη που να αρχίζει από άλφα.Υπήρχε μία. Το θυμόταν, την είχε δεί.Πήρε τις λέξεις πάλι από την αρχή, αλλά δεν την βρήκε.Η λέξη είχε χαθεί.
Δεν ξαναβγήκε από το σπίτι. Εστειλε να του φέρουν άλλο λεξικό και μετά ένα άλλο. Τίποτα. «Μα για μια χαμένη λέξη θα χάσεις το μυαλό σου, θα χαραμίσεις τη ζωή σου;» του είπαν οι φίλοι του.Έτσι Αυτοκτόνησε.
…για μια βαλίτσα
12/06/2007
Εγώ τον είχα δει μόνο μια φορά στο λιμάνι, με το τριμμένο παλτό ριγμένο πρόχειρα στην πλάτη που είχε αρχίσει να καμπουριάζει και την παλιομοδίτικη βαλίτσα στερεωμένη στο αυτοσχέδιο καροτσάκι της λαϊκής.
Είχα ακούσει για τον κυρ Θωμά που πουλούσε φτηνά μεταχειρισμένα βιβλία στους ταξιδιώτες. Όταν γέρασε και δε μπορούσε να ανεβαίνει στο πλοίο, άνοιγε το «μαγαζί» -έτσι έλεγε την βαλίτσα του- δίπλα στη μπουκαπόρτα του πλοίου και οι λιμενικοί των έδιωχναν γιατί εμπόδιζε, λέει, την κυκλοφορία.
Είπαν πως την τελευταία φορά που τον είδαν κατάφερε με κόπο να ανέβει στο πλοίο. Πέντε μίλια ανοιχτά του λιμανιού, πέταξε την βαλίτσα στη θάλασσα και ρίχτηκε και αυτός.
Την βαλίτσα την βρήκαν, αυτόν όχι. Όταν την άνοιξαν, βρήκαν τα βιβλία άθικτα, συσκευασμένα προσεκτικά και αδιάβροχα.


