katedafisiΗ Μαιρούλα γεννήθηκε όταν ήμασταν  δεκαοκτώ χρονών, όσο η μαμά της. Ήταν το πρώτο μωρό στη παρέα. Σήμερα είναι τριάντα χρονών. Ετοιμάζεται να παντρευτεί.

Ένα απόγευμα η “μπέμπα μας” είπε στη γιαγιά της «Άνοικθε τη πότα, έχεται ο Αλίλης». Ύστερα από λίγο χτύπησα το κουδούνι. «Είμαι ο Βασίλης».

Μεγάλωσε, πήγε στο ίδιο γυμνάσιο – λύκειο με τον “θείο” Βασίλη, στο ίδιο πανεπιστήμιο στην ίδια σχολή. Ένα καλοκαίρι δανείστηκε τον σκοτεινό του θάλαμο, ανακάλυψε τη φωτογραφία κι έφυγε στο Λονδίνο. Η μαμά αγόρασε ένα σκυλάκι.

Αντί για αστροφυσική η Μαιρούλα σπούδασε φωτογραφία . Προόδεψε, έκανε έκθεση, δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες της.

Το σκυλάκι της μαμάς πέθανε. Η Μαίρη γύρισε. Ο μπαμπάς της ανέθεσε την κατασκευή οικοδομών. Η μαμά της ανέθεσε να κατασκευάσει ένα εγγόνι. Όλα με αντιπαροχή.

 

stafiliaΤο φωτοτυπικό θα χαλάσει όπου να ‘ναι. Κάνει θόρυβο σαν παλιό οτομοτρίς. Μονότονο. Ταξιδιάρικο… «Πήρε τηλέφωνο ο εξάδελφός σας πάλι,είπα ότι λείπετε…» .

Δρομολόγιο Πειραιάς – Κυπαρισσία. Στο σταθμό Κορίνθου αγοράζουμε σταφύλια και σουβλάκια από πλανόδιους. Απαγορεύεται να κατέβω από το τρένο. Ούτε οι μικροπωλητές μπορούν να ανέβουν. Ο πατέρας μου με κρατάει καθώς σκύβω από το παράθυρο. Δίνω τα λεφτά, πιάνω το τσαμπί. Νιώθω ένα τράνταγμα… «Πρέπει να μιλήσετε επιτέλους…τόσα χρόνια πια…».

Το τρένο βγαίνει αργά απ’ το σταθμό. Ύστερα ο θόρυβος δυναμώνει. Τα χωράφια τρέχουν γρήγορα και γω νυστάζω… «Είστε καλά;»

Ξύπνα. Φτάσαμε.  Στο σταθμό περιμένει ο θείος και ο εξάδελφος. Φορτώνουμε τις βαλίτσες στο τρίκυκλο. Τρέμετε βατράχια έχουμε καινούργιες σφεντόνες. Η καρδιά μου χτυπάει σα τρελή. «Τρέμετε. Θα καλέσω ασθενοφόρο…»

Το πρωί, μαζεύονταν στην μεγάλη μυλόπετρα τα γερόντια. Κάθονταν γύρω γύρω και κουβέντιαζαν για τον εμφύλιο που είχε μόλις αρχίσει. Το απόγευμα, ήταν η σειρά των γυναικών. Δεν ξέρουμε τι μιλούσαν.

«Κάθε βδομάδα με έστελναν στα Χανιά, να φέρω τον Ριζοσπάστη» – «Αν δεν τον βρεις, να φέρεις την Ελεύθερη Ελλάδα».

Τα γερόντια δεν ήξεραν να διαβάζουν. «Εγώ ήξερα. Καθόμουν στη μέση,στη γούβα της μυλόπετρας. Κράταγα μισό κουλούρι και διάβαζα». Γύρω γύρω κεφάλια στηριγμένα σε μαγκούρες.

Το μπαξίσι της μικρής Νίκης ήταν ένα κουλούρι. «Να. Πάρε και για το κουλουράκι σου». Δεν ήταν μακριά τα Χανιά. Μισή ώρα δρόμος. «Το μισό το έτρωγα στο δρόμο. Το άλλο μισό το κράταγα. Για τη νύχτα. Άκουγα τις φωνές που ανέβαιναν στο βουνό. Ήταν αντάρτες».

«Συστήματα σκίασης». Έτσι γράφει η ταμπέλα. Πλησιάζω να δω τι ακριβώς πουλάει το μαγαζί. Μάλιστα. Για κουρτινάδικο πρόκειται. Ο ιδιοκτήτης είναι άντρας, γύρω στα τριάντα. Αδύνατος, μεγάλα μάτια, αραιά μαλλιά. Αναρωτιέμαι τι δουλειά έκανε ο πατέρας του η ή τι δουλειά κάνει η γυναίκα του. Θα μπω. Μπαίνω.

Το μαγαζί είναι φτιαγμένο με γούστο. Ρωτάω τιμές, πιάνω κουβέντα. Απόφοιτος ΤΕΙ Διοίκησης επιχειρήσεων. «Παντρεμένος;» – «Παντρεμένος», «Παιδάκια;» – «Ένα. Κοριτσάκι». Αυτό, στη φωτογραφία, δίπλα στο ημερολόγιο του Πανιώνιου. Η γυναίκα του είναι δικηγόρος όπως ο πατέρας του. Μιλάμε λίγο για ποδόσφαιρο, “Πάρτε μια κάρτα…” παίρνω. Λευκή, λιτή, λιγόλογη.

Αλέξανδρος Π. Ηλιάδης.

Συστήματα σκίασης.

Μπαίνει μια  γυναίκα. Με συστήνει.  «Η γυναίκα μου» – «Χαίρω πολύ». Χαμόγελα.

Φεύγοντας τον ακούω να παλεύει με αθόρυβους μηχανισμούς επισκίασης.

Με τοποθέτησε στον καναπέ. Κυριολεκτώ. Εγώ νόμιζα ότι με έβαλε να καθίσω αναπαυτικά. Μετά είδα το βλέμμα της να πηγαινοέρχεται από το πρόσωπό μου σε κάτι άλλο, δίπλα μου, έξω από το οπτικό μου πεδίο. Ζήτησα λίγο νερό. Όταν έφυγε γύρισα να δω. Ήταν μια βαριά ασημένια κορνίζα με την φωτογραφία του γάμου της. Μου είχε πει πως είχε χωρίσει. Ήπια το νερό κι έφυγα.

Περπάτησα λίγο κ’ έβαλα τον εαυτό μου να κάτσει σε ένα παγκάκι. Δυο παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο με ένα μπουκάλι. Ακούστηκε ένα φρενάρισμα κ’ ένας γδούπος. Κοίταξα πίσω μου. Δεν είδα κάτι.  Γύρισα. Ο άνδρας αιμορραγούσε μερικά μέτρα μπροστά μου. Ήρθε αστυνομία. Έδωσα κατάθεση. Τους είπα ότι το δυστύχημα έγινε έξω από το οπτικό μου πεδίο. Δεν με πίστεψαν.

Όταν χτύπησε το  κουδούνι καθυστέρησε να μαζέψει τα βιβλία του για να μείνουμε μόνοι. Μου μίλησε όρθιος, χωρίς να βγάλει το μπουφάν. Μόνο κάποια στιγμή, προς το τέλος, κουράστηκε λίγο, έβαλε το πόδι του σε μια καρέκλα, στήριξε τον αγκώνα στο γόνατο, το σαγόνι στην γροθιά του, και κοίταζε σκεπτικός έξω απ’ το παράθυρο.

Μου μίλησε θυμωμένα για την μάνα του, πως θέλει να τους αφήσει, πως παντρεύτηκε στα είκοσι της τον πατέρα του που ήταν τότε τριάντα πέντε.

Κάθε τρία χρόνια γεννούσε έναν γιό. Τρεις το σύνολο.

«Τσακώνονται κάθε μέρα εδώ κι έναν χρόνο. Του λέει πως κουράστηκε και θέλει πια να ζήσει. Φεύγει τα βράδια αφού βάλει τους μικρούς για ύπνο και γυρνάει το πρωί να τους ετοιμάσει για το σχολείο.»

…αρόδω

14/07/2008

Η μία λικνίζεται , η άλλη απλά κουνιέται. Η δεύτερη είναι πλαστική, η κίνησή της επιβεβλημένη, υποταγμένη, ενώ η πρώτη μοιάζει, πως να το πω , ευάλωτη, ανθρώπινη, το λίκνισμα της μελαγχολικά επιβλητικό, ανεπιτήδευτο.

Πάνω σε αυτή τη ξύλινη βάρκα, στο βαθύ μπλε της νύχτας, η Ιωάννα συνελήφθη δις.

Την πρώτη φορά πριν τριάντα χρόνια όταν ο πατέρας παρέσυρε την μάννα της σε νυκτερινό αυγουστιάτικο πυροφάνι.

Την δεύτερη πριν μερικούς μήνες, τότε που θαλάσσια ρεύματα και υγρά πάθη τις παρέσυραν μεσοπέλαγα, αυτήν και την Ελένη, σύζυγο λιμενάρχου.

«Συνελήφθησαν γυμνές, ερωτοτροπούσες εντός του πλοιαρίου».

Αργότερα οι διώκτες «ανακάλυψαν» και «τριάντα γραμμάρια ινδικής καννάβεως».

Η βάρκα της Ιωάννας λικνίζεται μελαγχολικά, αλυσοδεμένη αρόδω, ενώ η Ελένη, στην απογευματινή περατζάδα την γλυκοκοιτάζει κρυφά, αγκαζέ με τον λιμενάρχη.

1_1decorline5.jpg

H συνάντηση έγινε τυχαία πριν μερικά χρόνια στο σπίτι κοινού φίλου. Είχα ακούσει για την αποφυλάκισή του, δεν τον γνώριζα εξ όψεως, αλλά κατάλαβα από τις κουβέντες.

Άκουγα σιωπηλός, καπνίζοντας. Χωρίς να ρωτήσω μου εξήγησε.«Μου κάνανε τηλέφωνο στην δουλειά. Για πήγαινε σπίτι σου, τρέχοντας όμως».

«Πήγα και τους έπιασα στο κρεβάτι. Είχα πάρει την καραμπίνα, αυτουνού του είπα εσύ ντύσου και φύγε, σ’ αυτήν την άναψα και παραδόθηκα. Ευτυχώς μου αναγνώρισαν εν βρασμώ. Δεκατέσσερα χρόνια. Τρίχες, στα μισά βγήκα. Εφτά χρόνια στα σίδερα για την κάβλα του μυαλού κατάλαβες;» Μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο.

« Ο γιός δεν με θέλει, μόνο η κόρη μου, μένουμε μαζί. Αν θα το ξανάκανα; Όλα μπορεί να τα ξανακάνει ο άνθρωπος αρκεί να μη το θέλει»

1_1decorline5.jpg


Ο έρωτας δεν συντάσσεται με προστακτική. Τι πα να πει «ερωτεύσου με». Με την υποτακτική τα πηγαίνει καλύτερα, την έχει στο αίμα του άλλωστε. Αν και η υποτακτική σε δεύτερο πρόσωπο είναι προστακτική από το παράθυρο.

Για ακούστε αυτό : «Θέλω να με ερωτευτείς». Ή ανοίγεις την πόρτα και φεύγεις, η δραπετεύεις από το ανοιχτό παράθυρο παίρνοντας και την κουρτίνα μαζί για αλεξίπτωτο.

Αυτό έπαθε ο Μπάμπης, μόνο που η κουρτίνα ήταν δαντελωτή και δεν τον κράτησε. Έπεσε στον κάδο σκουπιδιών και έσπασε το πόδι του. Η γυναίκα του τον φρόντισε, δε μπορώ να πω.

Το έβλεπες στα μάτια τους «Θέλω να σε φροντίσω» στα δικά της, «θέλω να με φροντίσεις» στα δικά του. Και ο έρωτας μετατράπηκε σε «ευκτική του πλαγίου λόγου».

Ο αστυνόμος Μπότσας την χτύπησε με όλη του την δύναμη, πόνεσε το χέρι του. Κοίταξε με αηδία τα υγρά σημάδια στην παλάμη του και βγήκε από το ανακριτικό γραφείο. Στον διάδρομο η καθαρίστρια τράβηξε την τελευταία τζούρα του τσιγάρου και γλυκοκοίταξε τον αστυνόμο πριν την ρωτήσει.

«Καθάρισες την τουαλέτα;»
«Μπορείς να της πάρεις την παρθενιά. Πως είσαι έτσι; Πλακώθηκες;»
«Με μια μύγα»

«Ποιος νίκησε;»
«Πάγαινε καθάρισε και τσιμουδιά στην κρατούμενη»

Η κρατούμενη ήταν στην ηλικία της, δεν άντεξε και ρώτησε.

«Τι έκλεψες;»
«Σκότωσα. Τον γκόμενό μου»

«Πως;»
«Εύκολα. Με εντομοκτόνο»

«Γιατί ;»
«Με κεράτωνε με την γυναίκα του»

«Την κακομοίρα κι αυτή»

«Μη λυπάσαι την κακομοίρα…» η καθαρίστρια μάζεψε την σκοτωμένη μύγα – ενώ εντομοκτόνος συνέχισε χαμογελώντας ειρωνικά – «…αυτή έχαφτε μύγες» , και την έχαψε.

Βγάλαμε μαζί μια φωτογραφία μπροστά στο μεγάλο ξύλινο ρολόι, σαν αυτές που έβγαζαν παλιά οι μετανάστες κάτω από το ρολόι του σταθμού. Ύστερα δάκρυζαν και έφευγαν.

Το ρολόι στη φωτογραφία δείχνει τρεις. Όταν συναντηθήκαμε έδειχνε εννιά. Είχα υπολογίσει κάποτε πως ο αριθμός φ, η χρυσή τομή, ορίζει αναλογικά δύο στιγμές στη διάρκεια μιας μέρας, στις εννιά και δέκα και στις τρεις παρά δέκα.

Φορέσαμε τα παλτά μας πριν ανοίξω την ξύλινη βαριά εξώπορτα.

- Κουμπώσου

Έριξα μια τελευταία ματιά στο ρολόι, είχε σταματήσει στις τρεις παρά δέκα. Παγωμένος αέρας όρμησε μέσα στο σπίτι.

Ποιος απ’ τους δύο είναι ο μετανάστης; ” αναρωτήθηκα.

Αυτός που αγκαλιάζει πρώτος ή αυτός που δακρύζει τελευταίος; Ποιος είναι ο πραγματικός προορισμός του; Είναι αυτός που δείχνει το βέλος του πόθου;

Ευχαριστώ την stardustia για την “χειρογραφική” πρόσκληση

Η Ιουλία θαυμάζει τον άντρα της, τόσο, όσο χρειάζεται για να θαυμάζει τον εαυτό της που τον «έχει». Μου το εξομολογείται κάθε φορά στο ξενοδοχείο που «συναντιόμαστε» τις Τετάρτες. Εγώ δεν μιλάω, καπνίζω. Αυτή μιλάει, ξαπλωμένη ανάσκελα, μισοσκεπασμένη με το σεντόνι, χαϊδεύοντας το στήθος της.

Έχει πλούσιο στήθος και πλούσια συναισθήματα, αρκετά δηλαδή για να τα μοιράζει στα δύο. Για επιχείρημα λέει μια ατάκα από το σινεμά . «Εσένα σε αγαπώ πιο πολύ, αλλά εκείνον τον αγαπάω από πιο παλιά».

Η φλυαρία της κρατάει δύο τσιγάρα, μετά πετάει το σεντόνι στην άκρη, με χαϊδεύει και θαυμάζει το «κατόρθωμά της». Η Ιουλία δε μπορούσε να ζει χωρίς να θαυμάζει κάθε στιγμή κάτι. Καθώς οδηγούσε θαύμαζε τα νύχια της.

«Κόκκινο » της φώναξα. Από θαύμα σώθηκα !

…………………………………………………………………………………………………..

φωτό από το : downslila.blogspot.com

Γύρω από τον αντίπαλο μαζεύονται εχθροί. Το ξεχνάω συνέχεια αυτό. Αν δεν το καταλάβω έγκαιρα, αν θεωρήσω τους δεύτερους, συμπαίκτες των πρώτων, κινδυνεύω. Ο παππούς ο Μπαλής έλεγε πως “ο αντίπαλός πανηγυρίζει για την νίκη του ενώ ο εχθρός για την ήττα σου“.

Περνούσε πολλές ώρες στο καφενείο κάθε μέρα. Συνήθως δεν έπαιζε χαρτιά, μόνο έβλεπε, συζητούσε, έκλεινε δουλειές. Όταν αποφάσιζε να πιάσει την τράπουλα, φρόντιζε να χάνει ή να κερδίζει κάποιο μικροποσό. “Το πολύ πολύ μισό μεροκάματο”.

Όσο κρατούσε το παιχνίδι, παρατηρούσε τις φευγαλέες ματιές των θεατών το ίδιο καλά με τα φύλλα που πέρναγαν. Στο τέλος της παρτίδας ήξερε από ποιους έπρεπε να φυλάγεται. “Δε μπορώ να μπω στο μυαλό των ανθρώπων. Μπορώ όμως να τους κάνω να το βγάλουν”.

«Δεν υπάρχει τέχνη, μόνο καλλιτέχνες υπάρχουν» . Σε κάθε συνομιλία επαναλάμβανε την φράση από το αγαπημένο της βιβλίο συμπληρώνοντας «Δεν υπάρχουν βεβαιότητες, παρά μόνο ενδεχόμενα». «Ενδεχομένως» θα ήταν ο τίτλος που θα έδινα στην βιογραφία της.

Αυτή η περιοριστική κάθε βεβαιότητας στατιστική θεώρηση της ζωής, βασανιστική σαν αυτοάνοση νόσος, όταν δεν δημιουργούσε τρομοκρατικούς πυρήνες στα ανδρικά εγκεφαλικά κύτταρα λειτουργούσε σαν κατασταλτικός του έρωτα μηχανισμός.

Η υποχρέωση αποκάλυψης ή ομολογίας κάθε δυνατού ενδεχόμενου προβαλλόταν από την ίδια ως προϊόν ενδοσκόπησης και ανιδιοτελούς ειλικρινείας η ακόμα σαν ένδειξη θάρρους και εντιμότητας. Για εμάς τους άλλους, κάποιος ανεπεξέργαστος φόβος ή αμφιθυμία ενδεχομένως, υποδιαιρούσε μέχρι κατακερματισμού την ψυχή της.

Αν και άθρησκη, πριν φύγει για πάντα, πρόλαβε να μας ψιθυρίσει

«Δια παν ενδεχόμενο καλέστε σας παρακαλώ έναν ιερέα».