Άλλες φορές μου αρκεί να χαϊδεύω τον βασιλικό κι ύστερα να περιμένω να νιώσω το άρωμά του. Άλλες φορές πάλι βιάζομαι και απολαμβάνω την ευωδιά του στα χέρια μου.

Είναι όμως πιο όμορφο να περιμένεις να συμβεί κάτι καλό.Να το έχεις προκαλέσει, να είσαι βέβαιος και να περιμένεις.

Όπως όταν περιμένεις το πλοίο να φανεί πίσω από τα βράχια φορτωμένο με γλυκά μελλούμενα.Όρθιος στην προβλήτα. Με το ένα χέρι στη μέση, αγανακτισμένος δήθεν με την καθυστέρηση, και το άλλο χέρι στο ιδρωμένο μέτωπο κόντρα στον ήλιο.

Καλύτερα να κάνεις φιλία με την προσμονή ή με την υπόσχεση; Εγώ λέω με την προσμονή. Γιατί μπορείς να δώσεις ένα τέλος. Και γιατί η υπόσχεση μπορεί να υπάρχει χωρίς να δοθεί, μεταμφιεσμένη σε ενδεχόμενο.

«Δυο κορφές έχεις, δύο γυναίκες θα πάρεις» θυμάμαι την γιαγιά μου να προφητεύει καμαρώνοντας τα φρεσκοχτενισμένα μαλλιά μου. Εγώ από την άλλη, με φουντωμένο μαλλί και αυταρέσκεια, καταβρόχθιζα σιωπηλός τα συριανά λουκουμάκια που με τράταρε ,αγνοώντας ότι εκτός από τις δύο συζυγικές κλίνες το μέλλον μου επιφύλασσε περισσότερες οδοντιατρικές πολυθρόνες.

Την θυμάμαι ακόμα, να διηγείται τα βράδια το παραμύθι με την Αννούλα. «Μη πας μακριά γιατί θα σε κλέψουν οι γύφτοι» την συμβούλευε η γιαγιά της αλλά η Αννούλα δεν την άκουσε, οι γύφτοι την έκλεψαν και την πούλησαν σε έναν αρκουδιάρη που την έβαλε να κάνει την αρκούδα επειδή  η πραγματική είχε ψοφήσει από το ξύλο.

Τελικά η Αννούλα σώθηκε, αλλά εγώ είχα μπερδέψει για πολλά χρόνια την προφητεία με το παραμύθι.

Από μικρό με συμβούλευαν να φοβάμαι τα σιγανά ποταμάκια, μα εγώ δεν καταλάβαινα γιατί. Αντίθετα αυτά μόνο συμπαθούσα. Τα άλλα τα φοβόμουν.

Γιατί δηλαδή να πρέπει να φοβάμαι κάτι που κυλάει τόσο απαλά και ήσυχα; Κι εγώ ήμουν ήσυχος μα δεν με φοβόταν κανείς. Πέρασε καιρός μέχρι να βρω μια απάντηση.

Πρώτα ακούστηκε ο θόρυβος του φορτηγού, μετά ο εκκωφαντικός ήχος της σιδερένιας καρότσας που άδειαζε. Ύστερα το φορτηγό έφυγε. Απόμεινε ένα βουητό.

Έτρεξα στο ποτάμι. Όσο πλησίαζα η βουή μεγάλωνε. Λαχάνιασα.

Έφτασα. Τεράστιες πέτρες είχαν παραμορφώσει την όχθη. Είχαν στενέψει την κοίτη. Το νερό κυλούσε αγριεμένο ανάμεσά τους αφρίζοντας. Βουίζοντας. Το ποταμάκι δεν ήταν πια σιγανό.

Ώστε έτσι λοιπόν, σκέφτηκα, γι’ αυτό πρέπει να φοβάμαι τα σιγανά ποταμάκια, γιατί αγριεύουν όταν στριμωχτούν.

Έσβησε η πυγολαμπίδα μου. Την πήγα στους καλύτερος εντομολόγους. Δεν γίνεται τίποτα, μου είπαν. Το θέμα δεν είναι οργανικό, είναι ψυχολογικό. Έλλειψη επικοινωνίας. Αυτό αποφάνθηκαν.

Πρέπει να πάει στο βουνό. μου πρότεινε ο τελευταίος εντομολόγος. Μακριά από τα φώτα της πόλης.

Τότε θυμήθηκα το Καρπενήσι. Εκεί είχα δει τελευταία φορά πολλές πυγολαμπίδες. Φορτώσαμε στο αυτοκίνητο σκηνή υπνόσακους και πήγαμε.

Τόσα ξενύχτια έχω να κάνω από φοιτητής. Περιμέναμε ώρες μέσα στο σκοτάδι, ούτε μία δεν φάνηκε. Η εξαφανίστηκαν ή έσβησαν όλες, σκέφτηκα. Τα μαζέψαμε και γυρίσαμε σπίτι.

Ένα βράδυ που πίναμε το ποτό μας στην βεράντα και ακούγαμε μουσική, την είδα να φωτίζει αμυδρά για τελευταία φορά. Μετά πέταξε ψηλά στον ουρανό και χάθηκε. Στο ράδιο έπαιζε το τραγούδι «σαν δυο φωτάκια μακρινού αεροπλάνου…»

Αγαπημένη μου Δ.

Είναι όμορφο να νιώθεις πως κάποιος σε αγαπάει αλλά πρέπει να καταλάβεις αν το κάνει και για σένα ή μόνο για τον εαυτό του. Μερικές φορές θέλει χρόνο για να το ανακαλύψεις, όμως η βίαιη συμπεριφορά και η υπερβολική ζήλεια είναι σημάδι πως ισχύει σίγουρα το δεύτερο.

Σε κάθε σχέση υπάρχουν και κακές στιγμές, αλλά η βία δεν είναι απλά μια κακιά στιγμή που πρέπει να υπερβείς για να υπερασπίσεις την σχέση σου, η βία είναι σημάδι κακού-άρρωστου ανθρώπου.

Οι κακοί-άρρωστοι άνθρωποι κάνουν και καλά πράγματα αλλά κατά βάθος αγαπάνε και θαυμάζουν τον κακό-άρρωστο εαυτό τους.

Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για χρήση βίας σε μια σχέση και αν προσπαθείς να δικαιολογήσεις έναν βίαιο σύντροφο πάει να πει πως έχεις αρρωστήσει.

Όταν τα βάζεις με τις αναμνήσεις βγαίνεις συνήθως χαμένος. Όχι μόνο με τις άσχημες. Και με τις όμορφες τα πράγματα είναι δύσκολα, όταν κεντρίζουν την επιθυμία της επανάληψης που ερεθίζεται και γίνεται λαχτάρα. Αν μάλιστα η ανάμνηση είναι μολυσμένη, προκαλεί φαγούρα, ξύνεις, ματώνεις, σε τρώει.

Πώς να τα βάλεις με τους χιλιάδες εαυτούς των ημερών που πέρασαν; Να, εμένα μου επιτέθηκε σήμερα ο δεκαοχτάχρονος εαυτός μου από το ημερολόγιό του.

«Τι ημερομηνία λέει το ημερολόγιο τώρα που διαβάζεις; 2010 ; 2020; Τώρα που τα γράφω αυτά, σχεδιάζω πολλά, διαβάζω, περιμένω το καλοκαίρι. Εσύ, τώρα που μας διαβάζεις, τι σκέφτεσαι; Ποια απ’ όσα σχεδιάζαμε πραγματοποίησες; Που μένεις; Με ποιά είσαι; Έχεις παιδιά; Είσαι κουρασμένος; Έλα, φτιάξε καφέ, κάτσε στο γραφείο, άναψε τσιγάρο και απάντησέ μου »

Η ταμπέλα δίπλα στη μπουκαπόρτα του φέρυ μποουτ γράφει : «Επιβάται χειμώνος 400 – Επιβάται θέρους 580» . Προφανώς τον χειμώνα μετράνε και τα χοντρά πανωφόρια, παλτά, μπότες και τα υπόλοιπα ογκώδη βαριά αντιψυκτικά των επιβατών.

Ενώ το «θέρος»…Αχ το θέρος. Με την θερμή ελαφρότητά του, ξεγυμνώνει τα σώματα, διαχέει ερωτικές προσδοκίες, εξατμίζει λάγνες επιθυμίες.

Να, τώρα μετράω τα ντροπαλά βλέμματα εκείνου του μετρημένου ατσαλάκωτου κυρίου απέναντι  προς την λευκή μονάκριβη κοιλιά της νέας, που λάμπει σαν κόσμημα καθώς λυγίζει το κορμί της σε κάποιο αόρατο υπομόχλιο, αναμοχλεύοντας τις φαντασιώσεις του αρσενικού καταστρώματος.

Μια καλοκάγαθη παχουλή κυρία, απομίμηση Λωξάντρας, πλησιάζει κρατώντας δύο πλαστικούς καφέδες παραπονούμενη για την ακρίβεια, αντιλαμβάνεται τις κρυφές ματιές του συζύγου και χαμογελάει.

«Κοίτα. Κοίτα Βαγγέλη μου. Αυτό τουλάχιστον είναι φτηνό»

Ένας λευκός νάνος εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του ένα λαμπερό πλανητικό νεφέλωμα. Λένε πως δεν πρόκειται να ξαναβρεθεί. Ότι απόμεινε μοιάζει με κλεψύδρα που περιβάλλεται από ένα καυτό φωτεινό δαχτυλίδι.

Τα πιο όμορφα παραμύθια γράφονται κοιτάζοντας τον ουρανό με κλειστά μάτια. Όπως αυτό με τον όγδοο νάνο.

Διότι οι νάνοι δεν ήταν εφτά, αλλά ένας. Μη σας ξεγελούν οι ζωγραφιές των παραμυθιών που δείχνουν μαζί την Χιονάτη με εφτά νάνους. Στην πραγματικότητα δεν τους είχε δει ποτέ όλους μαζί, παρά έναν κάθε κάθε φορά, γιατί απλούστατα η Χιονάτη έβλεπε στο πρόσωπο του μοναδικού νάνου αυτό ακριβώς που ήθελε να δει εκείνη την στιγμή.

Έτσι λοιπόν , μια νύχτα ανέφελη, ο όγδοος και μοναδικός νάνος ντύθηκε τη λαμπερή λευκή στολή του και εξαφανίστηκε απηυδισμένος στο σκοτεινό δάσος.

Ποτέ το παιχνίδι δεν ήταν μόνο παιχνίδι, ήταν πάντα κάτι παραπάνω. Όταν ήμουν παιδί ήταν πολλά παραπάνω, ίσως έκλεινε μέσα του όλα όσα υπήρχαν έξω από αυτό, στην πραγματική ζωή, που συμπεριελάμβανε την φαντασία μου και ακόμα νομίζω ότι, ευτυχώς, την συμπεριλαμβάνει.

Με τα χρόνια το παραπάνω λιγόστευε, έγινε λίγο παραπάνω, καθόλου παραπάνω. Τα πράγματα αντιστράφηκαν και κάποιες στιγμές της ζωής έμοιαζαν, εγώ τις έκανα να μοιάζουν, με παιχνίδι. Αλλά ήταν κάτι πολύ παραπάνω από παιχνίδι.

Το έκανα περισσότερο για να μεταμφιέζω την αγωνία, αν και έτσι που είναι ατσούμπαλη δύσκολα την μεταμφιέζεις, δύσκολα την κρύβεις, δύσκολα την διασκεδάζεις. Εκτός αν ζεις μόνιμα σε χορό μεταμφιεσμένων.

Τι μασκαράς που είμαι, όλο τα φέρνω από δω , τα φέρνω από κει, για να κερδίζω.

Η Ιουλία θαυμάζει τον άντρα της, τόσο, όσο χρειάζεται για να θαυμάζει τον εαυτό της που τον «έχει». Μου το εξομολογείται κάθε φορά στο ξενοδοχείο που «συναντιόμαστε» τις Τετάρτες. Εγώ δεν μιλάω, καπνίζω. Αυτή μιλάει, ξαπλωμένη ανάσκελα, μισοσκεπασμένη με το σεντόνι, χαϊδεύοντας το στήθος της.

Έχει πλούσιο στήθος και πλούσια συναισθήματα, αρκετά δηλαδή για να τα μοιράζει στα δύο. Για επιχείρημα λέει μια ατάκα από το σινεμά . «Εσένα σε αγαπώ πιο πολύ, αλλά εκείνον τον αγαπάω από πιο παλιά».

Η φλυαρία της κρατάει δύο τσιγάρα, μετά πετάει το σεντόνι στην άκρη, με χαϊδεύει και θαυμάζει το «κατόρθωμά της». Η Ιουλία δε μπορούσε να ζει χωρίς να θαυμάζει κάθε στιγμή κάτι. Καθώς οδηγούσε θαύμαζε τα νύχια της.

«Κόκκινο » της φώναξα. Από θαύμα σώθηκα !

…………………………………………………………………………………………………..

φωτό από το : downslila.blogspot.com

123 λέξεις από ένα σχόλιο του αλέξανδρουανδρουλακη

Δεν μπορούμε πλέον παρά να μιλάμε σαν μπαμπάδες. Ότι κι αν κάνουμε, γράφουμε, ζωγραφίζουμε, δημιουργούμε, το κάνουμε όντας μπαμπάδες. Μέσα μου νοιώθω πως συμβαίνει μια αργή και περίεργη διαδικασία, σαν το φίδι που αλλάζει πουκάμισο. Νοιώθω μια μετάλλαξη.

Κάτι περίεργοι πίνακες που έχω φτιάξει και κάτι πιο περίεργοι που θέλω να φτιάξω, σκέφτομαι πως δεν είναι αυτές εικόνες για να τις δει η κόρη μου!

Και άλλα πολλά.

Κι όλα τα παλαβά και παλαβούς αυτού του κόσμου που αγάπησα και κάποτε τα έκανα πρότυπά μου , θα έχω τη δύναμη σε μερικά χρόνια να τα ανεχτώ ως πρότυπα της κόρης μου; Τέτοια σκέφτομαι για να προετοιμάζομαι να τα αντιμετωπίσω όταν έρθουν.

Ξέροντας βέβαια πως όλα τα σπουδαία πράγματα μας βρίσκουν πάντα εντελώς απροετοίμαστους.”

Μια φορά ένας κύκλος ερωτεύθηκε μια ευθεία και αποφάσισε να την πολιορκήσει. Πως όμως να το καταφέρει; Πώς να αγκαλιάσει, πώς να ξελογιάσει κάτι που απλώνεται συνέχεια χωρίς αρχή και τέλος;

Ο κύκλος προσπάθησε, πλησίασε, την άγγιξε σε ένα σημείο. Ένιωσαν και οι δυο ένα ρίγος να απλώνεται σε όλα τους τα σημεία. Μόνο που στην ευθεία απλώθηκε, ταξίδεψε στα άκρα της και χάθηκε, ενώ στον κύκλο παγιδεύτηκε, επανερχόταν κυκλικά, ξανά και ξανά. Μεγάλο βάσανο.

Ο κύκλος αποφάσισε τότε να κοπεί, να απλωθεί, να την αγγίξει στα άπειρα σημεία της. Και το έκανε. Έβαλε τα δυνατά του και χωρίστηκε , απλώθηκε, αλλά μεταμορφώθηκε σε ένα άσχημο ευθύγραμμο τμήμα. Και η ευθεία; Κόπηκε στα δύο.

Μόνο ο κύκλος μπορεί να χωριστεί σε ένα κομμάτι.

Ευχαριστώ τον αλέξανδρο για την πρόσκληση και παραθέτω μερικά χειρόγραφα από το 1975 μέχρι σήμερα (μια σελίδα ημερολογίου, ένα γράμμα από τον στρατό που δεν στάλθηκε, μια ιδέα για ένα παραμύθι, σημειώσεις)

Προσκαλώ κάθε φίλο να λάβει μέρος στην όμορφη ιδέα των δημιουργών του blog http://autographcollectors.blogspot.com/ (μη ξεχάσετε να συμπεριλάβετε την παραπάνω διεύθυνση για να σας βρούν). Επειδή το έθιμο επιβάλει να προσκαλέσω ονομαστικά κάποιους φίλους

taradela , weirdo , paperflowers , cook, aqua , i.p.potis

Μερικές φορές, τις νύχτες κυρίως, σκέφτομαι πόσο σκληρό είναι για έναν άνθρωπο να χάνει από δίπλα του, από το κρεβάτι του, το ζεστό σώμα που τόσα χρόνια τον συντρόφευε. Τα βράδια είναι οι ώρες που δύο άνθρωποι είναι αποκλειστικά και κυριολεκτικά μόνοι τους, ο ένας δίπλα στον άλλον.

Η σκέψη πως και εγώ έχω προκαλέσει μια τόσο βαθιά λύπη με κάνει να νιώθω άσχημα, να ανοίγω τα μάτια μέσα στο σκοτάδι. Τότε θυμάμαι την οργή που αντιμετώπισα μετά, οργή υστερική, μεγαλύτερη από αυτή που αρμόζει στα στάδια του πένθους και οι τύψεις υποχωρούν, κρύβονται μέχρι την επόμενη εμφάνιση.

Τέτοιες στιγμές νιώθω πως η αδυναμία μας να καταλάβουμε, να κατανοήσουμε δηλαδή τον άλλον άνθρωπο, μας ωθεί στην ανάγκη να τον “καταλάβουμε”, να τον αλώσουμε.

Αν η συντριβή είναι αναπόφευκτη, αν αυτή είναι το «τίμημα» που πρέπει να πληρώσω, προτιμώ να με συντρίψουν τα γεγονότα παρά οι σκέψεις μου. Είναι καλύτερα να πιω νερό σταματημένο κι ας φαρμακωθώ, παρά όλο να ρωτάω “τι σημαίνει Κυριακή”.

Λέει πολλά τέτοια ο κυρ Αντώνης αν τον κεράσεις ένα κανάτι κρασί.

Όσο κι αν στολίζεις ένα πηγάδι ποτέ δεν θα αποκτήσει την γοητεία μιας πηγής. Άκου για να δεις. Μη ξαναμπείς σε μια θάλασσα που παραλίγο να σε πνίξει στα άγρια βάθη της. Μπαίνω πάλι μέσα στο ποτάμι που με χτύπησε στα βράχια του με ορμή.

Νύσταξε ο κυρ Αντώνης και πάει να κοιμηθεί. Από μακριά τον βλέπω που σταματάει.

«Τι ψάχνεις στα σκουπίδια;» του φωνάζω.

«Τα σημάδια των καιρών» μου απαντάει.

(Με αφορμή στίχους τραγουδιών. Ευχαριστώ τους Φαίδρα φις και demon για την αφορμή)

0012.jpgΜου είπαν πως το νερό στο ποτάμι λιγόστεψε. Εκεί στο πλάτεμα μπορείς να περάσεις απέναντι βρέχοντας λίγο τα πόδια σου. Δεν χρειάζεται να περπατήσεις μέχρι το γεφυράκι αν δεν επιθυμείς να αποφύγεις να βραχείς. Πόσα άλλωστε είναι αυτά που μπορούμε αποφύγουμε χωρίς απλά να τα αναβάλλουμε;

Πάρε τον Ιορδάνη για παράδειγμα. Όποτε βλέπει την Δήμητρα να έρχεται από μακριά, τρέχει να κρυφτεί στις δουλειές του χωραφιού, πιστός στην γυναίκα του, στο παιδί του, στην προσωπική του γεωμετρία.

Αναστατωμένος από την εξ αποκαλύψεως αλήθεια αναβάλλει την συνάντηση με την νέα γυναίκα για να αποφύγει την αποποίηση κάθε ελπίδας. Ανεβαίνει στο λοφάκι και αγναντεύει το τοπίο της μάχης. Όταν η Δήμητρα χαθεί στο βάθος του δρόμου κατεβαίνει στο ποτάμι να βρέξει λίγο τα πόδια του.

2.jpgΗ ηδονή της κατάποσης. Αυτή φαίνεται να είναι η κυρίαρχη τάση της εποχής. Ακόμα κι αν ο κόσμος γυρίσει ανάποδα η λειτουργία συνεχίζεται, οι ειδικευμένοι «μύες» εργάζονται σκληρά για να μετατρέψουν την κάθοδο στο σκοτάδι των σπλάχνων, σε αναγκαιότητα, άνοδο, εξύψωση, στον ανύπαρκτο βυθό του ουρανού.

Οι άνθρωποι καταπίνουν τα πάντα, λόγια και σιωπές , φτώχεια ή πλούτο, φτηνές ιδέες και πανάκριβες θρησκείες, ιερές εξουσίες ή διεφθαρμένα άμφια, υποκρισία και ανθρώπους.

Κατάποση. Κατάπτωση. Κατακρήμνιση.

Μα εμείς δεν είμαστε όλα αυτά που θέλουν να είμαστε για να είναι αυτοί αυτό που είναι.

Δεν είμαστε πληθυντικός αριθμός, ούτε ενικός. Δεν είμαστε κοινωνικά συνώνυμα ούτε δημοκρατικά αντώνυμα. Δεν είμαστε πολιτικοί προσδιορισμοί ούτε πολιτικά προσδιορισμένοι. Είμαστε το πεδίο μάχης δύο απαρεμφάτων : του «ζην» και του «γίγνεσθαι».

11.jpgΚρατάω στα χέρια μου ένα βιβλίο στατιστικής. Μου ζήτησε μια φίλη να «ρίξω μια ματιά» και να την βοηθήσω γιατί δεν ήξερε τι να πρωτοδιαβάσει. Ο χρόνος είναι περιορισμένος, η ημέρα της εξέτασης απελπιστικά κοντά, το γνωστικό αντικείμενο παντελώς άγνωστο για φιλόλογο.

Η απελπισμένη της προσπάθεια προσέγγισης έχει αποτυπωθεί στην υπογράμμιση κάθε λέξης στις πρώτες εισαγωγικές σελίδες, λες και το βιβλίο έχει τυπωθεί σε σελίδες τετραδίου με πυκνή διαγράμμιση. Προφανώς κάθε φράση, κάθε υποκείμενη έννοια έχει την εκτυφλωτική λάμψη του καινούργιου, την σπουδαιότητα του άγνωστου, την στατιστική σημαντικότητα του αναγκαίου.

Δεν την αδικώ. Σκέφτομαι μόνο πως η πυκνότητα της σήμανσης -ή σκίασης;- μπορεί να οφείλεται στον πανικό και όχι στον θαυμασμό. Πως το φως μπορεί να προκαλέσει τον ίδιο τρόμο με το σκοτάδι.

1.jpgΗ φυγόκεντρος είναι μια ψεύτικη δύναμη. Υποθέτει την ύπαρξή της μόνο αυτός που εκτρέπεται από την τροχιά του αυτοπαρατηρούμενος. Του χρειάζεται για να της απευθύνει την κατηγορία της μηχανικής αυτουργίας σε εκτροπή. Στο δικό του «σύμπαν» αυτή η ετυμηγορία είναι ικανοποιητική.

Η σύννομη φυσική ερμηνεία για την εκτροπή του είναι διαφορετική και προϋποθέτει έναν αδέκαστο σταθερό αδρανειακό παρατηρητή. Για να την αντιληφθεί το θύμα της εκτροπής, πρέπει να σκεφτεί με τα μυαλά των άλλων, με την προϋπόθεση όμως πως «η συνισταμένη δύναμη είναι μηδέν». Πόσο δύσκολο αλήθεια.

Τότε θα καταλάβει πως ένοχη για την παρεκτροπή του δεν ήταν η φυγόκεντρος δύναμη, δεν τον έβγαλε αυτή από την κλειστή στροφή, αλλά η αδύναμη κεντρομόλος δύναμη που δεν κατάφερε να τον κρατήσει στην τροχιά του.

tan3cirs.gif«Κάπου και κάπως είχε διδαχτεί την τέχνη να μην έρχεται σε δύσκολη θέση, να νιώθει άνετα και να μην επιτρέπει στη συστολή να παρεμβαίνει ανάμεσα σε αυτόν και τη βολή ή την ευχαρίστησή του…», Αυτή η φράση με έβαλε σε σκέψεις. Σπουδαία τέχνη. Πολλοί την κατέχουν. Αλλά ποιοι; Ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων;

Ίσως, σκέφτηκα, είναι άνθρωποι που δεν έχουν όρια, τουλάχιστον ορατά. Δεν έχουν γιατί δεν βάζουν, ώστε να μην υποστούν το κόστος της υπεράσπισής τους ή έχουν και τα επεκτείνουν διαρκώς –δίνοντάς τους το σχήμα του διαθέσιμου χώρου όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε ρευστό- ώστε αυτή η συνεχής διαστολή τους και το ευμετάβλητο του σχήματος που καθορίζεται από τις απαγορευμένες-οριοθετημένες περιοχές των άλλων, στην ουσία τα ακυρώνει.