…του συμμαθητή
12/09/2009
Ο Βασίλης και το ποδήλατο – του συμμαθητή Μιχάλη Νικολάου
Μου τον συνέστησε η Βαλεντίνη στο εστιατόριο του πανεπιστημίου:
“Ο Βασίλης”, μου είπε, “κάνει τον γύρo του κόσμου με ποδήλατο. Πέρναγε από το Χιούστον, και τον έπεισα να μείνει για καναδυό μέρες.”
Μπερδεύτηκα, καθώς στο δίλημμά μου μεταξύ πιάτου ημέρας και τηγανητής τιλάπιας προστέθηκαν θαυμασμός και απορία μαζί για τον Βασίλη.
“Πώς και το αποφάσισες;” τον ρώτησα πριν παραγγείλω.
“Από μικρός ήθελα να γυρίσω τον κόσμο”, μου εμπιστεύτηκε.
“Μα, δεν γυρίζει από μόνος του ο κόσμος;”
“Γυρίζει, αλλά όχι με ποδήλατο!”
Δίκιο είχε.
“Έλα τότε”, είπα, “να μας πάρουν μιαν αναμνηστική φωτογραφία με το ποδήλατο.”
“Καλή ιδέα”, συμφώνησε, “αλλά θα με θυμάσαι πολύ περισσότερο αν μας πάρουν φωτογραφία με φωτογραφική μηχανή.”
Πάλι δίκιο είχε – τον θυμάμαι ακόμα τον Βασίλη, καλή του ώρα…
Επιμύθιο: Το γύρισμα του κόσμου σε ξεμπερδεύει – διάλεξε το πιάτο ημέρας.
…”παληρωικές”
27/02/2009
Ο θείος Στέλιος αγαπούσε τρία πράγματα. Τα παντζάρια, τον Ολυμπιακό και την θεία Παγώνα – την γυναίκα του αδελφού του.
Η δική του γυναίκα, η θεία Φρόσω, το θυμόταν κάθε άνοιξη όταν φύτρωναν οι παπαρούνες. Την έπιανε τότε κάτι σαν αλλεργία -«Παπαρούνα μου» έλεγε επιδεικτικά ο θείος Στέλιος την «άλλη», την θεία Παγώνα , που ήταν κοκκινομάλλα (παντού). Τότε κάτι φούσκωνε μέσα της, σαν παλίρροια φονική. Καθώς και οι δύο γυναίκες ήταν μαγείρισσες εξαιρετικές και στη κουζίνα και στο κρεβάτι ο Στέλιος δεν μπορούσε να αποφασίσει.
«Θα κάνω φόνο» ωρυόταν η Φρόσω.
«Όχι, παιδάκι μου. Θα του περάσει» την ησύχαζε η μάνα της.
Πρωτομαγιά βρήκαν την Παγώνα πεθαμένη με ένα μπουκέτο παπαρούνες στο στόμα. Δίπλα της η μάνα της Φρόσως μονολογούσε.
«Θα του περάσει. Ναι».
………………………………
Με αφορμή μια πρόσκληση από τις “αγκαλιές του φεγγαριού” για μια ιστορία με τις λέξεις : παπαρούνες, παλίρροια, επιδεικτικά, φόνος, μαγείρισσες
…για το Βυζμούθειο
18/02/2009
«Όχι το βυζ’ μου θείο!»
Έτσι της έμεινε το παρατσούκλι “Βισμούθιο”. Γυναίκα με μυαλό οκτάχρονου κοριτσιού.
Σχεδόν όλους τους άντρες στο χωριό τους έλεγε «θείο». Σχεδόν όλοι την είχαν συναντήσει “τυχαία” στα χωράφια και την είχαν “κεντρίσει” . Όμως κανένας “θείος” δεν της είχε πιάσει το βυζί ούτε το είχε δει ποτέ.
Όταν βρήκαν δολοφονημένο τον τοκογλύφο του χωριού “έδειξαν” το “Βισμούθιο”.
Μετά εξομολογήθηκαν το ψέμα στον παπά.
«Να σώσουμε έναν οικογενειάρχη θέλαμε. Αν πάει φυλακή τι θα γίνουν τα πέντε παιδιά του;»
Όλο το χωριό περίμενε στην χιονισμένη πλατεία το αυτοκίνητο της χωροφυλακής. Την παρέδωσαν.
Όταν το αυτοκίνητο ξεκίνησε, στηρίχτηκε στα γόνατα και προσπάθησε να δει μέσα από το πίσω τζάμι.
Ξεγύμνωσε το στήθος της και φώναξε
«Να το Βυζ-μου-θείο! Να το Βυζ-μου-θείο!»
…για την “γενναιότητα”
09/02/2009
Ο άντρας που μπήκε στην τουαλέτα αργεί και χαζεύω αμήχανος την ταπετσαρία του προθάλαμου, φτιαγμένη από σελίδες περιοδικών. Διαβάζω - Υπήρξαν γενναίοι για μία εβδομάδα. Πραγματικά γενναίοι. Και ένιωθαν γενναίοι. Μα ηττήθηκαν. Τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν τους συνέθλιψαν, δεν θέλουν να τα θυμούνται. Ντρέπονται για ότι τους συνέβη μετά την γενναία εβδομάδα.
Υπήρξαμε ποτέ γενναίοι; Πόσες φορές; Για πόσο καιρό; Τώρα που το σκέφτομαι, αναρωτιέμαι – αν είχα υπάρξει, δεν θα το είχα νιώσει; Και πιέζω τον εαυτό μου να ανακουφίσει την ντροπή. Σκέψου , θυμήσου, όχι “αν” υπήρξες, αλλά “πότε” ένιωσες γενναίος, γιατί αν το έχεις νιώσει ίσως έχεις υπάρξει.
Η πόρτα της τουαλέτας ανοίγει. Κάποιος «κύριος» προσπαθεί να μου πάρει τη σειρά. Ορμάω, τον σταματάω, “στη σειρά σας κύριε, προηγούμαι». Ουφ , ανακούφιση.
…για το στυλοκάρδι
29/01/2009
Έτσι λένε το κρασί στο χωριό του. Στυλοκάρδι.
Χειμώνας ήτανε, μπορεί να έβρεχε, να φυσούσε δυνατά, να έτριζε όλο το χωριό, όταν μπήκε ο Μήτσος στη ταβέρνα, χτύπησε τις μπότες στο βρώμικο πάτωμα, έτριψε τα άγρια χέρια του πάνω από τη στόφα να πλυθούν στη θέρμη κι άναψε το σέρτικο Λαμίας.
«Βάλε μισό κιλό στυλοκάρδι ρε Ματούλα»
«Πάλι σε βάρεσε το χτυποκάρδι ρε Μήτσο;»
Στον “Γεωπολιτικό χάρτη της Ελλάδος” που κρέμεται κάτω από το ράφι με τις κονσέρβες δείχνει κάθε τόσο περήφανος με το χοντρό του δάχτυλο. «Και εδώ έχω χτίσει, κι εδώ, κι εδώ…»
Μάστορας της πέτρας ο Μήτσος αλλά όχι και της γυναίκας.
«Πιάσε το στυλοκάρδι σου λέω. Τι θα κάνω με δαύτη ρε Ματούλα; Πάλι γίνηκε η καρδιά της πέτρα».
…και τρία “Αχ”
24/01/2009

Και ξαφνικά κάνει το μωρό μία έτσι, τραβάει τη μαντίλα και η μελαψή ομορφιά της ανατινάζεται. Εκεί, μπροστά στα μάτια μας. Οι τρεις άντρες που στεκόμαστε στην ουρά του ταμείου στρέφουμε το βλέμμα στο σημείο της έκρηξης και συλλαμβάνουμε το τίναγμα των μαύρων μαλλιών της στον αέρα.
Αυτή μαλώνει το μωρό χαμογελώντας και ξαναφοράει τη μαντίλα της ενώ εμείς για πρώτη φορά νιώθουμε πως καταλαβαίνουμε την γλώσσα της ερήμου. (ή της ερημιάς μας; )
Το παιδάκι προσπαθεί επίμονα να πυροδοτήσει όλη τη γυναικεία ομορφιά. Με το ένα χέρι τραβάει το μαντήλι που καλύπτει τον εξαίσιο λαιμό της και με το άλλο το περιττό ύφασμα που κρύβει το δίδυμο κάλλος τους στήθους της. Και τότε καταλαβαίνω γιατί η γλώσσα των Αράβων έχει τόσα πολλά «αχ».
…για το κορίτσι από την Γκάνα
11/01/2009
Ο κύριος Ιάκωβος, συνταξιούχος ναυτικός, είναι ένας καλοστεκούμενος εξηνταπεντάρης, θα τον έλεγες λίγο ευτραφή, με αραιά περιποιημένα μαλλιά, ντυμένος πάντα στη τρίχα, τσάκιση, σκαρπίνι, πουκάμισο σκούρας απόχρωσης, σακάκι ραμμένο στα μέτρα του, γραβάτα αδιόρατα ριγέ και ένα χρυσό χοντρό δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού, δώρο του συγχωρεμένου του πατέρα του τον οποίο δεν συγχώρεσε ποτέ του.
Κάθε δεύτερο Σάββατο παίρνει ταξί, περνάει από την πλατεία Μάρνης για να ξαναβρεί την Γιοχάνα, μια ψηλή μαύρη κοπέλα από την Γκάνα, πηγαίνουν σπίτι του, τρώνε μαγειρεμένο φαγητό, κάνουν σεξ, έπειτα κάνουν πως κοιμούνται για μια ώρα, μετά αυτός ντύνεται βιαστικά, αυτή λέει «Μείνε», αυτός λέει «Στο άλλο ταξίδι, θα ξανάρθω» και φεύγει, η Γιοχάνα περιμένει μέχρι να έρθει το ταξι, τραβάει την πόρτα και φεύγει.
…για τα ρέστα της Ευδοκίας.
08/01/2009
«Κανείς δε μπορεί να γελάσει την Ευδοκία». Έτσι τελείωνε τις ιστορίες της. «Κανείς. Το καταλάβατε; Να ζητάς πάντα τα ρέστα. Έτσι έλεγε η μάνα μου όταν μ’ έστελνε στο μπακάλη».
Και της έμεινε κουσούρι της Ευδοκίας. Πήγαινε στο περίπτερο για τσιγάρα και καθώς έσκυβε να πληρώσει ζήταγε πρώτα τα ρέστα της. «Πάρε ένα πενηντάρι. Πενηντάρι δίνω ε; Δώσε τα ρέστα μου κι ένα πακέτο τσιγάρα».
Μεσάνυχτα, του Αϊ Γιαννιού, μπήκε στο μαγαζί που τραγουδούσε η Ευδοκία, ο πρώην της , Γιάννης, με την καινούργια σύζυγο. Η Ευδοκία βούτηξε ένα χασαπομάχαιρο και του ‘κοψε τον λαιμό . Όταν αυτός σωριάστηκε, στερέωσε τη λαβή στο ανοιχτό του στόμα και έπεσε με τη καρδιά της στην κόψη του φωνάζοντας : «Τα ρέστα μου ρε. Τα ρέστα μου».
…για τα κύματα της φαντασίας του
31/12/2008
Ο Νικολό ζούσε τελευταία δίπλα στο ποτάμι, σ’ ένα τροχόσπιτο δεμένο στη σκουριασμένη τζάγκουαρ που είχαν παρατήσει μισοκαμένη στο χωράφι του κάτι τουρίστες . Κάθε μέρα έμπαινε στο «αμάξι του» και οδηγούσε κόντρα στο ποταμίσιο ρεύμα και την ανθρώπινη λογική, ντυμένος μια βρώμικη ιατρική μπλούζα που του είχε χαρίσει ο φαρμακοποιός. Με είχε πάρει κοντά μια φορά, για νοσοκόμο.
- Μπες μέσα νοσοκόμε, να προλάβουμε. Γρήγορα. Σπάσαν τα νερά!
- Έρχομαι γιατρέ μου!
Το μοιραίο βράδυ είχαν ανοίξει οι ουρανοί, αλλά ο Νικολό, ορκισμένος στα κύματα της φαντασίας, πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι και έτρεξε στη τζάγκουαρ. Ενώ προσπαθούσε να βάλει μπροστά, το νερό του ποταμού φούσκωσε ξαφνικά και κάτι σαν κύμα τον πήρε πίσω και χάθηκε. Πρόλαβε μόνο να φωνάξει «Σπάσαν τα νερά. Σπάσαν τα νερά»
…ενός εκτελεστή
07/12/2008
Που είχα μείνει; Αχ ναι. Έλεγα, πως το σπουδαιότερο είναι να έχεις σταθερό χέρι, να μη νιώσεις δέος στη θέα το θηράματος, να το θεωρήσεις νεκρό πριν πυροβολήσεις. Εκείνη τη στιγμή δεν επιτρέπεται να σκεφτείς. Πρέπει να το έχεις δουλέψει στο μυαλό σου από καιρό, από χρόνια. Όσα χρόνια χρειάζονται να φτιαχτεί μια ζωή, τόσα, μη σου πω παραπάνω, χρειάζεται για να παρθεί.
Δεν είναι απλό τράβηγμα σκανδάλης. Με κατάλαβες; Χρειάζεται όλο σου το είναι. Και για να το μαζέψεις σε μια στιγμή πρέπει να φανταστείς ότι αυτό που «είναι» απέναντί σου σε απειλεί. Πρόσεξέ είναι σημαντικό. Να φανταστείς. Αν νιώσεις απειλή δε μπορείς να σκοτώσεις. Τρέχεις να σωθείς. Και όταν τρέχεις εσύ ή το μυαλό σου, δε γίνεται να σημαδέψεις σωστά. Κατάλαβες;
…για το κουμάντο της
02/12/2008
Η γιαγιά Κυριακούλα με ήθελε πολιτικό μηχανικό. “Δε πειράζει, τι πολιτικός μηχανικός, τι καθηγητής και οι δυο με τούβλα χτίζουν” είπε και ξεδίπλωσε το μαντιλάκι που μου φύλαγε το δώρο της για τα συγχαρήκια.
Στα στερνά της μου αποκάλυψε το μυστικό. Που έβρισκε λεφτά να μας χαρτζιλικώνει όλα τα εγγόνια καθότι ο παππούς ήταν τόσο σφιχτοχέρης;
“Είχα Βασιλάκη μου διπλά βάζα. Τα μισά τάχα κρυμμένα. Κάθε φορά που αγόραζα να πούμε το ρύζι του μήνα , έκλεβα από τη σακούλα δυο κουταλιές και γέμιζα ένα κρυφό βαζο. Λίγο λίγο ερχότανε μήνας που τα κρυφά βάζα γέμιζαν. Τα φανέρωνα τότε και έκρυβα τα άλλα, τα άδεια, να νομίζει ο παππούς πως είχα ψωνίσει. Τα λεφτά του μήνα, τα έκρυβα στο μαντήλι και έκανα το κουμάντο μου”.
… για την ευκτική άνευ σοβαρού λόγου
28/11/2008
Μαζεύτηκαν πάλι σφήγκες. Μυρίστηκαν φαίνεται το κόκκινο ζουμερό καρπουζάκι . Τριγυρίζουν επίμονα για μια γλυκιά τζούρα όπως στριφογυρίζουν οι άνθρωποι γύρω από την εξουσία. Τις διώχνεις με το καλό, τις ξαποστέλνεις με το κακό, εκεί αυτές, απτόητες, ενοχλητικές, ανόητες. Και επικίνδυνες. Όταν πάρεις χαμπάρι ότι κάθησαν στο σβέρκο σου είναι πολύ αργά.
Την καλοκαιρινή μου αναπόληση διακόπτουν οι ψαλιδιές και η φωνή της Τούλας. Η Τούλα είναι κομμώτρια αλλά θέλει να γίνει βουλευτής.
«Γιατί δηλαδή; Πρέπει να είμαι μαιευτήρας για να πάω για βουλευτής;
Επειδή δηλαδή τα καταφέρνουν με τις καισαρικές τομές πρέπει να ειδικευθούν και στις πολιτικές;
Όλοι υπόσχονται τομές χρυσέ μου και έχουμε γεμίσει ουλές.
Μωρέ ας γίνω εγώ βουλευτής και θα τους δώσω να καταλάβουν.
Εγώ τουλάχιστον ξέρω να ομορφαίνω το κόσμο.»
…για μία παύση
27/11/2008
Υποπτεύομαι ότι η νονά Λεμονιά γνωρίζει καλά πως η όποια πρόοδος μου σχετίζεται με την παρουσία μιας γυναίκας δίπλα μου.
Δεν την έχω δει ποτέ να χαμογελάει στα μαθήματα πιάνου. Η δακτυλοθεσία είναι μόνιμο σημείο προστριβής μας.
«Τα δάκτυλά σου δεν γνωρίζουν την θέση τους στο κλαβιέ. Αυτό είναι εξ ίσου επιβλαβές με το μυαλό ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζει την θέση του σε αυτόν τον κόσμο. Δεν θα μπορέσει ποτέ να αλλάξει. Μήτε τη θέση του μήτε τον κόσμο.
Η γυναίκα αυτή είναι για σένα σαν το κλειδί του φα, σε μπερδεύει και σε παιδεύει. Πάλι αγνόησες την παύση. Σου έχω επαναλάβει πως οι παύσεις χρωματίζουν. Το ίδιο ακριβώς είσαι και εσύ για την γυναίκα αυτή. Μία παύση τετάρτου. Παύση σου είπα…»
(Από την Οδό Κρήνης)
…για μια κάλτσα
24/11/2008
Η Ευανθία το κατάλαβε πια και το πιστεύει ακράδαντα. Πως κανείς δε γεννιέται για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του άλλου, πως από τη στιγμή που γεννήθηκε αγωνίζεται πότε με γέλιο πότε με κλάμα για την δική της ανάγκη να ζήσει καλά. Και έχει ζήσει καλά. Έτσι λέει.
Τώρα προσπαθεί να ζευγαρώσει τις μπερδεμένες κάλτσες, στον καναπέ του σαλονιού. Ούτε η μοναξιά μου αρέσει, ούτε η δέσμευση, μονολογεί καθώς προσπαθεί να ταιριάξει τα αταίριαστα. Πως γίνεται, κάθε φορά να μου περισσεύει μια κάλτσα; Σηκώνεται με κόπο – πονάει η μέση της τελευταία- να την τακτοποιήσει στο συρτάρι με τις περισσευούμενες.Ψάχνει το ταίρι της.
Να το – Όχι δεν είναι αυτό… Όμως ταιριάζει η ύφανση – Το λάστιχο είναι διαφορετικό… Δεν θα φαίνεται – Αλλά θα το νιώθω.
…υπέρ της έκπληξης
20/11/2008
Αν θέλεις να μου χαλάσεις τη διάθεση πες μου τι καιρό θα κάνει αύριο.
Πάει. Μου στέρησες το πρώτο της ημέρας εσωτερικό ή ηχηρό, ίσως αγενές κάποιες φορές, επιφώνημα που συνοδεύει το πρωινό τράβηγμα της κουρτίνας, το απροσδόκητο ξύπνημα υπό τους ήχους της βροχής και των μπουμπουνητών.
Εδώ που τα λέμε δεν έχει και πολλούς τρόπους να μας εκπλήσσει η φύση σε τούτη δω τη πόλη.
Μόνο τα νοήματα του ουρανού απόμειναν. Δώρα περισσευούμενα.
Και είναι άσχημο, δεν είναι; Εννοώ, να σου αποκαλύπτουν το δώρο που θα σου χαρίσουν ,πριν σου το χαρίσουν, πριν το αντικρίσεις, πριν το κρατήσεις στα χέρια σου. Εγωιστικό.
Ας μετρούν οι μαθηματικοί την έκπληξη με λογάριθμους πιθανοτήτων. Αφήστε τους. Πιο καλά την μετράμε με το σχήμα των ματιών.


