…κάπου στον Πειραιά
Την έκανα την βλακεία και ρώτησα τον διπλανό μου «Ρε συ τι κάνει ο Σ; Τον βλέπεις καθόλου;»
Δεν απάντησε. Ή δεν με άκουσε ή δεν πρόλαβε. Βρήκα μόνος μου την απάντηση στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού αριστερά μας. Περίμενα να του απευθυνθούν δύο φορές με το όνομά του «Σ» για να σιγουρευτώ ότι το ελαφρώς ειρωνικό χαμόγελό, που ναι, κάτι μου θύμιζε, είχε διασχίσει τριάντα τόσα χρόνια μέχρι αυτή την συνάντηση συμμαθητών στο ταβερνείο κάπου στο λιμάνι σου Πειραιά.
Δεν πρέπει να μελαγχολήσω επαναλάμβανα στον εαυτό μου μέχρι να βρω κάποιο επιχείρημα για να δικαιολογήσω την ντροπή μου. Και το βρήκα. Υπάρχει ένας τύπος μελαγχολίας, ιδιαίτερα αγαπητός, με άσπρα μαλλιά, αραιά, και μειδίαμα ξεχωριστό σαν τρίχα σε λευκό πουκάμισο. Λέγεται μελαγχολία ημερολογίου.
Και όμως το τίποτα κάνει πολύ θόρυβο. Αλλά έχει μια ιδιομορφία. Αρχικά εκπέμπει σε μη ακουστές συχνότητες –κάτι σαν υπέρηχος δηλαδή – και μετά εισβάλει με όλη του την ένταση στην αισθητή περιοχή. Έτσι εξηγείται η αγανακτισμένη φράση «πολύ θόρυβος για το τίποτα». 


