…από την σελίδα 123 της “Madame Bovary”
28/02/2008
«Γιατί μπορείς να προσκυνήσεις το Θεό τον ίδιο σ’ ένα δάσος, σ’ ένα κάμπο, ή ακόμη ατενίζοντας τον ουράνιο θόλο, όπως οι αρχαίοι. Ο Θεός ο δικός μου είναι ο Θεός του Σωκράτη, του Φραγκλίνου, του Βολτέρου, του Βεραντζέρου! Είμαι υπέρ της Ομολογίας πίστεως του βικαρίου της Σαβοΐας, υπέρ των αθάνατων αρχών του 89! Γι’ αυτό δεν δέχομαι ένα Θεό αγαθό γεροντάκι που κόβει βόλτες μέσα στο περιβόλι του με τη μαγκούρα του στο χέρι, στεγάζει τους φίλους του στο στομάχι του καρχαρία, πεθαίνει μπήγοντας ένα σκούξιμο και ανασταίνεται μετά τρεις μέρες: πράγματα καθαυτά παράλογα, εξάλλου, σε όλους τους νόμους της Φυσικής. πράγμα που αποδεικνύει άλλωστε ότι το παπαδαριό ήταν πάντοτε βουτηγμένο σε επαίσχυντη αμάθεια στην οποία προσπαθεί να συγκαταπονήσει τις μάζες.»
Ευχαριστώ πολύ τους “weirdo” και “dreamerland” για την πρόσκληση και προσκαλώ όποιον επιθυμεί να ανοίξει το βιβλίο που έχει δίπλα του και να επιλέξει 123 λέξεις από την σελίδα 123.
… του κυρίου Feynman
07/08/2007
[...] Ένα άλλος λόγος για τον οποίο πιθανόν δεν θα καταλαβαίνετε αυτό που θα σας λέω οφείλεται στο ότι, ενώ εγώ θα αναφέρομαι στο πως λειτουργεί η φύση, εσείς δεν θα κατανοείτε το γιατί λειτουργεί με αυτό τον τρόπο. Βλέπετε κανένας δεν καταλαβαίνει την αιτία που λειτουργεί έτσι η φύση. Δεν μπορώ να σας εξηγήσω το «γιατί» η Φύση συμπεριφέρεται με αυτό τον παράξενο τρόπο.
Τέλος υπάρχει και μια άλλη πιθανότητα: Μόλις σας λέω κάτι, εσείς να μην το πιστεύετε. Να μην το παραδέχεστε. Να μη σας αρέσει. Τότε κλείνετε τα αυτιά σας και παύετε να παρακολουθείτε. Θα προσπαθήσω να σας περιγράψω το πως λειτουργεί η φύση, αλλά αν αυτό δεν σας αρέσει δεν έχω άλλο τρόπο για να σας κάνω να το καταλάβετε. [...]
Richard P. Feynman . QED-Κβαντική ηλεκτροδυναμική . Εκδόσεις Κάτοπτρο.
… για την νεότητα.
22/07/2007
«Εκείνα τα χρόνια είχα τη δύναμη να χαίρομαι, και η ευαισθησία μου είχε ακονιστεί για να συλλαμβάνει το όμορφο, το εξαίσιο, το λεπτό, το ανέγγιχτο. Ήμουν νέος. Είχα καλή υγεία, δεν είχα εντρυφήσει στις απολαύσεις, δεν τις είχα χορτάσει, δεν με είχαν παραλύσει. Η ελευθερία φούσκωνε το στήθος μου. Το χαμόγελο και το φιλί της ζωογονούσαν την ύπαρξή μου σαν τον ήλιο και σαν την πνοή του ζέφυρου. Ναι, την εποχή εκείνη ήμουν πρωινός ταξιδιώτης που δεν αμφιβάλλει πως ανηφορίζοντας το λόφο θα ζήσει μια ένδοξη ανατολή. Τι κι αν το μονοπάτι του είναι στενό και κακοτράχαλο; Δεν τον απασχολεί. Έχει το βλέμμα καρφωμένο στην κορυφή που κιόλας ροδίζει και, μόλις φτάσει επάνω, είναι σίγουρος πως θ’ αντικρίσει τις χρυσές αχτίδες του ήλιου.»
Charlotte Bronte, The professor. Μετάφραση Μαρία Λαινά. Εκδόσεις ΣΜΙΛΗ
… για την Τέχνη
26/03/2007
“Στην πραγματικότητα, η Τέχνη δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνον οι καλλιτέχνες. Κάποτε ήταν οι άνθρωποι που πήραν χρωματιστό χώμα στα χέρια τους και σχεδίασαν πρόχειρα στον τοίχο της σπηλιάς τους ένα βουβάλι. Σήμερα μερικοί αγοράζουν χρώματα και σχεδιάζουν αφίσες για τους τοίχους. Δεν έκαναν και δεν κάνουν μόνον αυτά, αλλά και ένα σωρό άλλα πράγματα. Δεν βλάπτει να ονομάζουμε όλες αυτές τις δραστηριότητες τέχνη, όσο θυμόμαστε πως η λέξη σημαίνει πολύ διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς καιρούς και τόπους, και όσο συμφωνούμε πως η Τέχνη –με κεφαλαίο Τ- δεν υπάρχει. Γιατί η Τέχνη με κεφαλαίο Τ κατάντησε σκιάχτρο και φετιχισμός. Κινδυνεύεις να εξουθενώσεις έναν καλλιτέχνη λέγοντάς του πως εκείνο που μόλις έφτιαξε δεν είναι «Τέχνη» , παρόλο που είναι καλό.”
Το χρονικό της Τέχνης. E.H.Gombrich
… του John Banville
24/03/2007
“Πιστεύω ότι αυτή φύτεψε μέσα μου τον πρώτο σπόρο της αυτοσυνειδησίας. Προηγουμένως, υπήρχε κάτι κι εγώ ήμουν ένα μέρος του, ενώ τώρα υπήρχα εγώ από τη μια κι από την άλλη όλα τα άλλα που δεν ήταν εγώ. Όμως κι εδώ διαπιστώνεται μια διαστρέβλωση, μια περιπλοκή. Με το να με αποκόψει από τον κόσμο και να με κάνει να συνειδητοποιήσω τον εαυτό μου αποκομμένο έτσι, με είχε εξορίσει από εκείνη την αίσθηση συνύπαρξης όλων των πραγμάτων, όλων αυτών που ως τότε με περιέβαλλαν κι εντός των οποίων ενοικούσα σε μακάρια, λίγο πολύ, άγνοια. Προηγουμένως συστεγαζόμουν, τώρα ήμουν άστεγος, έξω στο ύπαιθρο και δεν φαινόταν πουθενά καταφύγιο. Δεν ήξερα ότι δεν θα ξανάμπαινα μέσα, ότι δεν θα περνούσα ξανά την πύλη που ολοένα στένευε.”


