2Είχα ένα μηχανάκι δίχρονο, ιταλικό, απ’ αυτά που όταν γεράσουν κάνουν «πατ-πατ-πατ», δώρο του πατέρα μου.

Ένα καλοκαίρι ήρθε στην Αθήνα ο ξάδελφος, ο Βασιλάκης, από το χωριό.

Ανέβα του λέω να πάμε μια βόλτα. Ήθελα να του δείξω την πρωτεύουσα.

Στο δρόμο σταματήσαμε να βάλουμε βενζίνα. Ήπιαμε και μία γκαζόζα και συνεχίσαμε.

Όταν πιάσαμε την ανηφόρα της Ακρόπολης άρχισα την ξενάγηση.

Από δω αυτό, σιωπή ο ξάδελφος. Από δω εκείνο, τσιμουδιά ο ξάδελφος. Κοιτάω πίσω μου, πουθενά ο ξάδελφος.

Πάει, μου έπεσε, σκέφτηκα. Και τώρα; Τι θα πω στη θειά μου;

Παίρνω τον δρόμο ανάποδα μήπως τον βρω κάπου πεσμένο. Τίποτα.

Σταματημένος σήμερα στο φανάρι, μπροστά σε εκείνο το βενζινάδικο που είχα ξεχάσει τότε τον ξάδελφο, αναρωτιόμουν αν κάποτε θα τον ξαναβρώ.

5Ένα σαπιοκάραβο, έχει προσαράξει πάνω απ’ το γραφείο μου δεμένο σε μια ξύλινη κορνίζα.

Ενθύμιο φωτογραφικής περιπλάνησης παρέα με τον φίλο μου τον Θόδωρο.

Πέραμα – Αμπελάκια Σαλαμίνας. Ώρα επιβίβασης έκτη απογευματινή. Ο Θόδωρος έχει αγοράσει έναν φακό ζουμ, δεύτερο χέρι σε καλή κατάσταση.

Πιάσαμε θέση στη πλώρη. «Οι γέροι κάθονται στη πρύμνη!»

Το καράβι πήρε στροφή δυτικά στην Κυνόσουρα.

Ζούμαρα στο σαπιοκάραβο για να διακρίνω το όνομά του.

Κατά λάθος πάτησα το κλείστρο. Τρόμαξα.

Ο Θόδωρος γέλασε, εγώ ξεχάστηκα.

Πέρασαν κάτι χρόνια, κι ένα βράδυ, το καράβι εμφανίστηκε αναπάντεχα στον σκοτεινό μου θάλαμο.

Δεν περίμενα να στεγνώσει η φωτογραφία. Άναψα το φως πήρα τον μεγεθυντικό φακό και διάβασα.

Αυτό με είχε τρομάξει λοιπόν. Οι δύο λέξεις που ήταν γραμμένες στην πλώρη: «Αγία Πρύμνη».

Επιμύθιο: Καλύτερα χωρίς επιμύθιο

Ο παππούς είχε ένα μοτοσακό. Όχι κάνα καινούργιο, μη νομίζετε. Τρίτο χέρι νάτανε; Όλο έχανε βενζίνα, και ξέρναγε σκουριά. Κάθε καλοκαίρι του πέρναγε ένα χέρι λαδομπογιά,  κάθε μέρα η γιαγιά γκρίνιαζε πως «Βρωμάει το πεζοδρόμιο καμένο λάδι και μπενζίνα».

Ο παππούς, το ‘χε το μοτοσακό για τη δεύτερη δουλειά την απογευματινή, στο σαπουνάδικο. Πως έτυχε εκείνο το πρωί να σηκωθεί χαράματα, που γύρευε να πάει αξημέρωτα, άγνωστο.

Βγαίνει στο δρόμο, κάνει έτσι, άφαντο το μοτοσακό. Δε προλαβαίνει να πάρει στενοχώρια, ακούει  πατ πατ. Γυρνάει, το βλέπει να ‘ρχεται με ξένο καβάλα.

Τον σταματάει. «Καλό φίλε το μοτοσακό μου;» του κάνει.

«Να σου πω. Δυο χρόνια που το παίρνω όταν κοιμάσαι και παγαίνω στη λαχαναγορά καλό μας έχει βγει».

Έτσι άρχισε η φιλία τους.

giagia.jpgΜια κανάτα δροσερό νερό σκεπασμένη με ένα μικρό άσπρο κεντητό πετσετάκι με περίμενε σε κάθε μου επίσκεψη.

Εκείνη βολευόταν στην πάνινη πολυθρόνα της, με ένα μαξιλάρι για την μέση που πονούσε. Δεν υπέφερε, απλά πονούσε.

- Θέλεις κι εσύ ένα μαξιλαράκι;

- Όχι γιαγιά, είμαι καλά.

-Εμένα με πονάει λίγο η μέση μου σήμερα.

Mε έβαζε να καθίσω απέναντι στο φως του παράθυρου. Την βασάνιζε ο καταρράκτης.

Τα άσπρα της μαλλιά ήταν πάντα τακτοποιημένα με φιλέ.

Στα χέρια της κρατούσε ένα μαντηλάκι που το δίπλωνε και το ξεδίπλωνε προσεκτικά όσο μου μιλούσε για τον καταρράκτη, το Τσεσμέ, τα παιδιά της. Eίχε παράπονα.

Κουραζόταν, σταματούσε και περίμενε να γεμίσω το ποτήρι μου. Ο ήχος του νερού ήταν κάτι σαν το κουδούνι της παράστασής μας.

31.jpgΤο σπίτι μύριζε κύμινο και παστουρμά μέχρι έξω στη βεράντα.

Οι γυναίκες φέρανε στον παππού ούζο και μεζέ. Λίγο τυρί, ντομάτα και σουτζουκάκια τηγανιτά.

Σε εμάς έφεραν βυσσινάδα με κουλουράκια.

Ο παππούς μας κοίταξε, κατάλαβε.

Φέρτε και στα αγόρια έναν μεζέ και μια μπύρα. Μικρά παιδιά είναι;

Ύστερα χτύπησε το τσιγάρο δυο φορές στο πακέτο, Άρωμα κασετίνα.

Μέχρι δέκα τσιγάρα κάνουν καλό. Αν θέλετε να ανάβετε είκοσι, να κόβετε δέκα στη μέση.

Από το τσακμάκι ξέφυγε μια στάλα μυρωδιά βενζίνας.

Εγώ αγάπησα μια κοπέλα, την Μαρίνα. Ένα μεσημέρι στο εργοστάσιο τεντώσαμε τα πόδια μας κάτω από τον πάγκο, ξυπόλυτοι, χαδευτήκαμε.

Εκείνη έφυγε στο χωριό της. Την ακολούθησα αλλά η γιαγιά έβαλε τις μανάδες σας στο τρένο, μικρά παιδιά ηντουσαν, με βρήκαν και γύρισα.