…ξεχασμένες
Είχα ένα μηχανάκι δίχρονο, ιταλικό, απ’ αυτά που όταν γεράσουν κάνουν «πατ-πατ-πατ», δώρο του πατέρα μου.
Ένα καλοκαίρι ήρθε στην Αθήνα ο ξάδελφος, ο Βασιλάκης, από το χωριό.
Ανέβα του λέω να πάμε μια βόλτα. Ήθελα να του δείξω την πρωτεύουσα.
Στο δρόμο σταματήσαμε να βάλουμε βενζίνα. Ήπιαμε και μία γκαζόζα και συνεχίσαμε.
Όταν πιάσαμε την ανηφόρα της Ακρόπολης άρχισα την ξενάγηση.
Από δω αυτό, σιωπή ο ξάδελφος. Από δω εκείνο, τσιμουδιά ο ξάδελφος. Κοιτάω πίσω μου, πουθενά ο ξάδελφος.
Πάει, μου έπεσε, σκέφτηκα. Και τώρα; Τι θα πω στη θειά μου;
Παίρνω τον δρόμο ανάποδα μήπως τον βρω κάπου πεσμένο. Τίποτα.
Σταματημένος σήμερα στο φανάρι, μπροστά σε εκείνο το βενζινάδικο που είχα ξεχάσει τότε τον ξάδελφο, αναρωτιόμουν αν κάποτε θα τον ξαναβρώ.
Ένα σαπιοκάραβο, έχει προσαράξει πάνω απ’ το γραφείο μου δεμένο σε μια ξύλινη κορνίζα.