Τα Χριστούγεννα μαζεύαμε λεφτά για την Κυρούλα που καθάριζε το σχολείο, πουλούσε κουλούρια και μου κρατούσε το χέρι κάθε πρωί στο δρόμο για το σχολείο.  Στο άλλο χέρι κρατούσε την Χριστίνα.

Ήμαστε καμιά δεκαριά παιδιά στα πρωινά δρομολόγια αλλά η Κυρούλα κρατούσε πάντα εμάς. Μας συμπαθούσε. Και εμείς τη συμπαθούσαμε. Και μεταξύ μας «συμπαθιόμαστε». Μόλις μας άφηνε τα χέρια αρχίζαμε το κυνηγητό. Η Χριστίνα  ήταν γρήγορη και το μόνο που κατάφερνα να αγγίξω ήταν η μακριά της πλεξούδα που ανέμιζε στο τρέξιμο

Στο τελευταίο δρομολόγιο των Χριστουγέννων , καθώς περπατούσαμε, η Κυρούλα σταμάτησε ξαφνικά, έκανε ένα βήμα πίσω, κι έβαλε το χέρι μου στο χέρι της Χριστίνας. Ήταν ζεστό,  μαλακό απαλό.

Εκείνο το δώρο της αφής άναψε μια φλογίτσα μέσα μου που καίει ακόμα.

Όταν στη διπλανή αλάνα έπαιζαν ποδόσφαιρο, η Αλίκη έβγαινε στην αυλή για να ποτίσει τα λουλούδια. Που και που ένα ξώφαλτσο χτύπημα έφερνε τη μπάλα στα πόδια της. To περίμενε πως και πως αυτό το που και που.

Μάζευε τότε τη μπάλα, τη φιλούσε και την έστελνε πίσω με όλη της την δύναμη. Κι όπως το πέταγμα ξεσήκωνε τα μαλλιά και τα ρούχα της, τα δυο αγόρια ορμούσαν  να μαζέψουν τη μπάλα με το φιλί.

Ποιον να διαλέξει; Τον τερματοφύλακα που όλο αυτοθυσία ορμούσε στα πόδια των αντιπάλων, κυλιόταν στα χώματα και έσωζε την εστία ή τον κυνηγό που ορμούσε και σάρωνε την αντίπαλη άμυνα;

Τον τερματοφύλακα, επέμενε η μάνα,  ο πόνος της ήττας σβήνει πιο δύσκολα από τη χαρά της νίκης. Και νίκησε.


Σε αγαπώ, θέλω να σε κατακτήσω.  Που το έβαλα το εισιτήριο; Α,  εδώ στη τσέπη μου είναι. Ουφ. Γιατί ξεχνάω τόσο εύκολα τελευταία; Είμαι ερωτευμένος φαίνεται. Μεγάλο πράγμα η ψυχολογία πάντως. Και η αστρολογία. “Θα ερωτευθείτε το δεύτερο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου”. Τελευταία στιγμή πρόλαβα τη προθεσμία. Λοιπόν. Πάμε πάλι. Σε ποθώ. Θέλω να ηττηθώ για να μη σε χάσω.  Επιθετικός από τη μια, ευάλωτος από την άλλη. Έτσι πρέπει να δείχνω. Γαμώ τα βιβλιαράκια αυτό.  Που έχω το εισιτήριο είπαμε; Ωχ, κι αν ξεχάσω τι πρέπει να πω; Κάτι θα γράφει γιαυτό, δε μπορεί. Θα το ψάξω στη διαδρομή. Μπορεί ας πούμε να λέει «Αν ξεχάσετε τι θέλατε να της πείτε κοιτάξτε την στα μάτια». Βλακείες λέω τώρα. Λες κι είμαι κάνας ειδικός.

Όταν τα πράγματα ζορίζουν φτιάχνω ιστορίες.

Καλώ στη φαντασία μου παιδικούς  φίλους  και τους μοιράζω ρόλους.

Ανακαλώ μνήμες, εικόνες,  φωνές, τις ανακατεύω με την φαντασία κι έτοιμο το ζυμαράκι, απαλό, μαλακό, καμία σχέση με την “σκληρή βρώμικη πραγματικότητα”.

Κοίτα να δεις. Σαν παιδί  κάνω.

Ευτυχώς.

Όμως οι ιστορίες μου είναι αληθινές κι ας μην είναι πραγματικές.

Άλλωστε τι αξία έχει να λες τα πράγματα όπως έγιναν ή όπως έπρεπε να γίνουν;

Να, αυτό είναι το καλό με τις ιστορίες. Λες τα πράγματα όπως θα ήθελες στα  αλήθεια να γίνουν.

Και τότε γίνεται κάτι περίεργο.

Η μια ιστορία φτιάχνει την επόμενη, κι αυτή μια άλλη και πάει λέγοντας.

Αλλά δεν το καταλαβαίνεις, νομίζεις ότι οι ιστορίες είναι διαφορετικές, αλλά δεν είναι, γιατί είναι αληθινές.



H Διαμάντω είχε ένα μαντολίνο. Κρεμόταν στο πορτ-μαντώ δίπλα στην εξώπορτα.

«Κάποτε έπαιζε πολύ όμορφα το μαντολίνο η Διαμάντω» είπε ένα μεσημέρι η μάνα μου. «Χρόνια έχει να παίξει. Από τότε που…»

Από τότε, μετά το σχολείο περνούσα μπροστά από το σπίτι της και κοντοστεκόμουν δήθεν για να ξετυλίξω το μαντολάτο μου.

Ένα μεσημέρι περίμενε στο παράθυρο. Έκανα να φύγω αλλά με σταμάτησε.

«Θα μου φέρεις αύριο ένα μαντολάτο;»

Της έφερα. Με περίμενε στην εξώπορτα κρατώντας το μαντολίνο.

«Ανταλλαγή» μου είπε χαμογελώντας «Ένα μαντολάτο για ένα μαντολίνο»

«Δεν είναι σωστό» ψέλλισα μα εκείνη επέμενε.

Το πήρα κι έτρεξα χαρούμενος σπίτι.

Χρόνια μετά θυμόμουν τις τελευταίες κουβέντες της.

«Κι αν κάποτε νιώσεις τύψεις για το λάθος, να θυμάσαι πως το έκανες από τη χαρά σου»

Υπάρχει ένα λεωφορείο, παλιό, από εκείνα με τον ιδρωμένο εισπράκτορα  δίπλα στη πόρτα, που διασχίζει τα βουνά με τις σκοτούρες, για να καταλήξει στη θάλασσα. Κάνει τέρμα σε μια πλανόδια παιδική χαρά με ηλεκτρικά αυτοκινητάκια. Εκεί κατεβαίνουμε.

Το απόγευμα επιστρέφει παίρνει μια στροφή στη ψαροταβέρνα ‘Το ακρογιάλι’ και φορτώνει πάλι επιβάτες. Τι στριμωξίδι στην ουρά θεέ μου. «Φύγε οδηγέ, σαρδέλες γίναμε» φωνάζουν οι άντρες. «Καλέ, χωράνε κι άλλοι, σταμάτα» τσιρίζουν μερικές γυναίκες και το ξανθό κορίτσι στριμωγμένο στο παράθυρο του λεωφορείου με κοιτάζει λυπημένο.

Όλο έτσι γίνεται. Μπαίνουμε σε διαφορετικά λεωφορεία κι εγώ γκρινιάζω στη μάνα μου «Αφού θα στριμωχτούμε έτσι κι αλλιώς. Γιατί δε μπαίνουμε σε αυτό το λεωφορείο;»

Μα δε μου κάνει το χατίρι κι ο έρωτάς μου με αποχαιρετά στριμωγμένος.

Δώδεκα σκαλιά, ένα πλατύσκαλο, δεξιά μια μικρή πόρτα, βαμμένη κόκκινη λαδομπογιά, δεν της άρεσαν τα κόκκινα φώρα  που έβαζαν οι άλλες. «Δεν είμαστε όλες οι πουτάνες ίδιες».

«Ερωτεύτηκες ποτέ;» Λαχταρούσε να την ρωτήσουν για να πει την ιστορία της.

«Ναι. Ερωτεύτηκα στην φυλακή μια γυναίκα, την Ιουλία. Όχι δικιά μας. Απ’ τις άλλες. Σοβαρή, παντρεμένη, με οικογένεια, με παιδιά, υποχρεώσεις, ξέρεις…»

«Και;»

«Και; Μετά καθεμιά σπίτι της. Πρώτα βγήκε εκείνη, μετά από λίγο εγώ. Μια μέρα μπαίνει στο δωμάτιο ένας πελάτης. Όμορφος, ψηλός. Κάνει ότι κάνει, βγάζει να με πληρώσει. Πολλά λεφτά. Τι ναι αυτά, θα με αγοράσεις; ρωτάω.  Εκείνος χαμογελάει. Είπε η γυναίκα μου να σου ξοφλήσω τα κρεβάτια της φυλακής, μου κάνει. Ποιος είσαι; ρωτάω. Ο Αύγουστος της Ιουλίας, μου απαντάει»


Μικρός νόμιζα πως κάτω από το κρεβάτι μου υπάρχει μια πόλη μαγική και πως τα όνειρά μου είναι ιστορίες που συμβαίνουν στους δρόμους και τα σπίτια αυτής της πόλης.

Γι’ αυτό, όταν μου αγόραζαν καινούργια παπούτσια τα έπαιρνα δίπλα στο μαξιλάρι μου. Για να μη μου τα κλέψουν «οι από κάτω».

Όταν μεγάλωσα λίγο, άκουσα κάτι μεγαλύτερα παιδιά να λένε πως έτσι γίνεται και με τις γυναίκες. Πρέπει να τις έχεις συνέχεια δίπλα στο μαξιλάρι σου για να μη τις κλέψουν.

Από τότε, όταν η μαμά μου κοιμόταν στον καναπέ ξαγρυπνούσα για να παραφυλάω τον κλέφτη. Καλού κακού είχα στήσει όλα τα στρατιωτάκια κάτω από το κρεβάτι μου. Η μάνα μου φώναζε να τα μαζεύω.

«Λες να αγαπάει τον κλέφτη;» σκεφτόμουν και αποκοιμιόμουν.

Ένα πρωί ήρθε το φορτηγό πήρε το Μαράκι κι έφυγαν. Μετά ήρθαν μπουλντόζες μαστόροι μπετονιέρες κι έφτιαξαν μια οικοδομή.

Η γιαγιά μου ζήλεψε, ζήταγε από τον παππού μια δικιά της οικοδομή, εκείνος έλεγε «Καλά» έσβηνε το τσιγάρο κι έφευγε στο καφενείο, η μάνα μου φώναζε «η οικοδομή είναι επικίνδυνη – να πάτε αλλού να παίξετε κρυφτό», κι ένα βράδυ, τα φύλαγε η Χαρούλα θυμάμαι, εμείς κρυμμένοι πίσω από κάτι μαδέρια, ακούμε ένα μουγκρητό από τον πάνω όροφο. Ο Γιώργος κατουρήθηκε, η Ελευθερία έβαλε τα κλάματα, «Φάντασμαα» τσιρίξαμε και δεν ξαναπατήσαμε.

Όταν τέλειωσε  η οικοδομή, γύρισε στη γειτονιά  και το Μαράκι. «Έλα σπίτι μου να παίξουμε» είπε μια μέρα και μου έπιασε το χέρι. Ένιωσα τότε ένα ρίγος, σα να τρύπωσε μέσα μου ένα φαντασματάκι.

Ένα απόγευμα στη τάξη την είπα “Παρασκευή απόγευμα”. Έτσι την λέω ακόμα.

Βρεθήκαμε μετά από χρόνια στο μετρό.  Μιλήσαμε λίγο λέγοντας πολλά.

Η “Παρασκευή απόγευμα” έφτιαξε ένα blog. Νομίζω οτι θέλει κάτι να μας πει. Ας την “ακούσουμε”.  Μιλάει εδώ http://fridayafter.wordpress.com/

Η μαμά της Αγλαΐας δούλευε στο κυλικείο της αστυνομίας. Μια σταλιά μαγαζάκι μια σταλιά κι η Αγλαΐα. Έρωτας μεγάλος με τους αστυνομικούς. Ειδικά με εκείνον τον κούκλο,  τον φρουρό,  στο ξύλινο σπιτάκι δίπλα στην είσοδο.

Ένα πρωί δύο κούκλοι έβαλαν τον μπαμπά της σε ένα αυτοκίνητο και “πήγαν διακοπές σε ένα νησί”.

Τα Χριστούγεννα η Αγλαΐα έγραψε γράμμα στον μπαμπά της να της στείλει τον έναν κούκλο. Για δώρο. Μα ο κούκλος δεν φάνηκε. Oύτε ο μπαμπάς.

Πέρασαν τα χρόνια. Το κυλικείο «άλλαξε διεύθυνση». Η Αγλαΐα έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο. Έφτιαχνε κούκλες.

Στον μήνα πάνω ξέσπασαν απεργίες και διαδηλώσεις. Τότε η Αγλαΐα είδε για τελευταία φορά τον «κούκλο». Αυτή ανάσκελα στο δρόμο. Αυτός  όρθιος και  χαμογελαστός με το ένα πόδι στο στόμα της.

Στην μνήμη της Σταματίνας

images (3)Τον θείο Κώστα όλοι τον έλεγαν περίεργο ξεροκέφαλο και μονόχνοτο. Εγώ όμως τον συμπαθούσα. Πρώτο γιατί με πήγαινε στη γέφυρα και χαζεύαμε τα τρένα, δεύτερο γιατί με άφηνε να παίζω με το βαλσαμωμένο κροκοδειλάκι που στόλιζε το σαλόνι του και τρίτο και σπουδαιότερο γιατί μου έμαθε διαίρεση.

Εγώ ήξερα να διαιρώ με μονοψήφιο αλλά εκείνος επέμενε να μάθω διαίρεση με διψήφιο και τριψήφιο.

«Τα πολλά πρέπει να μοιράζονται στους πολλούς όπως στον σοσιαλισμό! Όχι σε λίγους, όπως στον καπιταλισμό…» έλεγε.

Παιδεύτηκα, αλλά  τελικά έμαθα. Μία μέρα τον ρώτησα. «Γίνεται θείε να μοιράσουμε τα λίγα στους πολλούς;»

Μου απάντησε χρόνια μετά, τη νύχτα που έπεσε το τείχος στο Βερολίνο, πάνω στη γέφυρα, χαζεύοντας τα τρένα.

«Γίνεται»

«Και πως λέγεται αυτό το πολίτευμα;»

«Υπαρκτός σοσιαλισμός»


3Χαράματα. Χάρμα οφθαλμών τα χρώματα αλλού – υποθέτω.

Έστω ότι φεύγω. Τι να πάρω μαζί μου;

Σίγουρα θα κάνει κρύο. Έτσι έχω ακούσει.

Ας φτιάξω έναν ζεστό καφέ πρώτα. Να το σκεφτώ.

Με προσοχή όμως ε; Μη τους ξυπνήσεις.

Τα παιδιά δεν έχουν σχολείο σήμερα. Ας κοιμηθούν λίγο παραπάνω.

Πως αποχαιρετά κανείς τον εαυτό του; Σίγουρα δεν του εύχεται καλή αντάμωση.

Αποχαιρετισμοί και βλακείες. Τέλος πάντων.

Πρέπει βάλεις τα πράγματα σε μια σειρά. Άντε σε δύο. Όχι σε τρεις.

Η ζωή δεν είναι παρέλαση αγαπητέ μου. Ή μήπως είναι;

Εν – δυο, Εν – δυο, Εν – δυο – τρεις. Το χάσαμε το βήμα.

Αποφάσισα. Θα πάω την μικρή στην παρέλαση σήμερα και φεύγω αύριο.

Κι αύριο μέρα είναι. Κι εγώ άνθρωπος είμαι. Και η ζωή παρέλαση είναι.

 


images (2)Τον περίμενε δεκατέσσερα χρόνια. Έφυγε για την Αμερική όταν αυτή ήταν δεκαοκτώ χρονών.

Στα εφτά χρόνια της έγραψε «Έρχομαι. Ράψε νυφικό».

Μα δεν ήρθε.

«Μια μεγάλη δουλειά…»

Πέρασαν άλλα εφτά χρόνια.

«Ράβω νυφικό Μήτσο » του έγραψε και είπε το «Ναι» στον δάσκαλο του χωριού.

Απάντηση δεν πήρε.

Ήρθε η μέρα του γάμου.

Με τα πόδια στην εκκλησία. Αργά αργά. Δεν βιαζόταν.

«Αν γυρίσει;»

Στα σκαλιά της εκκλησίας κοντοστάθηκε.

«Γύρισε ο Μήτσος» φώναξε κάποιος.

Σούσουρο στη πλατεία μεγάλο.

Μια κόρνα ακούστηκε μακριά.

Γύρισε κι είδε ένα σύννεφο σκόνης στις στροφές του βουνού

«Πως τρέχει έτσι καλέ;» πρόλαβε να φωνάξει μια γυναίκα πριν το αμάξι γκρεμιστεί.

Την άλλη μέρα έκατσε και του ‘γραψε : «Μήτσο μη βιαστείς. Θα τ’ αργήσει μώπε η μοδίστρα το νυφικό»

Την έκανα την βλακεία και ρώτησα τον διπλανό μου «Ρε συ τι κάνει ο Σ; Τον βλέπεις καθόλου;»

Δεν απάντησε. Ή δεν με άκουσε ή δεν πρόλαβε. Βρήκα μόνος μου την απάντηση στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού αριστερά μας. Περίμενα να του απευθυνθούν δύο φορές με το όνομά του «Σ» για να σιγουρευτώ ότι το ελαφρώς ειρωνικό χαμόγελό, που ναι, κάτι μου θύμιζε, είχε διασχίσει τριάντα τόσα χρόνια μέχρι αυτή την συνάντηση συμμαθητών στο ταβερνείο κάπου στο λιμάνι σου Πειραιά.

Δεν πρέπει να μελαγχολήσω επαναλάμβανα στον εαυτό μου μέχρι να βρω κάποιο επιχείρημα για να δικαιολογήσω την ντροπή μου. Και το βρήκα. Υπάρχει ένας τύπος μελαγχολίας, ιδιαίτερα αγαπητός, με άσπρα μαλλιά, αραιά, και μειδίαμα ξεχωριστό σαν τρίχα σε λευκό πουκάμισο. Λέγεται μελαγχολία ημερολογίου.

images (1)

Αφηρημένος πήρα την χαλασμένη ομπρέλα. Το κατάλαβα στην γωνία όταν μια ριπή βροχής και αέρα την ξεχαρβάλωσε τελείως.

Αναγκάστηκα να περπατώ κάτω από τα μπαλκόνια προσπαθώντας να ξεχάσω την είδηση για εκείνο το μπαλκόνι που κατέρρευσε το πρωί όταν η άτυχη γυναίκα βγήκε να απλώσει δυο ρουχαλάκια.

Τι είναι πιο τρομακτικό άραγε; Να σου φεύγει η γη κάτω από τα πόδια ή η ζωή μέσα από τα χέρια;

Αυτό αναρωτιόμουν όταν ξαφνικά, ένιωσα μουσικές, φωνές και τραγούδια να ανεβαίνουν από τα βάθη της γης.

Έσκυψα να δω μέσα από το θαμπό τζάμι του υπόγειου. Είδα μια γυναίκα να τραγουδά σε γλώσσα που δεν γνώριζα και δύο μικρά κοριτσάκια να χορεύουν σε βήματα που είχα ξεχάσει.

Η μπόρα σταμάτησε, όμως εγώ είχα πλημμυρίσει.

3Παραμονή της μεγάλης απεργίας κοιμηθήκαμε στα γραφεία το κόμματος. Το πρωί έπρεπε να πάμε έξω από τα εργοστάσια, να πείσουμε τους εργάτες να απεργήσουν. Επαναστάτες της έκτης γυμνασίου ήμασταν τότε.

Χαράματα έξω από το εργοστάσιο σοκολάτας. Εκεί μ’ έστειλε το κόμμα, εκεί πήγα.

Βλέπω την θεία μου να πλησιάζει την πύλη του εργοστάσιου και τρέχω.
-Τι κάνεις εδώ Βασιλάκη πρωί πρωί; με προλαβαίνει.
-Θεία έχει απεργία. Δεν πρέπει να μπεις.
-Τι λες Βασιλάκη μου. Και που θα βρει λεφτά ο ξάδελφός σου να πάτε διακοπές το καλοκαίρι;

Πιο πολύ με πείραξε που μου χάιδεψε τα μαλλιά πριν περάσει την πύλη και χαθεί μέσα στο θαμπό επαναστατικό μου όνειρο.

-Που πας σύντροφε; μου φώναξε ο καθοδηγητής.
-Ο σύντροφος Βασιλάκης αναχωρεί για διακοπές, του απάντησα.

limniΣτις στροφές της Υλίκης υπήρχε μία καντίνα. Είχε και κάνα δυο τραπεζάκια κάτω από δυο καχεκτικά δεντράκια με θέα στην λίμνη. Μπορούσες να φας σάντουιτς με χωριάτικο λουκάνικο και μουστάρδα, να πιεις την μπύρα σου κουβεντιάζοντας για την στάθμη των νερών που κατέβαινε επικίνδυνα –«πέρυσι είχε πιο πολύ νερό». Αν ήσουν τυχερός και πετύχαινες τον μανάβη με το σκουριασμένο ντάτσουν έτρωγες και τα φρούτο σου.

Όταν «ταξιδεύω», το μυαλό μου κάνει πάντα μια στάση σε εκείνη τη καντίνα. Ξεμουδιάζει λίγο, χορταίνει και συνεχίζει. Η επόμενη στάση, ένα πάρκιν της Εθνικής οδού, κοντά στα Καμένα Βούρλα. Τα κορίτσια έχουν κουραστεί. Μόλις ανοίγω την πόρτα βάζουν δυνατά την μουσική και μεταμορφώνονται σε μικροσκοπικές μπαλαρίνες που με προσκαλούν επίμονα να τις συνοδέψω στην «Λίμνη των Κύκλων».

3Ποια είναι τα χρώματα του φθινόπωρου; Δε ξέρω.  Κάτι θυμάμαι, αλλά δε φτάνει. Γι’ αυτό σήμερα αγόρασα ένα κουτί ξυλομπογιές και ένα ξυράφι. Φύλαξα στο συρτάρι όλα τα χρώματα εκτός από τα φθινοπωρινά, όσα τέλος πάντων μου θυμίζουν φθινόπωρο. Μετά έσκισα με το ξυράφι το ξύλινο τσόφλι τους.  Με ένα κουταλάκι του γλυκού θρυμμάτισα τις χρωματιστές μολυβένιες μύτες και έφτιαξα μικρά βουναλάκια από χρωματιστή σκόνη.

Τι ωραία που φαίνονται τα δάση από μακριά! Λεύκες , κέδροι, οξιές, σύδεντρα.

Κάπου είχα διαβάσει πως κάθε φθινόπωρο στα δάση οι λεύκες αλλάζουν χρώματα μαζί με τα σύδεντρα, γιατί  οι ρίζες τους είναι λέει μπλεγμένες.

«Και οι δικές μας ρίζες είναι μπλεγμένες» πετάχτηκε ο Στιφάδος -ο κούνελός μου- που διάβασε την σκέψη μου μέσα από το κλουβί του.

1Είχαμε μια φίλη που από μικρή ήθελε να παντρευτεί. Όχι όποιον κι όποιον όμως. Το όνειρό της ήταν να παντρευτεί κάποιον που θα ονομαζόταν Νίκος Παπαδόπουλος. Εμείς νομίζαμε ότι το έλεγε στα αστεία, αλλά σοβαρολογούσε.

Απευθύνθηκε σε γραφεία συνοικεσίων, ιδιωτικούς ντετέκτιβ, καφετζούδες, μέντιουμ. Όταν είχε απελπιστεί και αποφασίσει να συμβιβαστεί ακόμα και με κάτι όπως Νάσος Παπαδόπουλος της έπεσε το λαχείο. Για την ακρίβεια της έπεσε όλο το πορτοφόλι, μαζί με την ταυτότητα και το λαχείο, μέσα στο ταξί.

Ο άντρας που το βρήκε λεγόταν Νίκος Παπαδόπουλος και έψαχνε να παντρευτεί μια γυναίκα που θα την έλεγαν Νίκη Παπαδοπούλου. Έτσι κι έγινε. Παντρεύτηκαν. Εφτά μήνες αργότερα όμως χώρισαν, αφού η Νίκη ερωτεύτηκε τον αδελφό του, Νάσο, που η φίλη μας τον φώναζε Θανάση.

Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι συμπτωματική.