…σχετικά με την Φραγκίσκη
Αύγουστος 27, 2008
Πιο πολύ από το αντίθετο ρεύμα η Φραγκίσκη φοβάται το ρεύμα που την ακολουθεί, γι’ αυτό όλο κοιτάζει τους καθρέφτες της, κάτι που της έχει στοιχίσει μέχρι τώρα αρκετές, ευτυχώς όχι σοβαρές, συγκρούσεις με τους προπορευόμενους.
Την πρώτη φορά που μπήκα στο αυτοκίνητό της φοβήθηκα ότι έπασχε από μανία καταδίωξης.
- Μας παρακολουθούν ; ρώτησα, πιο πολύ για να αστειευτώ.
- Όχι. Απλά προσέχω μη μου την φέρουν από πίσω.
Αναρωτήθηκα μήπως η απάντησή της ήταν μια πλάγια προειδοποιητική δήλωση και με πρόσχημα το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου μου της ζήτησα να σταματήσει στο επόμενο περίπτερο. Αγόρασα τσιγάρα, καραμέλες, νερό και βολεύτηκα στο πίσω κάθισμα. Είδα την περίεργη ματιά της στον καθρέφτη.
-Να ξεκινήσω; με ρώτησε χαμογελώντας.
- Ναι και να με προσέχεις, απάντησα.
…επειδή πρέπει να τις διαβάσεις
Αύγουστος 24, 2008
Αγαπημένη μου Δ.
Είναι όμορφο να νιώθεις πως κάποιος σε αγαπάει αλλά πρέπει να καταλάβεις αν το κάνει και για σένα ή μόνο για τον εαυτό του. Μερικές φορές θέλει χρόνο για να το ανακαλύψεις, όμως η βίαιη συμπεριφορά και η υπερβολική ζήλεια είναι σημάδι πως ισχύει σίγουρα το δεύτερο.
Σε κάθε σχέση υπάρχουν και κακές στιγμές, αλλά η βία δεν είναι απλά μια κακιά στιγμή που πρέπει να υπερβείς για να υπερασπίσεις την σχέση σου, η βία είναι σημάδι κακού-άρρωστου ανθρώπου.
Οι κακοί-άρρωστοι άνθρωποι κάνουν και καλά πράγματα αλλά κατά βάθος αγαπάνε και θαυμάζουν τον κακό-άρρωστο εαυτό τους.
Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για χρήση βίας σε μια σχέση και αν προσπαθείς να δικαιολογήσεις έναν βίαιο σύντροφο πάει να πει πως έχεις αρρωστήσει.
…για το κινέζικο σύνθημα
Αύγουστος 11, 2008
Όσο το σκέφτομαι αυτό το σύνθημα τόσο πιο άσχημο το βρίσκω. «Ένας κόσμος - ένα όνειρο». Μου φαίνεται μάλιστα πως ο χαρακτηρισμός «άσχημο σύνθημα» είναι λίγο ρομαντικός. Για κάποιον φιλύποπτο θα μπορούσε να είναι ένα πονηρό σύνθημα.
Μα, μπορεί να αντιτάξει κάποιος άλλος, η ειρήνη δεν μπορεί είναι το «ένα» όνειρο; Μπορεί, αλλά κάπως έτσι ένα πανανθρώπινο αίτημα μετατρέπεται σε όνειρο θερινής ολυμπιακής νυκτός.
Γιατί όχι «Πολλοί κόσμοι, πολλά όνειρα» ;
Μία απάντηση θα μπορούσε να είναι αυτή : «Ένας κόσμος , ένα όνειρο» μπορεί να μαντρωθεί σε ένα στάδιο, να καταγραφεί από χιλιάδες κάμερες, να «ασφαλιστεί» από χιλιάδες «όργανα της τάξεως» και αργότερα, στην κατάλληλη στιγμή, να προεκταθεί :
«Ένας κόσμος – ένα όνειρο – ένα κόμμα – ένας νόμος – ένας ηγέτης – ένα καρότο – ένα μαστίγιο…»
…για καλές διακοπές
Ιούλιος 28, 2008
Λέω να πάω ένα ταξίδι στο βουνό. Κάπου εκεί ψηλά, σε μια στροφή, θα μας πιάσει η βροχή, αλλά ευτυχώς θα βρούμε καταφύγιο τυχαία, στο καφενείο με την κληματαριά και τους δύο παππούδες. Ο ένας θα φτιάχνει σπιτική βυσσινάδα κι ο άλλος θα πουλάει τα πετροκέρασά του απλωμένα στο κοφίνι δίπλα στη πεζούλα.
Όταν σταματήσει να βρέχει θα βγούμε έξω, στη δροσιά, τα κεράσια θα λάμπουν πλυμένα απ’ το νερό του ουρανού.
«Πάρτε, φάτε, δεν είναι για πούλημα, για φάγωμα είναι».
Θα σταθούμε κάτω από την κληματαριά, να μας δροσίσουν οι σταγόνες που θα γλιστράνε απ’ τα φύλλα της. Ωραία θα είναι.
Εγώ λέω το μεσημέρι να μείνουμε εδώ. Ο παππούς θα μας φτιάξει ομελέτες με φρέσκα αυγά, φέτα, κρεμμύδι, ελιές και κρασί.
Καλές διακοπές όπου κι αν πάτε (ψάξτε να βρείτε δροσερή σπιτική βυσσινάδα)
…για την ατυχία του.
Ιούλιος 25, 2008
Όλα αυτά που λένε για τον κόμη Δράκουλα είναι βλακείες συκοφαντίες και ψέματα. Ο κόμης ήταν καλός άνθρωπος μόνο που είχε πολύ χαμηλό αιματοκρίτη. Αυτό ήταν όλο. Και δημιουργήθηκε όλο αυτό το τρομερό βαλκανικό ζήτημα, αυτός ο αιμοσταγής μύθος.
Ίσως να έφταιγε κι αυτός λίγο βέβαια. Λίγο όμως, γιατί δε πρέπει να ξεχνάμε πως δεν υπήρχαν τότε τράπεζες αίματος. Μερικές φορές ένα πρόβλημα υγείας μπορεί να σε κάνει διάσημο κι αν όχι διάσημο, τουλάχιστον αγαπητό, να σου ανοίξει πόρτες.
Μερικοί άνθρωποι ακόμα κι όταν αρρωσταίνουν είναι τυχεροί, ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Ο αδελφός του κόμη για παράδειγμα. Έχει ακούσει κανείς να μιλάνε για αυτόν; Όχι. Εμ βέβαια, αυτός ήταν άτυχος, είχε προστάτη. Στο τέλος τον είπαν και μαλάκα γιατί αργούσε υπερβολικά στην τουαλέτα.
…του Τόνου της Τόνιας
Ιούλιος 23, 2008
Το παρατσούκλι του είναι Τόνος. Είναι κοντός χοντρός ήρεμος αλλά αδίστακτος όπως απαιτεί η δουλειά της νύχτας. Οι λιγοστές τρίχες του κεφαλιού του σχηματίζουν ένα τσουλούφι που στέκεται όρθιο σαν τόνος.
Πριν νυχτώσει πίνει τον καφέ του σε καλά μαγαζιά με σπουδαίους ανθρώπους, μορφωμένους. Τους αρέσουν οι ιστορίες του.
Ένας «σπουδαίος», συγγραφέας, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με την ιστορία της Τόνιας που έβγαλε λεφτά και είπε. «Την αγοράζω».
Η Τόνια ήταν για χρόνια η καψούρα του Τόνου, «χορεύτρια» από την Ρωσία. Τελικά παντρεύτηκε το αφεντικό του.
Ο Τόνος ήπιε μια γουλιά καφέ.
«Καλή;» ρώτησε.
«Την καψουρεύτηκα» απάντησε ο «σπουδαίος».
Ο Τόνος πήρε τα λεφτά, έβγαλε το κλομπ και του έσπασε το αριστερό χέρι.
«Για να την γράψεις με το καλό» του τόνισε και χάθηκε.
…για το κοστούμι του Παναγιώτη
Ιούλιος 20, 2008
Το πρώτο μου ποδήλατο με ταχύτητες το πήρα από τον Παναγιώτη. Το πούλησε ο πατέρας του ο κ. Γιαννάκης στον πατέρα μου για να αγοράσει ο Παναγιώτης ένα καλό κοστούμι.
Το μαγαζί τους - επισκευές ποδηλάτων - ήταν κοντά στο γυψαδόρικο του πατέρα μου. Η συμφωνία κλείστηκε στο καφενείο.
Εγώ δεν ήξερα αυτή την ιστορία ούτε τον Παναγιώτη, αν και είχαν αρχίσει να μιλάνε για αυτόν στις καφετέριες της πλατείας Μέμου. Έλεγαν πως τον έβλεπαν να παίζει μπάσκετ μόνος στο άδειο γήπεδο του Πλάτωνα μέχρι που σκοτείνιαζε.
Μπορεί κάτι να μου είχε πει ο πατέρας μου και να μην έδωσα σημασία. Η χαρά μου για το ποδήλατο με τις τρεις ταχύτητες, έστω και μεταχειρισμένο, ήταν πολύ μεγάλη και η ιστορία του Παναγιώτη ακόμα πολύ μικρή.
… για την “αχσυνήθεια”
Ιούλιος 18, 2008
Ο κύριος Νίκος απόκτησε αυτοκίνητο στα εξήντα του. Όχι πως του έλειπαν τα λεφτά, δεκατέσσερα φροντιστήρια είχε, διασκορπισμένα στο δίκτυο των ΚΤΕΛ , σε στάσεις με περίπτερο, διότι του άρεσε να ρίχνει μια ματιά στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων περιμένοντας το λεωφορείο.
Τα δρομολόγιά του ήταν σχεδιασμένα σχολαστικά ώστε το μεσημεράκι να κάνει στάση στο εστιατόριο με τα εξαιρετικά λαδερά της κυρίας Αιμιλίας. Είχαμε ακούσει πως στα νιάτα τους…
Δευτέρα απόγευμα εμφανίστηκε στην ώρα του ευδιάθετος και χαμογελαστός.
«Καλορίζικο κυρ Νίκο το αυτοκίνητο» ευχήθηκαν καμιά δεκαριά φωνές.
Στην όψη του σχηματίστηκαν διαδοχικά η απορία και η έκπληξη. Μετά έδωσε μια στο κούτελό του.
«Φτουυυ, το ξέχασα και με την μηχανή αναμμένη. Σταμάτησα στο περίπτερο, πήρα τσιγάρα, εκείνη την στιγμή πέρασε το λεωφορείο και μπήκα».
…αρόδω
Ιούλιος 14, 2008
Η μία λικνίζεται , η άλλη απλά κουνιέται. Η δεύτερη είναι πλαστική, η κίνησή της επιβεβλημένη, υποταγμένη, ενώ η πρώτη μοιάζει, πως να το πω , ευάλωτη, ανθρώπινη, το λίκνισμα της μελαγχολικά επιβλητικό, ανεπιτήδευτο.
Πάνω σε αυτή τη ξύλινη βάρκα, στο βαθύ μπλε της νύχτας, η Ιωάννα συνελήφθη δις.
Την πρώτη φορά πριν τριάντα χρόνια όταν ο πατέρας παρέσυρε την μάννα της σε νυκτερινό αυγουστιάτικο πυροφάνι.
Την δεύτερη πριν μερικούς μήνες, τότε που θαλάσσια ρεύματα και υγρά πάθη τις παρέσυραν μεσοπέλαγα, αυτήν και την Ελένη, σύζυγο λιμενάρχου.
«Συνελήφθησαν γυμνές, ερωτοτροπούσες εντός του πλοιαρίου».
Αργότερα οι διώκτες «ανακάλυψαν» και «τριάντα γραμμάρια ινδικής καννάβεως».
Η βάρκα της Ιωάννας λικνίζεται μελαγχολικά, αλυσοδεμένη αρόδω, ενώ η Ελένη, στην απογευματινή περατζάδα την γλυκοκοιτάζει κρυφά, αγκαζέ με τον λιμενάρχη.
…εν βρασμώ ψυχής
Ιούλιος 9, 2008
H συνάντηση έγινε τυχαία πριν μερικά χρόνια στο σπίτι κοινού φίλου. Είχα ακούσει για την αποφυλάκισή του, δεν τον γνώριζα εξ όψεως, αλλά κατάλαβα από τις κουβέντες.
Άκουγα σιωπηλός, καπνίζοντας. Χωρίς να ρωτήσω μου εξήγησε.«Μου κάνανε τηλέφωνο στην δουλειά. Για πήγαινε σπίτι σου, τρέχοντας όμως».
«Πήγα και τους έπιασα στο κρεβάτι. Είχα πάρει την καραμπίνα, αυτουνού του είπα εσύ ντύσου και φύγε, σ’ αυτήν την άναψα και παραδόθηκα. Ευτυχώς μου αναγνώρισαν εν βρασμώ. Δεκατέσσερα χρόνια. Τρίχες, στα μισά βγήκα. Εφτά χρόνια στα σίδερα για την κάβλα του μυαλού κατάλαβες;» Μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο.
« Ο γιός δεν με θέλει, μόνο η κόρη μου, μένουμε μαζί. Αν θα το ξανάκανα; Όλα μπορεί να τα ξανακάνει ο άνθρωπος αρκεί να μη το θέλει»
…για έναν έρωτα
Ιούλιος 3, 2008

Ο έρωτας δεν συντάσσεται με προστακτική. Τι πα να πει «ερωτεύσου με». Με την υποτακτική τα πηγαίνει καλύτερα, την έχει στο αίμα του άλλωστε. Αν και η υποτακτική σε δεύτερο πρόσωπο είναι προστακτική από το παράθυρο.
Για ακούστε αυτό : «Θέλω να με ερωτευτείς». Ή ανοίγεις την πόρτα και φεύγεις, η δραπετεύεις από το ανοιχτό παράθυρο παίρνοντας και την κουρτίνα μαζί για αλεξίπτωτο.
Αυτό έπαθε ο Μπάμπης, μόνο που η κουρτίνα ήταν δαντελωτή και δεν τον κράτησε. Έπεσε στον κάδο σκουπιδιών και έσπασε το πόδι του. Η γυναίκα του τον φρόντισε, δε μπορώ να πω.
Το έβλεπες στα μάτια τους «Θέλω να σε φροντίσω» στα δικά της, «θέλω να με φροντίσεις» στα δικά του. Και ο έρωτας μετατράπηκε σε «ευκτική του πλαγίου λόγου».
…εντομοκτόνες
Ιούνιος 28, 2008
Ο αστυνόμος Μπότσας την χτύπησε με όλη του την δύναμη, πόνεσε το χέρι του. Κοίταξε με αηδία τα υγρά σημάδια στην παλάμη του και βγήκε από το ανακριτικό γραφείο. Στον διάδρομο η καθαρίστρια τράβηξε την τελευταία τζούρα του τσιγάρου και γλυκοκοίταξε τον αστυνόμο πριν την ρωτήσει.
«Καθάρισες την τουαλέτα;»
«Μπορείς να της πάρεις την παρθενιά. Πως είσαι έτσι; Πλακώθηκες;»
«Με μια μύγα»
«Ποιος νίκησε;»
«Πάγαινε καθάρισε και τσιμουδιά στην κρατούμενη»
Η κρατούμενη ήταν στην ηλικία της, δεν άντεξε και ρώτησε.
«Τι έκλεψες;»
«Σκότωσα. Τον γκόμενό μου»
«Πως;»
«Εύκολα. Με εντομοκτόνο»
«Γιατί ;»
«Με κεράτωνε με την γυναίκα του»
«Την κακομοίρα κι αυτή»
«Μη λυπάσαι την κακομοίρα…» η καθαρίστρια μάζεψε την σκοτωμένη μύγα - ενώ εντομοκτόνος συνέχισε χαμογελώντας ειρωνικά - «…αυτή έχαφτε μύγες» , και την έχαψε.
…αναμνηστικές
Ιούνιος 24, 2008
Όταν τα βάζεις με τις αναμνήσεις βγαίνεις συνήθως χαμένος. Όχι μόνο με τις άσχημες. Και με τις όμορφες τα πράγματα είναι δύσκολα, όταν κεντρίζουν την επιθυμία της επανάληψης που ερεθίζεται και γίνεται λαχτάρα. Αν μάλιστα η ανάμνηση είναι μολυσμένη, προκαλεί φαγούρα, ξύνεις, ματώνεις, σε τρώει.
Πώς να τα βάλεις με τους χιλιάδες εαυτούς των ημερών που πέρασαν; Να, εμένα μου επιτέθηκε σήμερα ο δεκαοχτάχρονος εαυτός μου από το ημερολόγιό του.
«Τι ημερομηνία λέει το ημερολόγιο τώρα που διαβάζεις; 2010 ; 2020; Τώρα που τα γράφω αυτά, σχεδιάζω πολλά, διαβάζω, περιμένω το καλοκαίρι. Εσύ, τώρα που μας διαβάζεις, τι σκέφτεσαι; Ποια απ’ όσα σχεδιάζαμε πραγματοποίησες; Που μένεις; Με ποιά είσαι; Έχεις παιδιά; Είσαι κουρασμένος; Έλα, φτιάξε καφέ, κάτσε στο γραφείο, άναψε τσιγάρο και απάντησέ μου »
…καταστρώματος
Ιούνιος 20, 2008
Η ταμπέλα δίπλα στη μπουκαπόρτα του φέρυ μποουτ γράφει : «Επιβάται χειμώνος 400 – Επιβάται θέρους 580» . Προφανώς τον χειμώνα μετράνε και τα χοντρά πανωφόρια, παλτά, μπότες και τα υπόλοιπα ογκώδη βαριά αντιψυκτικά των επιβατών.
Ενώ το «θέρος»…Αχ το θέρος. Με την θερμή ελαφρότητά του, ξεγυμνώνει τα σώματα, διαχέει ερωτικές προσδοκίες, εξατμίζει λάγνες επιθυμίες.
Να, τώρα μετράω τα ντροπαλά βλέμματα εκείνου του μετρημένου ατσαλάκωτου κυρίου απέναντι προς την λευκή μονάκριβη κοιλιά της νέας, που λάμπει σαν κόσμημα καθώς λυγίζει το κορμί της σε κάποιο αόρατο υπομόχλιο, αναμοχλεύοντας τις φαντασιώσεις του αρσενικού καταστρώματος.
Μια καλοκάγαθη παχουλή κυρία, απομίμηση Λωξάντρας, πλησιάζει κρατώντας δύο πλαστικούς καφέδες παραπονούμενη για την ακρίβεια, αντιλαμβάνεται τις κρυφές ματιές του συζύγου και χαμογελάει.
«Κοίτα. Κοίτα Βαγγέλη μου. Αυτό τουλάχιστον είναι φτηνό»
…για το βέλος του πόθου
Ιούνιος 16, 2008
Βγάλαμε μαζί μια φωτογραφία μπροστά στο μεγάλο ξύλινο ρολόι, σαν αυτές που έβγαζαν παλιά οι μετανάστες κάτω από το ρολόι του σταθμού. Ύστερα δάκρυζαν και έφευγαν.
Το ρολόι στη φωτογραφία δείχνει τρεις. Όταν συναντηθήκαμε έδειχνε εννιά. Είχα υπολογίσει κάποτε πως ο αριθμός φ, η χρυσή τομή, ορίζει αναλογικά δύο στιγμές στη διάρκεια μιας μέρας, στις εννιά και δέκα και στις τρεις παρά δέκα.
Φορέσαμε τα παλτά μας πριν ανοίξω την ξύλινη βαριά εξώπορτα.
- Κουμπώσου
Έριξα μια τελευταία ματιά στο ρολόι, είχε σταματήσει στις τρεις παρά δέκα. Παγωμένος αέρας όρμησε μέσα στο σπίτι.
” Ποιος απ’ τους δύο είναι ο μετανάστης; ” αναρωτήθηκα.
Αυτός που αγκαλιάζει πρώτος ή αυτός που δακρύζει τελευταίος; Ποιος είναι ο πραγματικός προορισμός του; Είναι αυτός που δείχνει το βέλος του πόθου;

