…για του κόσμου τα δεσμά
Έβαλα στη τσέπη τα κέρματα που ανακάλυψα πίσω από τον καναπέ και πήγα στο καφενείο.
Ήταν άδειο και κρύο (πρωί –πρωί). Ο καφετζής έφερε το τσάι μου, τη σόμπα υγραερίου και ένα αρωματικό κερί για τη μυρωδιά.
Κοίταξα το ρολόι –δώρο του συχωρεμένου του πατέρα μου- να σιγουρέψω την ημερομηνία. Είχα πάνω από μήνα να ανοίξω το ημερολόγιό μου.
Ήθελα οπωσδήποτε να γράψω για τα χθεσινά. Οκτώ ώρες συνεδριάζαμε και άκρη δε βρίσκαμε. Χαράματα πήρε το λόγο Ελευθερία και είπε:
«Σύντροφοι η συνεδρίαση αυτή δε πρόκειται να λυθεί ποτέ. Έχουμε δέσει τις ιδέες μας κόμπο. Εγώ αποχωρώ.»
Έτρεξα ξοπίσω της. «Ελευθερία. Περίμενέ με…» της φώναξα.
«Τι να περιμένω μωρέ Μήτσο; Τα δεσμά δε λύνονται. Κόβονται». Έτσι είπε κι ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό.
