images (3)Τον θείο Κώστα όλοι τον έλεγαν περίεργο ξεροκέφαλο και μονόχνοτο. Εγώ όμως τον συμπαθούσα. Πρώτο γιατί με πήγαινε στη γέφυρα και χαζεύαμε τα τρένα, δεύτερο γιατί με άφηνε να παίζω με το βαλσαμωμένο κροκοδειλάκι που στόλιζε το σαλόνι του και τρίτο και σπουδαιότερο γιατί μου έμαθε διαίρεση.

Εγώ ήξερα να διαιρώ με μονοψήφιο αλλά εκείνος επέμενε να μάθω διαίρεση με διψήφιο και τριψήφιο.

«Τα πολλά πρέπει να μοιράζονται στους πολλούς όπως στον σοσιαλισμό! Όχι σε λίγους, όπως στον καπιταλισμό…» έλεγε.

Παιδεύτηκα, αλλά  τελικά έμαθα. Μία μέρα τον ρώτησα. «Γίνεται θείε να μοιράσουμε τα λίγα στους πολλούς;»

Μου απάντησε χρόνια μετά, τη νύχτα που έπεσε το τείχος στο Βερολίνο, πάνω στη γέφυρα, χαζεύοντας τα τρένα.

«Γίνεται»

«Και πως λέγεται αυτό το πολίτευμα;»

«Υπαρκτός σοσιαλισμός»


…δέσμιες

09/11/2009

Από το πρώτο μάθημα η Μαιρούλα είχε εντυπωσιαστεί με τους χημικούς δεσμούς και όπως συνήθιζε, άρχισε τις αμπελοφιλοσοφίες υπερασπιζόμενη – όπως όλοι- την συνήθειά της.

«Εσύ δεν έχεις πει δάσκαλε ότι το μυαλό μας χρειάζεται καταλύτες για πάρει μπροστά; Λοιπόν άκουσε με.

»Νομίζω πως αυτός ο ομοιοπολικός δεσμός, που τα άτομα ενώνονται σχηματίζοντας κοινά ζευγάρια ηλεκτρονίων είναι πολύ οικογενειακός.

»Όπως ας πούμε ο δεσμός του μπαμπά και της μαμάς που μοιράζονται τα λεφτά τους, εμένα, το κρεβάτι τους…

»Ενώ ο ετεροπολικός είναι, πώς να το πω, πιο ερωτικός. Δεν είναι; Αντίθεση και έλξη!

»Εσύ δάσκαλε τι δεσμό προτιμάς;

»Αν κρίνω πάντως από την μανία σου με το αλάτι, για ετεροπολικό σε κόβω.

»Να προσέχεις όμως γιατί η από πίεση η από δίψα θα πας!»

3Χαράματα. Χάρμα οφθαλμών τα χρώματα αλλού – υποθέτω.

Έστω ότι φεύγω. Τι να πάρω μαζί μου;

Σίγουρα θα κάνει κρύο. Έτσι έχω ακούσει.

Ας φτιάξω έναν ζεστό καφέ πρώτα. Να το σκεφτώ.

Με προσοχή όμως ε; Μη τους ξυπνήσεις.

Τα παιδιά δεν έχουν σχολείο σήμερα. Ας κοιμηθούν λίγο παραπάνω.

Πως αποχαιρετά κανείς τον εαυτό του; Σίγουρα δεν του εύχεται καλή αντάμωση.

Αποχαιρετισμοί και βλακείες. Τέλος πάντων.

Πρέπει βάλεις τα πράγματα σε μια σειρά. Άντε σε δύο. Όχι σε τρεις.

Η ζωή δεν είναι παρέλαση αγαπητέ μου. Ή μήπως είναι;

Εν – δυο, Εν – δυο, Εν – δυο – τρεις. Το χάσαμε το βήμα.

Αποφάσισα. Θα πάω την μικρή στην παρέλαση σήμερα και φεύγω αύριο.

Κι αύριο μέρα είναι. Κι εγώ άνθρωπος είμαι. Και η ζωή παρέλαση είναι.

 


images (2)Τον περίμενε δεκατέσσερα χρόνια. Έφυγε για την Αμερική όταν αυτή ήταν δεκαοκτώ χρονών.

Στα εφτά χρόνια της έγραψε «Έρχομαι. Ράψε νυφικό».

Μα δεν ήρθε.

«Μια μεγάλη δουλειά…»

Πέρασαν άλλα εφτά χρόνια.

«Ράβω νυφικό Μήτσο » του έγραψε και είπε το «Ναι» στον δάσκαλο του χωριού.

Απάντηση δεν πήρε.

Ήρθε η μέρα του γάμου.

Με τα πόδια στην εκκλησία. Αργά αργά. Δεν βιαζόταν.

«Αν γυρίσει;»

Στα σκαλιά της εκκλησίας κοντοστάθηκε.

«Γύρισε ο Μήτσος» φώναξε κάποιος.

Σούσουρο στη πλατεία μεγάλο.

Μια κόρνα ακούστηκε μακριά.

Γύρισε κι είδε ένα σύννεφο σκόνης στις στροφές του βουνού

«Πως τρέχει έτσι καλέ;» πρόλαβε να φωνάξει μια γυναίκα πριν το αμάξι γκρεμιστεί.

Την άλλη μέρα έκατσε και του ‘γραψε : «Μήτσο μη βιαστείς. Θα τ’ αργήσει μώπε η μοδίστρα το νυφικό»

Την έκανα την βλακεία και ρώτησα τον διπλανό μου «Ρε συ τι κάνει ο Σ; Τον βλέπεις καθόλου;»

Δεν απάντησε. Ή δεν με άκουσε ή δεν πρόλαβε. Βρήκα μόνος μου την απάντηση στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού αριστερά μας. Περίμενα να του απευθυνθούν δύο φορές με το όνομά του «Σ» για να σιγουρευτώ ότι το ελαφρώς ειρωνικό χαμόγελό, που ναι, κάτι μου θύμιζε, είχε διασχίσει τριάντα τόσα χρόνια μέχρι αυτή την συνάντηση συμμαθητών στο ταβερνείο κάπου στο λιμάνι σου Πειραιά.

Δεν πρέπει να μελαγχολήσω επαναλάμβανα στον εαυτό μου μέχρι να βρω κάποιο επιχείρημα για να δικαιολογήσω την ντροπή μου. Και το βρήκα. Υπάρχει ένας τύπος μελαγχολίας, ιδιαίτερα αγαπητός, με άσπρα μαλλιά, αραιά, και μειδίαμα ξεχωριστό σαν τρίχα σε λευκό πουκάμισο. Λέγεται μελαγχολία ημερολογίου.

diodia«Το παιδί είναι μόνο του στην Αθήνα» άκουσε να ψιθυρίζουν ένα χειμωνιάτικο βράδυ στη κουζίνα. Έξω χιόνιζε. Στον βορρά χιονίζει συχνά

Κάθε που τακτοποιεί την βαλίτσα της περισσεύει η αγωνία. Έχει ησυχία τις νύχτες στα μέρη τους. Όλα είναι πεντακάθαρα. Ο αέρας, ο ήχος, η σιωπή, η παγωνιά.

Το παιδί γυρίζει μόνο του στην Αθήνα. Στο σπίτι της, στον άντρα της, στις σκοτούρες της δουλειάς. Διάλογος με το θαμπό τζάμι του λεωφορείου.

Θα τα καταφέρει. Ας λέει ο πατέρας τα δικά του. Και τον άντρα της θα κρατήσει και το σπίτι της και την δουλειά της. Μόνη της. Όλα θα τα κάνει μόνη της στην Αθήνα. Στο κάτω-κάτω η νίκη είναι ατομική υπόθεση ενώ η ήττα συλλογική. Διόδια πάλι. Γιατί η επιστροφή έχει περισσότερα;

…καμένες

20/10/2009

2Το θέμα είναι να ξέρεις πότε θα το ξεφουρνίσεις. Διότι αν βιαστείς, ή θα  φας το φαγάκι ωμό και θα σου κάτσει στο στομάχι ή θα του κόψεις την φόρα και θα αργήσει να ψηθεί. Αν πάλι καθυστερήσεις ή ξεχαστείς,  θα σου αρπάξει.

Μπορείς βέβαια να υποκριθείς πως δεν κάηκε, όπως έκανε η μάνα μου κάποιες φορές, οπότε με δήθεν αδιάφορο ύφος προσπαθούσε να προλάβει τις αντιδράσεις μας «Αυτό το λάδι δεν ήταν καλό, μύρισε το φαγητό» ή «Αυτά τα όσπρια είχαν περίεργη όψη, δεν θα τα ξαναπάρω».

Και ενώ αναζητούσε το βλέμμα μας για να σιγουρευτεί πως την πιστέψαμε, ο πατέρας μου αφού τελείωνε γρήγορα-γρήγορα το φαγητό του το ξεφούρνιζε : «Σου άρπαξε πάλι το φαγητό». Κι έριχνε πάλι το λάδι στη φωτιά.

images (1)

Αφηρημένος πήρα την χαλασμένη ομπρέλα. Το κατάλαβα στην γωνία όταν μια ριπή βροχής και αέρα την ξεχαρβάλωσε τελείως.

Αναγκάστηκα να περπατώ κάτω από τα μπαλκόνια προσπαθώντας να ξεχάσω την είδηση για εκείνο το μπαλκόνι που κατέρρευσε το πρωί όταν η άτυχη γυναίκα βγήκε να απλώσει δυο ρουχαλάκια.

Τι είναι πιο τρομακτικό άραγε; Να σου φεύγει η γη κάτω από τα πόδια ή η ζωή μέσα από τα χέρια;

Αυτό αναρωτιόμουν όταν ξαφνικά, ένιωσα μουσικές, φωνές και τραγούδια να ανεβαίνουν από τα βάθη της γης.

Έσκυψα να δω μέσα από το θαμπό τζάμι του υπόγειου. Είδα μια γυναίκα να τραγουδά σε γλώσσα που δεν γνώριζα και δύο μικρά κοριτσάκια να χορεύουν σε βήματα που είχα ξεχάσει.

Η μπόρα σταμάτησε, όμως εγώ είχα πλημμυρίσει.

3Παραμονή της μεγάλης απεργίας κοιμηθήκαμε στα γραφεία το κόμματος. Το πρωί έπρεπε να πάμε έξω από τα εργοστάσια, να πείσουμε τους εργάτες να απεργήσουν. Επαναστάτες της έκτης γυμνασίου ήμασταν τότε.

Χαράματα έξω από το εργοστάσιο σοκολάτας. Εκεί μ’ έστειλε το κόμμα, εκεί πήγα.

Βλέπω την θεία μου να πλησιάζει την πύλη του εργοστάσιου και τρέχω.
-Τι κάνεις εδώ Βασιλάκη πρωί πρωί; με προλαβαίνει.
-Θεία έχει απεργία. Δεν πρέπει να μπεις.
-Τι λες Βασιλάκη μου. Και που θα βρει λεφτά ο ξάδελφός σου να πάτε διακοπές το καλοκαίρι;

Πιο πολύ με πείραξε που μου χάιδεψε τα μαλλιά πριν περάσει την πύλη και χαθεί μέσα στο θαμπό επαναστατικό μου όνειρο.

-Που πας σύντροφε; μου φώναξε ο καθοδηγητής.
-Ο σύντροφος Βασιλάκης αναχωρεί για διακοπές, του απάντησα.

limniΣτις στροφές της Υλίκης υπήρχε μία καντίνα. Είχε και κάνα δυο τραπεζάκια κάτω από δυο καχεκτικά δεντράκια με θέα στην λίμνη. Μπορούσες να φας σάντουιτς με χωριάτικο λουκάνικο και μουστάρδα, να πιεις την μπύρα σου κουβεντιάζοντας για την στάθμη των νερών που κατέβαινε επικίνδυνα –«πέρυσι είχε πιο πολύ νερό». Αν ήσουν τυχερός και πετύχαινες τον μανάβη με το σκουριασμένο ντάτσουν έτρωγες και τα φρούτο σου.

Όταν «ταξιδεύω», το μυαλό μου κάνει πάντα μια στάση σε εκείνη τη καντίνα. Ξεμουδιάζει λίγο, χορταίνει και συνεχίζει. Η επόμενη στάση, ένα πάρκιν της Εθνικής οδού, κοντά στα Καμένα Βούρλα. Τα κορίτσια έχουν κουραστεί. Μόλις ανοίγω την πόρτα βάζουν δυνατά την μουσική και μεταμορφώνονται σε μικροσκοπικές μπαλαρίνες που με προσκαλούν επίμονα να τις συνοδέψω στην «Λίμνη των Κύκλων».

3Ποια είναι τα χρώματα του φθινόπωρου; Δε ξέρω.  Κάτι θυμάμαι, αλλά δε φτάνει. Γι’ αυτό σήμερα αγόρασα ένα κουτί ξυλομπογιές και ένα ξυράφι. Φύλαξα στο συρτάρι όλα τα χρώματα εκτός από τα φθινοπωρινά, όσα τέλος πάντων μου θυμίζουν φθινόπωρο. Μετά έσκισα με το ξυράφι το ξύλινο τσόφλι τους.  Με ένα κουταλάκι του γλυκού θρυμμάτισα τις χρωματιστές μολυβένιες μύτες και έφτιαξα μικρά βουναλάκια από χρωματιστή σκόνη.

Τι ωραία που φαίνονται τα δάση από μακριά! Λεύκες , κέδροι, οξιές, σύδεντρα.

Κάπου είχα διαβάσει πως κάθε φθινόπωρο στα δάση οι λεύκες αλλάζουν χρώματα μαζί με τα σύδεντρα, γιατί  οι ρίζες τους είναι λέει μπλεγμένες.

«Και οι δικές μας ρίζες είναι μπλεγμένες» πετάχτηκε ο Στιφάδος -ο κούνελός μου- που διάβασε την σκέψη μου μέσα από το κλουβί του.

1Είχαμε μια φίλη που από μικρή ήθελε να παντρευτεί. Όχι όποιον κι όποιον όμως. Το όνειρό της ήταν να παντρευτεί κάποιον που θα ονομαζόταν Νίκος Παπαδόπουλος. Εμείς νομίζαμε ότι το έλεγε στα αστεία, αλλά σοβαρολογούσε.

Απευθύνθηκε σε γραφεία συνοικεσίων, ιδιωτικούς ντετέκτιβ, καφετζούδες, μέντιουμ. Όταν είχε απελπιστεί και αποφασίσει να συμβιβαστεί ακόμα και με κάτι όπως Νάσος Παπαδόπουλος της έπεσε το λαχείο. Για την ακρίβεια της έπεσε όλο το πορτοφόλι, μαζί με την ταυτότητα και το λαχείο, μέσα στο ταξί.

Ο άντρας που το βρήκε λεγόταν Νίκος Παπαδόπουλος και έψαχνε να παντρευτεί μια γυναίκα που θα την έλεγαν Νίκη Παπαδοπούλου. Έτσι κι έγινε. Παντρεύτηκαν. Εφτά μήνες αργότερα όμως χώρισαν, αφού η Νίκη ερωτεύτηκε τον αδελφό του, Νάσο, που η φίλη μας τον φώναζε Θανάση.

Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι συμπτωματική.
Με αφορμή ένα έργο του αλέξανδρου ανδρουλάκη

Ωστόσο, διατηρώ ελπίδας ότι υπάρχουν άγγελοι. Κανονικοί. Με φτερά. Αν και εσφαλμένως οι άγγελοι συνδέονται με τα φτερά τους.

Προσωπικώς, έχω υπάρξει μάρτυς της αποδράσεώς των δις. Αρχικώς εις το Βερολίνον και ακολούθως εις την Κρήτην.

Την πρώτην φοράν ενεφανίσθη εις καντίναν της Γερμανικής πόλεως απεικονιζομένης εις την  ασπρόμαυρη οθόνη του κινηματογράφου, ενώ προσφάτως εις αίθουσαν ταβερνείου της μεγαλονήσου, ορατός εις την έγρωμον οθόνην του ηλεκτρονικού υπολογιστή μου.

Αν και εις τας δύο περιπτώσεις, εκ πρώτης όψεως, εδίνετο η εντύπωσις πως επρόκειτο περί αποδράσεως, ουσιαστικώς επρόκειτο περί συλλήψεως της αγγελικής ουσίας εκ μέρους των δημιουργών τους άνευ της οποίας  η απόδρασις θα ήτο ανέφικτη.

Διότι κάθε είδους “δραπέτης” αγαπητοί μου μπορεί να βεβαιώσει τούτο: Της πάσης φύσεως  δραπετεύσεως προηγείται  σύλληψις  εικόνος ισοβίως δεδικασμένης.

2Είχα ένα μηχανάκι δίχρονο, ιταλικό, απ’ αυτά που όταν γεράσουν κάνουν «πατ-πατ-πατ», δώρο του πατέρα μου.

Ένα καλοκαίρι ήρθε στην Αθήνα ο ξάδελφος, ο Βασιλάκης, από το χωριό.

Ανέβα του λέω να πάμε μια βόλτα. Ήθελα να του δείξω την πρωτεύουσα.

Στο δρόμο σταματήσαμε να βάλουμε βενζίνα. Ήπιαμε και μία γκαζόζα και συνεχίσαμε.

Όταν πιάσαμε την ανηφόρα της Ακρόπολης άρχισα την ξενάγηση.

Από δω αυτό, σιωπή ο ξάδελφος. Από δω εκείνο, τσιμουδιά ο ξάδελφος. Κοιτάω πίσω μου, πουθενά ο ξάδελφος.

Πάει, μου έπεσε, σκέφτηκα. Και τώρα; Τι θα πω στη θειά μου;

Παίρνω τον δρόμο ανάποδα μήπως τον βρω κάπου πεσμένο. Τίποτα.

Σταματημένος σήμερα στο φανάρι, μπροστά σε εκείνο το βενζινάδικο που είχα ξεχάσει τότε τον ξάδελφο, αναρωτιόμουν αν κάποτε θα τον ξαναβρώ.

Από σήμερα οι 123λέξεις απέκτησαν ένα αδελφό blog, το «Ενδυοτριβείον» του συμμαθητή Μιχάλη Νικολάου.

Σας προσκαλώ να το επισκεφτείτε και να απολαύσετε τις όμορφες μικρές istoρίες του.

Θα το βρείτε στην διεύθυνση : http://matternal.wordpress.com/