…κουτσές
10/03/2010
Κούτσαινε. Ένα πρωί σηκώθηκε από το κρεβάτι και κούτσαινε. Έτσι ξαφνικά. Την πήγε ο άντρας της στους καλύτερους γιατρούς. Διάγνωση δεν πήρε. «Γιατί; – Μυστήριο!» , «Μήπως είδε κάποιο όνειρο; – Ίσως κάποιο σοκ» , «Μήπως κάνει ψέματα; – Μπορεί».
Μεγάλωνε, κούτσαινε, ομόρφαινε. Ένα πρωί εξαφανίστηκε. Έτσι ξαφνικά. Έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Την έψαξαν παντού – η αστυνομία, η τηλεόραση, συγγενείς, φίλοι : «Γυναίκα σαράντα ετών, μελαχρινή, μετρίου αναστήματος. Κουτσαίνει στο δεξί της πόδι. Αν κάποιος…». Τίποτα.
Πέρασαν χρόνια. Μια Κυριακή απόγευμα ο άντρας της μπήκε στο καφενείο αλαφιασμένος: «Την είδα, στο Σύνταγμα. Πουλούσε λαχεία!» – «Της μίλησες; – Όχι» , «Γιατί ρε; – Ξέρω γω; Φοβήθηκα. Ντράπηκα» , «Ακόμα καψούρας ρε Μανώλη; Τόσα χρόνια! Ακόμα;».
Ο άντρας δεν απάντησε. Μόνο λούφαξε σε μια καρέκλα, αποκοιμήθηκε, κι όταν σηκώθηκε να φύγει κούτσαινε. Έτσι ξαφνικά.
…μονότονες
02/03/2010
Μια φορά μπήκα στο αεροπλάνο και πήγα πολύ μακριά αλλά δεν το κατάλαβα γιατί έφτασα πολύ γρήγορα. Ακόμα κι όταν βγήκα από τον υπόγειο και περπάτησα στους δρόμους της φημισμένης μεγαλούπολης σέρνοντας την βαλίτσα μου, είχα αυτή το νιώσιμο καθώς τα ροδάκια της χοροπηδούσαν στις πλάκες αναπαράγοντας τον ίδιο ξερό μονότονο ήχο.
«Κι αν συμβεί κάτι και πρέπει να φύγω, να γυρίσω αμέσως πίσω; Σιγά! Εύκολο! Τρεις ώρες δρόμος. Ναι, αλλά θα βρω εισιτήριο αμέσως; Αυτό δεν είναι εύκολο. Άρα είναι δύσκολο. Άρα είμαι μακριά!»
Είχα μπερδευτεί. Μπορεί να έφταιγαν και τα σύννεφα με την μονοτονία τους -πετάξαμε από πάνω τους- που με εμπόδισαν να νιώσω την αλλαγή. Τα έχει αυτά η μονοτονία. Νομίζεις ότι δεν αλλάζει τίποτα και από κάτω αλλάζουν όλα.
…για μια μπουκίτσα κι ένα συχώριο
22/02/2010
Το βράδυ έτρωγε πάντα μερικές φρυγανίτσες με λίγο τυρί. Αρκετές φορές είχα μοιραστεί μαζί της το λιτό νυχτερινό της δείπνο, που για εμένα τελείωνε με ρυζόγαλο παγωμένο με μπόλικη κανέλλα – φρόντιζε πάντα να υπάρχει φυλαγμένο στο ψυγείο. Για εκείνη τελείωνε με το νυχτερινό ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων. Τότε έπρεπε να την καληνυχτίσω και να την αφήσω να κοιμηθεί.
Ένα βράδυ, πριν την τελευταία μπουκίτσα της, ρώτησα: «Γιαγιά, πως γίνεται και σου περισσεύει πάντα ένα κομματάκι τυρί για το τελευταίο κομματάκι φρυγανιάς; Πως τα καταφέρνεις και δεν μένει αδικημένη η τελευταία μπουκίτσα;».
Τότε εκείνη, αφού άδειασε αργά το πιατάκι της μου απάντησε: «Άλλες φορές είναι αδικημένη γιατί της περισσεύει λιγότερο τυράκι, άλλες όχι. Παραπονεμένη πάντως δε μένει. Το παράπονο, βλέπεις, καταπίνεται εύκολα μα χωνεύεται δύσκολα.»
…με το πλοίο της γραμμής
19/02/2010
Η γυναίκα που λέω «μάνα» με παρέλαβε χαράματα, στο κατάστρωμα του πλοίου.
Με παρέδωσε η εξαδέλφη της, η γυναίκα που με γέννησε, τελευταίο από εφτά παιδιά.
Όταν η «μάνα» μου ανακάλυψε πως δεν είναι στείρα, χώρισε, ξαναπαντρεύτηκε, και γέννησε τον άντρα που λέω «αδελφό» μου.
Ήμουν τότε έξι χρονών.
Στα δεκαοχτώ, ο άντρας που έλεγα «μπαμπά» μου ρίχτηκε.
Τότε η μάνα μου με έστειλε να μείνω στο σπίτι της γυναίκας που έλεγα «γιαγιά» μου.
Είκοσι πέντε χρονών με παρέδωσαν στον σύζυγο μου, τραπεζικό κλητήρα με καλό μισθό και εξοχικό στην Ερέτρια.
Έκανα δυο αγόρια. Καλά παιδιά.
Όταν χήρεψα, τα αδέλφια μου φαγώθηκαν : «Έλα! Έλα!».
Πήγα.
Χαράματα έδεσε το καράβι στο λιμάνι. Μα εγώ δεν κατέβηκα.
Περίμενα ν’ ανέβουν στο κατάστρωμα να με παραλάβουν.
στην Κ.
…με κολομπίνες και αρλεκίνους
16/02/2010
Στεκόμουν στην άκρη της προβλήτας θαυμάζοντας την διαύγεια του βυθού στο πρωινό φως, όταν είδα να με πλησιάζει μια κολομπίνα. Είχε ριγμένο πάνω της ένα πανωφόρι.
Όταν έφτασε κοντά διαπίστωσα πως το πανωφόρι της ήταν η καπαρντίνα μου που είχα ξεχάσει φεύγοντας βιαστικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα από τον χορό μεταμφιεσμένων, ενοχλημένος από την επιμονή των φίλων μου να ντυθώ κολοκύθα.
«Μπορείτε σας παρακαλώ να φορέσετε αυτήν εδώ την καπαρντίνα;» ρώτησε η κολομπίνα και εξήγησε:
«Ψάχνω τον ιδιοκτήτη της»
«Μόλις τον βρήκατε»
Επέμενε να την φορέσω για να βεβαιωθεί. Την φόρεσα. Μου διόρθωσε τον γιακά και χαμογέλασε πονηρά. «Τώρα πρέπει να με φιλήσετε για να λυθούν τα μάγια και να…» την φίλησα «…να γίνεις ο αρλεκίνος μου.»
Η διαύγεια του βυθού είχε χαθεί.
…στο πανηγύρι
12/02/2010
Παραμονή του Αγίου Νικολάου κάποιος έγραψε στο μόλο: «Λευτεριά στις βάρκες». Δεν έδωσαν σημασία. Την άλλη μέρα τις μάζευαν από το πέλαγος. Μόνο μία, ο «Λευτεράκης», αντιστάθηκε. Τη βούλιαξαν για παραδειγματισμό.
Ασβέστωσαν το σύνθημα και άρχισαν οι έρευνες. Ποιος έκοψε τους κάβους; Ποιος λευτέρωσε τις βάρκες; «Ο τρελό Λευτέρης», βγήκε πόρισμα.
-Εσύ το έκανες;
-Ναι εγώ!
-Γιατί μωρέ;
-Γιατί με λεν Λευτέρη!
Τον κλείδωσαν στο εκκλησάκι της Παναγίτσας.
-Ο Θεός θα σε τιμωρήσει.
Πέρασε ένας χρόνος, πάλι τα ίδια. Κάθε χρόνο τα ίδια. Απηύδησαν. «Τι να κάνουμε;» Έκαναν συμβούλιο. «Να κάνουμε ένα πανηγύρι!»
Από τότε, κάθε χρόνο, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, χαράματα, λύνουν τις βάρκες και τις αφήνουν ελεύθερες μεσοπέλαγα, μέχρι το σούρουπο. Καλού κακού ένα καΐκι, ο «Λευτεράκης», τις έχει από κοντά.
…χωρίς καϊμάκι
09/02/2010
Όταν η κουβέντα τον ζόριζε, σα να βράχνιαζε το μυαλό μαζί με την φωνή και αποσυρόταν.
Το ίδιο «πάθαινε» και στο καφενείο του.
-Που πας ρε Στέλιο; Η αμυγδαλή σου πάλι;
-Πα να φέρω κάνα μεζέ!
Οι άλλοι κοιτιόνταν, σκουντούσαν πόδια, χέρια, χαμογελούσαν με νόημα.
-Ζορίστηκε ο Στελάκης.
Σαββάτο, περασμένα μεσάνυχτα, δίκαζαν την γυναίκα του που έφυγε και τον παράτησε σύξυλο.
-Ένοχη!
-Ένσταση!
-Τι ένσταση ρε Στέλιο! Ξημερώσαμε! Που πας πάλι;
-Να φέρω καφέδες.
Φούσκωσε ο καφές, δεν το πήρε χαμπάρι ο Στέλιος. «Πάει το καϊμάκι. Μαντάρα τα έκανα». Έψησε άλλους, σκούπισε τα μάτια και ξαναμπήκε στην «αίθουσα». Είχαν φύγει όλοι. Άδειο, έρημο το καφενείο.
«Αθώα ρε» φώναξε και του φάνηκε πως άκουσε μια βραχνή γυναικεία φωνή από μακριά : «Ένοχοι. Λύεται η συνεστίαση»
…υγρές
04/02/2010
Ο κύριος Κώστας μου είχε πει κάποτε ότι κάθε εφτά χρόνια συμβαίνει μία κρίση στην ζωή του άνδρα. Κρίση με την θετική έννοια, με το νόημα της αλλαγής, της μεταμόρφωσης.
-Στα εφτά πηγαίνει σχολείο, στα δεκατέσσερα είναι ικανός να τεκνοποιήσει, στα εικοσιένα είναι ικανός να πολεμήσει και πάει λέγοντας.
-Και ο έρωτας κύριε Κώστα; τον ρώτησα.
Άνοιξε ένα βιβλιαράκι και μου διάβασε : «Ο έρωτας είναι υγρός, κάνει την ψυχή υγρή και την φέρνει κοντά στο θάνατο»
Ένιωσα να ιδρώνω. Ξέχασα αμέσως την προπαίδεια του εφτά. Η ανησυχία μου είχε πολλαπλασιαστεί καθώς την εποχή εκείνη με ταλάνιζε έρωτας μεγάλος.
-Και εσείς κύριε Κώστα δεν έχετε ερωτευθεί ποτέ;
-Και βέβαια έχω ερωτευθεί. Πως αλλιώς θα μπορούσα να αναμετρηθώ με τον θάνατο; νομίζω πως μου απάντησε.
Εις μνήμην Κώστα Αξελού.
με άρωμα … γάτας
02/02/2010
Ή γατούλα στέκεται διστακτική στη μέση του δωμάτιου. Με περιεργάζεται, της χαμογελάω. Έξω από την πόρτα ο γάτος νιαουρίζει, στην αρχή άγρια, μετά με παράπονο. Η γάτα δίνει ένα σάλτο και τρυπώνει στο κρεβάτι μου.
Καλοκαίρι. Μεσημεράκι, ζέστη, τζιτζίκια, δροσερά σεντόνια με άρωμα ούζου και θάλασσας.
Περάσαμε μαζί δύο μήνεςι. Ο γάτος να καραδοκεί έξω από το δωμάτιο, η γατούλα να χουζουρεύει γουργουρίζοντας δίπλα μου. Την συνήθισα, άρχισα να κάνω σχέδια για τον χειμώνα.
Λίγες μέρες πριν το τέλος ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει. Η γάτα έδειχνε ανήσυχη, μελαγχολική. Παραμονή της αναχώρησης την έχασα.
Φόρτωνα το αυτοκίνητο όταν την είδα να περπατά διστακτική στην παραλία πίσω από τον γάτο της.
Άνοιξα το τετράδιο και σημείωσα: «Διακοπές τέλος. Από δω και πέρα μόνο συνέχειες».
…για ένα πορτοκαλί μεσοφόρι
01/02/2010
Με κάλεσε σπίτι για «κάτι πολύ σπουδαίο».
-Έχω ολοκληρώσει τα σχέδια για την «Μηχανή το χρόνου», το ταξίδι είναι εφικτό, είχε πει στο τηλέφωνο.
Η οικιακή βοηθός με οδήγησε στην βιβλιοθήκη –είχα φτάσει νωρίτερα από την συμφωνημένη ώρα.
-Ο κύριος και η κυρία θα κατέβουν σε λίγο.
Μας είχε ενώσει το πάθος για την ίδια επιστήμη, μας είχε χωρίσει ο έρωτας για την ίδια γυναίκα. Είχα χάσει, είχε κερδίσει -ή μήπως το ανάποδο;
Βολεύτηκα στην πολυθρόνα. Στην οθόνη πάνω από το τζάκι προβάλλονταν φωτογραφίες μετά μουσικής.
Η Ελένη νύφη, στο μαιευτήριο, στα πρώτα γενέθλια, στη θάλασσα, στο κρεβάτι, με το μεσοφόρι. Το ίδιο πορτοκαλί μεσοφόρι.
Σηκώθηκα. Πριν φύγω άφησα ένα σημείωμα: «Το ταξίδι στο παρελθόν μπορεί να είναι εφικτό αλλά δεν είναι βολικό.»
…για το θεώρημα της κακοτυχίας της
29/01/2010
Ήταν συμπτώσεις ή συμπτώματα; Όταν η Ευτυχία πάταγε το πόδι στις κυλιόμενες σκάλες, σταμάταγαν. Όταν έφτανε στο γκισέ της τράπεζας το σύστημα έπεφτε.
-Πάει, τελείωσε. Είμαι εκ γενετής γκαντέμω, είπε μια μέρα απελπισμένη.
-Έλα καημένη, τις λέγαμε, μην είσαι υπερβολική. Έχεις ταξιδέψει με αεροπλάνο. Έπεσε; Δεν έπεσε.
-Το αεροπλάνο δεν έπεσε, όχι γιατί δεν είμαι γκαντέμω, αλλά γιατί υπήρχε ένας τουλάχιστον συνεπιβάτης που η τύχη του ήταν μεγαλύτερη από την κακοτυχία μου.
Μια μέρα βλέπει στο δρόμο ένα χρυσό δαχτυλίδι. Ορμάει. Ορμάει και μια άλλη γυναίκα, «Ατύχησες!» φωνάζει η Ευτυχία, της δίνει μια, πέφτει η άλλη, χτυπάει, μένει στον τόπο.
Στο κελί πάνω από το κρεβάτι η Ευτυχία έγραψε:
«Αν σταθείς τυχερός, ένας -τουλάχιστον- άλλος θα σταθεί άτυχος (αν προλάβει)». Θεώρημα της Κακοτυχίας.
…για την Γερουνδιακή έλξη.
28/01/2010
Η πιο μεγάλη σκοτούρα του βασιλιά Αρθρούρου και της γυναίκας του Αντωνυμίας, ήταν το Γερούνδιο.
«Δεν το καταλαβαίνω αυτό το παιδί» παραπονιόταν ο βασιλιάς στη βασίλισσα. «Τι μυστήριος τύπος!»
Πέρασαν τα χρόνια, το παιδί έγινε αγόρι και το αγόρι άντρας. Όλοι είχαν να λένε για την μυστήρια Γερουνδιακή έλξη στις γυναίκες, αλλά και στους άντρες. Αμέτρητα τα επίθετα για τις χάρες του, πονηροί οι πλάγιοι λόγοι για το κρεβάτι του.
«Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το χάλι» είπε μια μέρα ο βασιλιάς. «Είσαι ο διάδοχος. Πρέπει να παντρευτείς μία γυναίκα επιτέλους. Λοιπόν, διάλεξε. Την Αιτιατική, την Δοτική, ή την Αφαιρετική;»
«Καμιά από αυτές δεν θέλω» απάντησε το Γερούνδιο
«Και γιατί παρακαλώ;» ρώτησαν.
«Γιατί είμαι ερωτευμένος με το Θαυμαστικό ! » απάντησε και στιγματίστηκε για πάντα.
…
αφιερωμένο στους “άλλους”
…με τύμπανα αισιοδοξίας.
27/01/2010
Ο άνθρωπος, λένε, χρειάζεται μια νότα αισιοδοξίας. Βλακείες. Τι να την κάνουμε μια νότα μόνο; ούτε μια νότα μας φτάνει -και συγνώμη για τον πληθυντικό- ούτε δυο συγχορδίες. Ένα κονσέρτο αισιοδοξίας , έχουμε ανάγκη. Όχι συμφωνία – ένα κονσέρτο που η αισιοδοξία θα «συνομιλεί» και θα ανταγωνίζεται την χορωδία των δυσοίωνων φωνών και την ορχήστρα των δυσάρεστων πραγμάτων. Τώρα θα μου πεις, πώς να τα βάλει μια άρπα με είκοσι βιολιά και εκατό φωνές; Δε θα τα καταφέρει. Θα την σκεπάσουν, θα την εξαφανίσουν. Για αυτό σας λέω, η αισιοδοξία δεν πρέπει να έχει την ευγένεια της άρπας αλλά την αγριάδα, την επιβλητικότητα και λίγη από την απληστία του τύμπανου ή κάποιου κρουστού τέλος πάντων –διαλέξτε όποιο θέλετε εσείς αλλά αποφύγετε παρακαλώ το δειλό ξυλόφωνο.
…και δύο χαρταετοί
26/01/2010
Ακόμα κι η Ασπασία ξεχνούσε τον Θεόφιλο και καμάρωνε τον άντρα της κάθε Καθαρή Δευτέρα. Όλη η γειτονιά μαζευόταν στην αλάνα για να θαυμάσει τον μεγαλύτερο χαρταετό του Πειραιά. Τον αετό του Μήτσου.
«Μα τι κάνει;» ψιθύρισαν όλοι όταν ο Θεόφιλος ξεφόρτωσε από το τρίκυκλο έναν τεράστιο χαρταετό. «Πάει γυρεύοντας;»
Σε λίγο, μόνο δύο αετοί υψώνονται στον ουρανό. Δίπλα- δίπλα.
Ο Μήτσος με μάτι θολό και μανούβρες επιδέξιες, διασταυρώνει τα νήματα. Αφήνει καλούμπα – μαζεύει καλούμπα. Με μανία.
-Τι γυαλίζει στην ουρά;
-Ξυράφια!
Ο Θεόφιλος καταλαβαίνει το θέλημα του αντίπαλου. Ανάβει τσιγάρο, τραβάει δυο τζούρες και με την καύτρα κόβει το δικό του νήμα. Ο χαρταετός λικνίζεται, πέφτει.
Έψαχνε τα μάτια της Ασπασίας την στιγμή που το μαχαίρι του Μήτσου του έκοβε τον λαιμό.
…απίστευτες
24/01/2010
Είχε ακούσει να λένε, πως την πρώτη νύχτα, η γυναίκα σβήνει το φως, γδύνεται, βγάζει από μέσα της ένα μήλο και το δίνει στον άντρα. Ο άντρας το τρώει, κρατάει τα σποράκια και τα ξαναβάζει μέσα της, να καρπίσουν να γίνουν παιδιά.
Έτσι γεννιούνται οι άνθρωποι, κι αν δεν πιστεύει, να κρυφτεί το βράδυ στο υπόγειο του Διαμαντή που παντρεύεται την Ευανθία.
-Και πως θα δω στα σκοτεινά;
-Την πρώτη νύχτα φέγγουν τα βυζιά της γυναίκας. Θα δεις.
Όσα πρόλαβε να δει ήταν όπως τα ‘χαν πει. Η Ευανθία γδύθηκε, τα βυζιά της φέγγισαν, ο Διαμαντής έφαγε το μήλο. Τότε ένιωσε το τσίμπημα στο πόδι, έβγαλε μια κραυγή όπως η Ευανθία και είδε το φίδι να σέρνεται στο υπόγειο. Δεν πίστεψε ότι πέθαινε.
…λοξοδρομούσες
22/01/2010
Χθες το βράδυ, στον δρόμο, έκανα κάτι που είχα πολλά χρόνια να κάνω. Κλώτσησα ένα νεράντζι. Με εκείνη την μπαλαδόρικη κίνηση, ξέρετε, που συνηθίζαμε πιτσιρικάδες, λίγο παιχνίδι, λίγο τσαντίλα, λίγο ανία.
Το νεράντζι κατρακύλησε κάτω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Η γάτα που κρυβόταν σε εκείνο το στεγνό σημείο προφυλαγμένη από το ψιλόβροχο ενοχλήθηκε και απομακρύνθηκε εκνευρισμένη. Συνέχισα να περπατώ βιαστικά.
Είχα κάνει κάμποσα βήματα όταν διαπίστωσα πως δίπλα και λίγο πίσω μου κυλούσε το νεράντζι. Παραξενεύτηκα. Ούτε το χτύπημά μου ήταν δυνατό, ούτε ο δρόμος κατηφορικός.
Στρίβω στην γωνία. Στρίβει κι αυτό. Με ακολουθούσε! Σταματάω, σταματάει.
«Τι θέλεις από μένα;» ρωτάω. Το νεραντζάκι ξαφνιάζεται- κυλάει απογοητευμένο κάτω από έναν κάδο σκουπιδιών.
«Αρσενικό είναι!» σκέφτηκα. «Μόνο τα αρσενικά λοξοδρομούν τρομαγμένα σε αυτή την ερώτηση.»
…εκ κλεψιγαμίας
21/01/2010
Όσα χρόνια η Μελπομένη έκρυβε το παρελθόν της, τόσα κι η Ματούλα έκρυβε τη ντροπή και το μαράζι της.
Όταν η Ματούλα συχωρέθηκε, οι συγγενείς της –παιδιά δεν είχαν με τον μακαρίτη- ξέθαψαν απ’ το μπαούλο ένα δέμα με αποκόμματα εφημερίδων φυλαγμένο κάτω από το νυφικό της. Χέρι -χέρι έφτασαν σε κάθε σπιτικό της γειτονιάς.
Ένα από αυτά έγραφε : “Θεσσαλονίκη (του ανταποκριτού μας)–Συνελήφθη η Μελπομένη Ν. ετών 20, διότι την παρελθούσαν Τετάρτην εστραγγάλισε το εκ κλεψιγαμίας, νεογέννητο βρέφος της και έρριψε το πτώμα εις τον χείμαρρον του χωρίου. Κύνες έσυρον τεμάχια σαρκών μέχρι του χωρίου και εκ τούτου απεκαλύφθη το έγκλημα. “
Μαζί με το μυστικό έφτασε στη γειτονιά μια αγέλη με άγρια αδέσποτα σκυλιά. Η Μελπομένη τα κυνήγησε με μανία και εξαφανίστηκε μαζί τους.
…για την όμορφη Ελενίτσα
18/01/2010
Γυρίσαμε σπίτι κλαμένοι και κλεμμένοι.
Μαζί με τον Λεωνίδα είχαμε ένα φορτηγό, σκουριασμένο, ξεχαρβαλωμένο, παρατημένο σε ένα οικόπεδο κοντά στο σχολείο. Ο ένας ήταν οδηγός, ο άλλος μηχανικός. Ο μηχανικός έκανε την μηχανή, δηλαδή μούγκριζε.
Ένα μεσημέρι -είχαμε σταματήσει για βενζίνα- εμφανίζεται η όμορφη Ελενίτσα που έκλεβε καρδιές.
-Ποιανού είναι το φορτηγό;
-Και των δύο.
-Ναι, αλλά ποιος κάνει ο κουμάντο;
-Μια μέρα ο ένας μια ο άλλος.
-Σήμερα;
-Σήμερα εγώ! πετάγομαι.
-Θα με πας μια βόλτα;
-Αμέ. Ανέβα.
Η ωραία Ελένη σκαρφαλώνει στη θέση του συνοδηγού, εγώ ψάχνω τα κλειδιά της μηχανής που τα κρατάει ο Λεωνίδας.
-Δώσ’ τα ! φωνάζω.
-Μολών λαβέ ! απαντάει.
-Ο τολμών νικά, μουρμουράω και ορμάω.
Παλέψαμε στις λάσπες μέχρι που ακούσαμε την ωραία Ελένη να μουγκρίζει. Ήταν αργά.
…για την έβδομη μπουκιά
14/01/2010
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς , ξεχασιάρης. Κάθε μεσημέρι ρωτούσε την βασίλισσα.
-Τι περιμένει αυτός και στέκεται σα χάρος πάνω από το στέμμα μου;
-Είναι ο υπηρέτης, μετράει τις μπουκιές σου για να φάει την έβδομη. Ο πατέρας, κι ο παππούς σου, πέθαναν όταν στραβοκατάπιαν στην έβδομη μπουκιά τους, ξέχασες; απαντούσε υπομονετικά εκείνη.
- Δεν θα ήταν καλύτερα να μου τις μετράς εσύ; ρώτησε μια μέρα ο βασιλιάς.
Η βασίλισσα το ξέκοψε.
-Δεν γίνεται. Μετράω τις δικές μου.
-Πνίγηκαν και οι δικοί σου πρόγονοι στην έβδομη μπουκιά;
-Όχι, αλλά κανείς δε ξέρει από ποιο σημείο ξεκινάει η γραμμή της μοίρας!
-Μα τι σόι βασιλιάδες είμαστε εμείς που μετράμε τις μπουκιές μας; πρόλαβε να ρωτήσει ο βασιλιάς πριν στραβοκαταπιεί την όγδοη φέτα μανταρίνι.
…αντιδραστικές
11/01/2010
Σε ένα παλιό βιβλίο Φυσικής που είχα αγοράσει κάποτε στο Μοναστηράκι ανακάλυψα αυτές τις χειρόγραφες σημειώσεις, γραμμένες στο περιθώριο των σελίδων.
«Στα ουκ ολίγα χρόνια της ζωής μου, κόπιασα, μορφώθηκα, εργάστηκα, έμαθα να ελίσσομαι ανάμεσα στο ελάχιστο κόστος και στο μέγιστο κέρδος, να παραβιάζω τις αρχές διατήρησης ενέργειας και ορμής. Εμπέδωσα ότι εγώ αποκλειστικά είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου, ενώ οι πράξεις των άλλων ευθύνονται για τις αντιδράσεις μου. Δεν έμαθα όμως το πιο σημαντικό. Το πως πρέπει να αντιδρώ. Και διαπιστώνω τώρα, μετά λύπης μου, πως στις κρίσιμες στιγμές, νόμιζα ότι δρω ορθά ενώ στη πραγματικότητα αντιδρούσα λάθος. Αγαπητέ Ισαάκ, μαντάρα τα κάναμε με τον τρίτο νόμο. Κι έτσι, αυτή τη στιγμή γράφω ετούτες τις γραμμές ως αντίδραση στην οδυνηρή διαπίστωση.»



