…χωρίς καϊμάκι
09/02/2010
Όταν η κουβέντα τον ζόριζε, σα να βράχνιαζε το μυαλό μαζί με την φωνή και αποσυρόταν.
Το ίδιο «πάθαινε» και στο καφενείο του.
-Που πας ρε Στέλιο; Η αμυγδαλή σου πάλι;
-Πα να φέρω κάνα μεζέ!
Οι άλλοι κοιτιόνταν, σκουντούσαν πόδια, χέρια, χαμογελούσαν με νόημα.
-Ζορίστηκε ο Στελάκης.
Σαββάτο, περασμένα μεσάνυχτα, δίκαζαν την γυναίκα του που έφυγε και τον παράτησε σύξυλο.
-Ένοχη!
-Ένσταση!
-Τι ένσταση ρε Στέλιο! Ξημερώσαμε! Που πας πάλι;
-Να φέρω καφέδες.
Φούσκωσε ο καφές, δεν το πήρε χαμπάρι ο Στέλιος. «Πάει το καϊμάκι. Μαντάρα τα έκανα». Έψησε άλλους, σκούπισε τα μάτια και ξαναμπήκε στην «αίθουσα». Είχαν φύγει όλοι. Άδειο, έρημο το καφενείο.
«Αθώα ρε» φώναξε και του φάνηκε πως άκουσε μια βραχνή γυναικεία φωνή από μακριά : «Ένοχοι. Λύεται η συνεστίαση»
…υγρές
04/02/2010
Ο κύριος Κώστας μου είχε πει κάποτε ότι κάθε εφτά χρόνια συμβαίνει μία κρίση στην ζωή του άνδρα. Κρίση με την θετική έννοια, με το νόημα της αλλαγής, της μεταμόρφωσης.
-Στα εφτά πηγαίνει σχολείο, στα δεκατέσσερα είναι ικανός να τεκνοποιήσει, στα εικοσιένα είναι ικανός να πολεμήσει και πάει λέγοντας.
-Και ο έρωτας κύριε Κώστα; τον ρώτησα.
Άνοιξε ένα βιβλιαράκι και μου διάβασε : «Ο έρωτας είναι υγρός, κάνει την ψυχή υγρή και την φέρνει κοντά στο θάνατο»
Ένιωσα να ιδρώνω. Ξέχασα αμέσως την προπαίδεια του εφτά. Η ανησυχία μου είχε πολλαπλασιαστεί καθώς την εποχή εκείνη με ταλάνιζε έρωτας μεγάλος.
-Και εσείς κύριε Κώστα δεν έχετε ερωτευθεί ποτέ;
-Και βέβαια έχω ερωτευθεί. Πως αλλιώς θα μπορούσα να αναμετρηθώ με τον θάνατο; νομίζω πως μου απάντησε.
Εις μνήμην Κώστα Αξελού.
με άρωμα … γάτας
02/02/2010
Ή γατούλα στέκεται διστακτική στη μέση του δωμάτιου. Με περιεργάζεται, της χαμογελάω. Έξω από την πόρτα ο γάτος νιαουρίζει, στην αρχή άγρια, μετά με παράπονο. Η γάτα δίνει ένα σάλτο και τρυπώνει στο κρεβάτι μου.
Καλοκαίρι. Μεσημεράκι, ζέστη, τζιτζίκια, δροσερά σεντόνια με άρωμα ούζου και θάλασσας.
Περάσαμε μαζί δύο μήνεςι. Ο γάτος να καραδοκεί έξω από το δωμάτιο, η γατούλα να χουζουρεύει γουργουρίζοντας δίπλα μου. Την συνήθισα, άρχισα να κάνω σχέδια για τον χειμώνα.
Λίγες μέρες πριν το τέλος ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει. Η γάτα έδειχνε ανήσυχη, μελαγχολική. Παραμονή της αναχώρησης την έχασα.
Φόρτωνα το αυτοκίνητο όταν την είδα να περπατά διστακτική στην παραλία πίσω από τον γάτο της.
Άνοιξα το τετράδιο και σημείωσα: «Διακοπές τέλος. Από δω και πέρα μόνο συνέχειες».
…για ένα πορτοκαλί μεσοφόρι
01/02/2010
Με κάλεσε σπίτι για «κάτι πολύ σπουδαίο».
-Έχω ολοκληρώσει τα σχέδια για την «Μηχανή το χρόνου», το ταξίδι είναι εφικτό, είχε πει στο τηλέφωνο.
Η οικιακή βοηθός με οδήγησε στην βιβλιοθήκη –είχα φτάσει νωρίτερα από την συμφωνημένη ώρα.
-Ο κύριος και η κυρία θα κατέβουν σε λίγο.
Μας είχε ενώσει το πάθος για την ίδια επιστήμη, μας είχε χωρίσει ο έρωτας για την ίδια γυναίκα. Είχα χάσει, είχε κερδίσει -ή μήπως το ανάποδο;
Βολεύτηκα στην πολυθρόνα. Στην οθόνη πάνω από το τζάκι προβάλλονταν φωτογραφίες μετά μουσικής.
Η Ελένη νύφη, στο μαιευτήριο, στα πρώτα γενέθλια, στη θάλασσα, στο κρεβάτι, με το μεσοφόρι. Το ίδιο πορτοκαλί μεσοφόρι.
Σηκώθηκα. Πριν φύγω άφησα ένα σημείωμα: «Το ταξίδι στο παρελθόν μπορεί να είναι εφικτό αλλά δεν είναι βολικό.»
…για το θεώρημα της κακοτυχίας της
29/01/2010
Ήταν συμπτώσεις ή συμπτώματα; Όταν η Ευτυχία πάταγε το πόδι στις κυλιόμενες σκάλες, σταμάταγαν. Όταν έφτανε στο γκισέ της τράπεζας το σύστημα έπεφτε.
-Πάει, τελείωσε. Είμαι εκ γενετής γκαντέμω, είπε μια μέρα απελπισμένη.
-Έλα καημένη, τις λέγαμε, μην είσαι υπερβολική. Έχεις ταξιδέψει με αεροπλάνο. Έπεσε; Δεν έπεσε.
-Το αεροπλάνο δεν έπεσε, όχι γιατί δεν είμαι γκαντέμω, αλλά γιατί υπήρχε ένας τουλάχιστον συνεπιβάτης που η τύχη του ήταν μεγαλύτερη από την κακοτυχία μου.
Μια μέρα βλέπει στο δρόμο ένα χρυσό δαχτυλίδι. Ορμάει. Ορμάει και μια άλλη γυναίκα, «Ατύχησες!» φωνάζει η Ευτυχία, της δίνει μια, πέφτει η άλλη, χτυπάει, μένει στον τόπο.
Στο κελί πάνω από το κρεβάτι η Ευτυχία έγραψε:
«Αν σταθείς τυχερός, ένας -τουλάχιστον- άλλος θα σταθεί άτυχος (αν προλάβει)». Θεώρημα της Κακοτυχίας.
…για την Γερουνδιακή έλξη.
28/01/2010
Η πιο μεγάλη σκοτούρα του βασιλιά Αρθρούρου και της γυναίκας του Αντωνυμίας, ήταν το Γερούνδιο.
«Δεν το καταλαβαίνω αυτό το παιδί» παραπονιόταν ο βασιλιάς στη βασίλισσα. «Τι μυστήριος τύπος!»
Πέρασαν τα χρόνια, το παιδί έγινε αγόρι και το αγόρι άντρας. Όλοι είχαν να λένε για την μυστήρια Γερουνδιακή έλξη στις γυναίκες, αλλά και στους άντρες. Αμέτρητα τα επίθετα για τις χάρες του, πονηροί οι πλάγιοι λόγοι για το κρεβάτι του.
«Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το χάλι» είπε μια μέρα ο βασιλιάς. «Είσαι ο διάδοχος. Πρέπει να παντρευτείς μία γυναίκα επιτέλους. Λοιπόν, διάλεξε. Την Αιτιατική, την Δοτική, ή την Αφαιρετική;»
«Καμιά από αυτές δεν θέλω» απάντησε το Γερούνδιο
«Και γιατί παρακαλώ;» ρώτησαν.
«Γιατί είμαι ερωτευμένος με το Θαυμαστικό ! » απάντησε και στιγματίστηκε για πάντα.
…
αφιερωμένο στους “άλλους”
…με τύμπανα αισιοδοξίας.
27/01/2010
Ο άνθρωπος, λένε, χρειάζεται μια νότα αισιοδοξίας. Βλακείες. Τι να την κάνουμε μια νότα μόνο; ούτε μια νότα μας φτάνει -και συγνώμη για τον πληθυντικό- ούτε δυο συγχορδίες. Ένα κονσέρτο αισιοδοξίας , έχουμε ανάγκη. Όχι συμφωνία – ένα κονσέρτο που η αισιοδοξία θα «συνομιλεί» και θα ανταγωνίζεται την χορωδία των δυσοίωνων φωνών και την ορχήστρα των δυσάρεστων πραγμάτων. Τώρα θα μου πεις, πώς να τα βάλει μια άρπα με είκοσι βιολιά και εκατό φωνές; Δε θα τα καταφέρει. Θα την σκεπάσουν, θα την εξαφανίσουν. Για αυτό σας λέω, η αισιοδοξία δεν πρέπει να έχει την ευγένεια της άρπας αλλά την αγριάδα, την επιβλητικότητα και λίγη από την απληστία του τύμπανου ή κάποιου κρουστού τέλος πάντων –διαλέξτε όποιο θέλετε εσείς αλλά αποφύγετε παρακαλώ το δειλό ξυλόφωνο.
…και δύο χαρταετοί
26/01/2010
Ακόμα κι η Ασπασία ξεχνούσε τον Θεόφιλο και καμάρωνε τον άντρα της κάθε Καθαρή Δευτέρα. Όλη η γειτονιά μαζευόταν στην αλάνα για να θαυμάσει τον μεγαλύτερο χαρταετό του Πειραιά. Τον αετό του Μήτσου.
«Μα τι κάνει;» ψιθύρισαν όλοι όταν ο Θεόφιλος ξεφόρτωσε από το τρίκυκλο έναν τεράστιο χαρταετό. «Πάει γυρεύοντας;»
Σε λίγο, μόνο δύο αετοί υψώνονται στον ουρανό. Δίπλα- δίπλα.
Ο Μήτσος με μάτι θολό και μανούβρες επιδέξιες, διασταυρώνει τα νήματα. Αφήνει καλούμπα – μαζεύει καλούμπα. Με μανία.
-Τι γυαλίζει στην ουρά;
-Ξυράφια!
Ο Θεόφιλος καταλαβαίνει το θέλημα του αντίπαλου. Ανάβει τσιγάρο, τραβάει δυο τζούρες και με την καύτρα κόβει το δικό του νήμα. Ο χαρταετός λικνίζεται, πέφτει.
Έψαχνε τα μάτια της Ασπασίας την στιγμή που το μαχαίρι του Μήτσου του έκοβε τον λαιμό.
…απίστευτες
24/01/2010
Είχε ακούσει να λένε, πως την πρώτη νύχτα, η γυναίκα σβήνει το φως, γδύνεται, βγάζει από μέσα της ένα μήλο και το δίνει στον άντρα. Ο άντρας το τρώει, κρατάει τα σποράκια και τα ξαναβάζει μέσα της, να καρπίσουν να γίνουν παιδιά.
Έτσι γεννιούνται οι άνθρωποι, κι αν δεν πιστεύει, να κρυφτεί το βράδυ στο υπόγειο του Διαμαντή που παντρεύεται την Ευανθία.
-Και πως θα δω στα σκοτεινά;
-Την πρώτη νύχτα φέγγουν τα βυζιά της γυναίκας. Θα δεις.
Όσα πρόλαβε να δει ήταν όπως τα ‘χαν πει. Η Ευανθία γδύθηκε, τα βυζιά της φέγγισαν, ο Διαμαντής έφαγε το μήλο. Τότε ένιωσε το τσίμπημα στο πόδι, έβγαλε μια κραυγή όπως η Ευανθία και είδε το φίδι να σέρνεται στο υπόγειο. Δεν πίστεψε ότι πέθαινε.
…λοξοδρομούσες
22/01/2010
Χθες το βράδυ, στον δρόμο, έκανα κάτι που είχα πολλά χρόνια να κάνω. Κλώτσησα ένα νεράντζι. Με εκείνη την μπαλαδόρικη κίνηση, ξέρετε, που συνηθίζαμε πιτσιρικάδες, λίγο παιχνίδι, λίγο τσαντίλα, λίγο ανία.
Το νεράντζι κατρακύλησε κάτω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Η γάτα που κρυβόταν σε εκείνο το στεγνό σημείο προφυλαγμένη από το ψιλόβροχο ενοχλήθηκε και απομακρύνθηκε εκνευρισμένη. Συνέχισα να περπατώ βιαστικά.
Είχα κάνει κάμποσα βήματα όταν διαπίστωσα πως δίπλα και λίγο πίσω μου κυλούσε το νεράντζι. Παραξενεύτηκα. Ούτε το χτύπημά μου ήταν δυνατό, ούτε ο δρόμος κατηφορικός.
Στρίβω στην γωνία. Στρίβει κι αυτό. Με ακολουθούσε! Σταματάω, σταματάει.
«Τι θέλεις από μένα;» ρωτάω. Το νεραντζάκι ξαφνιάζεται- κυλάει απογοητευμένο κάτω από έναν κάδο σκουπιδιών.
«Αρσενικό είναι!» σκέφτηκα. «Μόνο τα αρσενικά λοξοδρομούν τρομαγμένα σε αυτή την ερώτηση.»
…εκ κλεψιγαμίας
21/01/2010
Όσα χρόνια η Μελπομένη έκρυβε το παρελθόν της, τόσα κι η Ματούλα έκρυβε τη ντροπή και το μαράζι της.
Όταν η Ματούλα συχωρέθηκε, οι συγγενείς της –παιδιά δεν είχαν με τον μακαρίτη- ξέθαψαν απ’ το μπαούλο ένα δέμα με αποκόμματα εφημερίδων φυλαγμένο κάτω από το νυφικό της. Χέρι -χέρι έφτασαν σε κάθε σπιτικό της γειτονιάς.
Ένα από αυτά έγραφε : “Θεσσαλονίκη (του ανταποκριτού μας)–Συνελήφθη η Μελπομένη Ν. ετών 20, διότι την παρελθούσαν Τετάρτην εστραγγάλισε το εκ κλεψιγαμίας, νεογέννητο βρέφος της και έρριψε το πτώμα εις τον χείμαρρον του χωρίου. Κύνες έσυρον τεμάχια σαρκών μέχρι του χωρίου και εκ τούτου απεκαλύφθη το έγκλημα. “
Μαζί με το μυστικό έφτασε στη γειτονιά μια αγέλη με άγρια αδέσποτα σκυλιά. Η Μελπομένη τα κυνήγησε με μανία και εξαφανίστηκε μαζί τους.
…για την όμορφη Ελενίτσα
18/01/2010
Γυρίσαμε σπίτι κλαμένοι και κλεμμένοι.
Μαζί με τον Λεωνίδα είχαμε ένα φορτηγό, σκουριασμένο, ξεχαρβαλωμένο, παρατημένο σε ένα οικόπεδο κοντά στο σχολείο. Ο ένας ήταν οδηγός, ο άλλος μηχανικός. Ο μηχανικός έκανε την μηχανή, δηλαδή μούγκριζε.
Ένα μεσημέρι -είχαμε σταματήσει για βενζίνα- εμφανίζεται η όμορφη Ελενίτσα που έκλεβε καρδιές.
-Ποιανού είναι το φορτηγό;
-Και των δύο.
-Ναι, αλλά ποιος κάνει ο κουμάντο;
-Μια μέρα ο ένας μια ο άλλος.
-Σήμερα;
-Σήμερα εγώ! πετάγομαι.
-Θα με πας μια βόλτα;
-Αμέ. Ανέβα.
Η ωραία Ελένη σκαρφαλώνει στη θέση του συνοδηγού, εγώ ψάχνω τα κλειδιά της μηχανής που τα κρατάει ο Λεωνίδας.
-Δώσ’ τα ! φωνάζω.
-Μολών λαβέ ! απαντάει.
-Ο τολμών νικά, μουρμουράω και ορμάω.
Παλέψαμε στις λάσπες μέχρι που ακούσαμε την ωραία Ελένη να μουγκρίζει. Ήταν αργά.
…για την έβδομη μπουκιά
14/01/2010
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς , ξεχασιάρης. Κάθε μεσημέρι ρωτούσε την βασίλισσα.
-Τι περιμένει αυτός και στέκεται σα χάρος πάνω από το στέμμα μου;
-Είναι ο υπηρέτης, μετράει τις μπουκιές σου για να φάει την έβδομη. Ο πατέρας, κι ο παππούς σου, πέθαναν όταν στραβοκατάπιαν στην έβδομη μπουκιά τους, ξέχασες; απαντούσε υπομονετικά εκείνη.
- Δεν θα ήταν καλύτερα να μου τις μετράς εσύ; ρώτησε μια μέρα ο βασιλιάς.
Η βασίλισσα το ξέκοψε.
-Δεν γίνεται. Μετράω τις δικές μου.
-Πνίγηκαν και οι δικοί σου πρόγονοι στην έβδομη μπουκιά;
-Όχι, αλλά κανείς δε ξέρει από ποιο σημείο ξεκινάει η γραμμή της μοίρας!
-Μα τι σόι βασιλιάδες είμαστε εμείς που μετράμε τις μπουκιές μας; πρόλαβε να ρωτήσει ο βασιλιάς πριν στραβοκαταπιεί την όγδοη φέτα μανταρίνι.
…αντιδραστικές
11/01/2010
Σε ένα παλιό βιβλίο Φυσικής που είχα αγοράσει κάποτε στο Μοναστηράκι ανακάλυψα αυτές τις χειρόγραφες σημειώσεις, γραμμένες στο περιθώριο των σελίδων.
«Στα ουκ ολίγα χρόνια της ζωής μου, κόπιασα, μορφώθηκα, εργάστηκα, έμαθα να ελίσσομαι ανάμεσα στο ελάχιστο κόστος και στο μέγιστο κέρδος, να παραβιάζω τις αρχές διατήρησης ενέργειας και ορμής. Εμπέδωσα ότι εγώ αποκλειστικά είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου, ενώ οι πράξεις των άλλων ευθύνονται για τις αντιδράσεις μου. Δεν έμαθα όμως το πιο σημαντικό. Το πως πρέπει να αντιδρώ. Και διαπιστώνω τώρα, μετά λύπης μου, πως στις κρίσιμες στιγμές, νόμιζα ότι δρω ορθά ενώ στη πραγματικότητα αντιδρούσα λάθος. Αγαπητέ Ισαάκ, μαντάρα τα κάναμε με τον τρίτο νόμο. Κι έτσι, αυτή τη στιγμή γράφω ετούτες τις γραμμές ως αντίδραση στην οδυνηρή διαπίστωση.»
…για μια πλεξούδα
07/01/2010
…Δεν την προλάβαινα, ήταν πιο γρήγορη, κανείς δεν την έπιανε στο κυνηγητό. Ευτυχώς που ανέμιζε η μακριά πλεξούδα της, αλλά κι αυτή μόλις που προλάβαινα να την αγγίξω. Τίναζε τότε το κεφάλι της και μου ξέφευγε. Εγώ απογοητευμένος έκοβα φόρα, εκείνη σταματούσε μερικά βήματα πιο πέρα και τα πράσινα μάτια της αιχμαλώτιζαν τα δικά μου. ”Κυνήγα με. Πιάσε με!” μου φώναζαν προκλητικά.
Μια φορά κατάφερνα να αρπάξω την πλεξούδα της πριν γίνει αέρας. Την τράβηξα τόσο δυνατά που πόνεσε. Έβαλε τα κλάματα. Το βράδυ τα έβαλα κι εγώ. Δεν την ξανακυνήγησα.
Πέρασε ο καιρός, τέλειωνε η σχολική χρονιά. Στα διαλείμματα κοιταζόμαστε από μακριά, με λαχτάρα. Την τελευταία μέρα ήρθε κοντά και μου είπε.
«Έλα. Κυνήγα με. Μα όταν με νικήσεις μη με πονέσεις.»
…περί ανέμων
29/12/2009
Μια παραμονή πρωτοχρονιάς ρώτησα τη γιαγιά μου. Που πάει ο χρόνος που φεύγει και από πού έρχεται ο καινούργιος; Αφού σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε, μου είπε τούτο δω το παραμύθι.
” Μια φορά κι έναν καιρό σε έναν τόπο μακρινό που φυσούσε μια φορά στα δέκα χρόνια, έβγαλε ο βασιλιάς φιρμάνι και έταζε τη κόρη του και τον θρόνο του σε όποιον απαντήσει πούθε ‘ρχεται ο άνεμος και που πηγαίνει. Δυο γενναία παλικάρια κίνησαν ο ένας κατά κει που φύσαγε κι ο άλλος προς τη μεριά που ερχόταν.
Χρόνια πολλά περιπλανήθηκαν και στο τέλος τα κατάφεραν. Μα σαν γύρισαν πίσω για να πάρουν την ανταμοιβή τους, ούτε θρόνο βρήκαν, ούτε βασιλιά, ούτε βασιλοπούλα. Έτσι λοιπόν, σκόνη γινήκανε τα όνειρά τους και τα πήρε ο αγέρας. “
…για το δώρο της Κυρούλας
23/12/2009
Τα Χριστούγεννα μαζεύαμε λεφτά για την Κυρούλα που καθάριζε το σχολείο, πουλούσε κουλούρια και μου κρατούσε το χέρι κάθε πρωί στο δρόμο για το σχολείο. Στο άλλο χέρι κρατούσε την Χριστίνα.
Ήμαστε καμιά δεκαριά παιδιά στα πρωινά δρομολόγια αλλά η Κυρούλα κρατούσε πάντα εμάς. Μας συμπαθούσε. Και εμείς τη συμπαθούσαμε. Και μεταξύ μας «συμπαθιόμαστε». Μόλις μας άφηνε τα χέρια αρχίζαμε το κυνηγητό. Η Χριστίνα ήταν γρήγορη και το μόνο που κατάφερνα να αγγίξω ήταν η μακριά της πλεξούδα που ανέμιζε στο τρέξιμο
Στο τελευταίο δρομολόγιο των Χριστουγέννων , καθώς περπατούσαμε, η Κυρούλα σταμάτησε ξαφνικά, έκανε ένα βήμα πίσω, κι έβαλε το χέρι μου στο χέρι της Χριστίνας. Ήταν ζεστό, μαλακό απαλό.
Εκείνο το δώρο της αφής άναψε μια φλογίτσα μέσα μου που καίει ακόμα.
…για τον τερματοφύλακα.
17/12/2009
Όταν στη διπλανή αλάνα έπαιζαν ποδόσφαιρο, η Αλίκη έβγαινε στην αυλή για να ποτίσει τα λουλούδια. Που και που ένα ξώφαλτσο χτύπημα έφερνε τη μπάλα στα πόδια της. To περίμενε πως και πως αυτό το που και που.
Μάζευε τότε τη μπάλα, τη φιλούσε και την έστελνε πίσω με όλη της την δύναμη. Κι όπως το πέταγμα ξεσήκωνε τα μαλλιά και τα ρούχα της, τα δυο αγόρια ορμούσαν να μαζέψουν τη μπάλα με το φιλί.
Ποιον να διαλέξει; Τον τερματοφύλακα που όλο αυτοθυσία ορμούσε στα πόδια των αντιπάλων, κυλιόταν στα χώματα και έσωζε την εστία ή τον κυνηγό που ορμούσε και σάρωνε την αντίπαλη άμυνα;
Τον τερματοφύλακα, επέμενε η μάνα, ο πόνος της ήττας σβήνει πιο δύσκολα από τη χαρά της νίκης. Και νίκησε.
…εμπρόθεσμες και μεθοδικές
15/12/2009
Σε αγαπώ, θέλω να σε κατακτήσω. Που το έβαλα το εισιτήριο; Α, εδώ στη τσέπη μου είναι. Ουφ. Γιατί ξεχνάω τόσο εύκολα τελευταία; Είμαι ερωτευμένος φαίνεται. Μεγάλο πράγμα η ψυχολογία πάντως. Και η αστρολογία. “Θα ερωτευθείτε το δεύτερο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου”. Τελευταία στιγμή πρόλαβα τη προθεσμία. Λοιπόν. Πάμε πάλι. Σε ποθώ. Θέλω να ηττηθώ για να μη σε χάσω. Επιθετικός από τη μια, ευάλωτος από την άλλη. Έτσι πρέπει να δείχνω. Γαμώ τα βιβλιαράκια αυτό. Που έχω το εισιτήριο είπαμε; Ωχ, κι αν ξεχάσω τι πρέπει να πω; Κάτι θα γράφει γιαυτό, δε μπορεί. Θα το ψάξω στη διαδρομή. Μπορεί ας πούμε να λέει «Αν ξεχάσετε τι θέλατε να της πείτε κοιτάξτε την στα μάτια». Βλακείες λέω τώρα. Λες κι είμαι κάνας ειδικός.
…για 123 λέξεις
14/12/2009
Όταν τα πράγματα ζορίζουν φτιάχνω ιστορίες.
Καλώ στη φαντασία μου παιδικούς φίλους και τους μοιράζω ρόλους.
Ανακαλώ μνήμες, εικόνες, φωνές, τις ανακατεύω με την φαντασία κι έτοιμο το ζυμαράκι, απαλό, μαλακό, καμία σχέση με την “σκληρή βρώμικη πραγματικότητα”.
Κοίτα να δεις. Σαν παιδί κάνω.
Ευτυχώς.
Όμως οι ιστορίες μου είναι αληθινές κι ας μην είναι πραγματικές.
Άλλωστε τι αξία έχει να λες τα πράγματα όπως έγιναν ή όπως έπρεπε να γίνουν;
Να, αυτό είναι το καλό με τις ιστορίες. Λες τα πράγματα όπως θα ήθελες στα αλήθεια να γίνουν.
Και τότε γίνεται κάτι περίεργο.
Η μια ιστορία φτιάχνει την επόμενη, κι αυτή μια άλλη και πάει λέγοντας.
Αλλά δεν το καταλαβαίνεις, νομίζεις ότι οι ιστορίες είναι διαφορετικές, αλλά δεν είναι, γιατί είναι αληθινές.


