123 λεξεις…

ΜΙΓΑΔΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

…για του κόσμου τα δεσμά

Έβαλα στη τσέπη τα κέρματα που ανακάλυψα πίσω από τον καναπέ και πήγα στο καφενείο.

Ήταν άδειο και κρύο (πρωί –πρωί). Ο καφετζής έφερε το τσάι μου, τη σόμπα υγραερίου και ένα αρωματικό κερί για τη μυρωδιά.

Κοίταξα το ρολόι –δώρο του συχωρεμένου του πατέρα μου- να σιγουρέψω την ημερομηνία. Είχα πάνω από μήνα να ανοίξω το ημερολόγιό μου.

Ήθελα οπωσδήποτε να γράψω για τα χθεσινά. Οκτώ ώρες συνεδριάζαμε και άκρη δε βρίσκαμε. Χαράματα πήρε το λόγο Ελευθερία και είπε:

«Σύντροφοι η συνεδρίαση αυτή δε πρόκειται να λυθεί ποτέ. Έχουμε δέσει τις ιδέες μας κόμπο. Εγώ αποχωρώ.»

Έτρεξα ξοπίσω της. «Ελευθερία. Περίμενέ με…» της φώναξα.

«Τι να περιμένω μωρέ Μήτσο; Τα δεσμά δε λύνονται. Κόβονται». Έτσι  είπε κι ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό.

…αναμνηστικές

Πίνω ένα άχρωμο υγρό με φυσαλίδες και ξινή γεύση. Το ίδιο, αλλά με κίτρινο καλαμάκι, πίνει και ο ηλικιωμένος κύριος που έχει πιάσει την αγαπημένη μου θέση δίπλα στη τζαμαρία. Φοράει κασκόλ,  γυαλιά ηλίου, έχει τα χέρια σταυρωμένα ανάμεσα στα πόδια του και κουνάει συνέχεια το σαγόνι του σα να αναμασάει κάτι που δυσκολεύεται  να καταπιεί.

Εδώ και ώρα κάνει νόημα στο γκαρσόνι σηκώνοντας ψηλά το άδειο μπουκάλι του νερού. Σηκώνεται από τη θέση του. Του προσφέρω το δικό μου. «Δε το χρειάζομαι». Τοκρατάει με τα δύο του χέρια και ξανακάθεται. Γεμίζει το ποτήρι του. Δυο σταγονίτσες τινάζονται στα γυαλιά του. Τα βγάζει και μπορώ να δω τα μάτια του. Από το βλέμμα του υποψιάζομαι οτι προσπαθεί να καταπιεί τις αναμνήσεις του. 

123 λέξεις … για τον ταχυδρόμο

Ο Μανώλης ήταν ταχυδρόμος. Και ο παππούς του και ο πατέρας του, και ο πατριός του αργότερα, ήταν ταχυδρόμοι. Τρεις δερμάτινες τσάντες-ενθύμια υπάρχουν κρυμμένες σε μια ξεχωριστή κούτα στο πατάρι.

Στα παιδιά του λέει παραμύθια με ταχυδρόμους. Όλα ξεκινάνε έτσι: «Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας ταχυδρόμος. Ξέρετε, δεν υπάρχουν πια ταχυδρόμοι κανονικοί, που μοιράζουν γράμματα κανονικά, γραμμένα με το χέρι…»

Ο Μανώλης παραιτήθηκε προχθές. Η γυναίκα του θύμωσε. Πήρε τα παιδιά και πήγε στη μάνα της στο χωριό. «Ταχυδρόμος ήμουν εγώ ρε Ματίνα; Όλο λογαριασμούς μοίραζα. Όποτε με έβλεπαν ωχ έλεγαν από μέσα και από έξω τους».
Σήμερα έγραψε ένα παραμύθι, το έκλεισε σε έναν ταχυδρομικό φάκελο και με την δερμάτινη τσάντα στον ώμο ξεκίνησε να το παραδώσει στα παιδιά του.

123 λέξεις … λυπημένες

Τώρα τελευταία ο Στιφάδος (ο κούνελός μου) είχε γίνει πολύ φιλικός με τους ανθρώπους της αυλής, τους εμπιστευόταν, έτρεχε κοντά τους, όχι μόνο για να τον ταΐσουν, αλλά έτσι, για την παρέα, για το παιχνίδι.

Από προχθές που γύρισα δεν τον έχω δει. Έψαξα όλες τις γωνιές του κήπου μήπως μου κρατάει μούτρα επειδή έφυγα και δεν τον πήρα μαζί μου. Πουθενά ο Στιφάδος μου. Έχει εξαφανιστεί.

Κάποιος τον πήρε. Αποκλείεται να το έσκασε. Δεν έβγαινε ποτέ από τη αυλόπορτα. Ούτε οι γάτες τον έφαγαν. Τα πήγαινε πολύ καλά μαζί τους, και με όλα τα ζωάκια της αυλής.

Ποιο ζώο τον έκλεψε; Και τι τον έκανε; Τον έκλεισε σε κάποιο κλουβί ή σε κάποια χύτρα; Το ίδιο είναι. Στο λαιμό να του κάτσει.

 

123 λέξεις … για ένα κορίτσι ένα αγόρι και ένα παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα παραμύθι που δεν ήθελε κανείς να το ακούσει.

«Μα ποιος ενδιαφέρεται για ένα παραμύθι με σπιρτόκουτα;» έλεγαν τα μισά παραμύθια.

«Άσε που όποιος το ακούει όλα του πηγαίνουν στραβά στη ζωή του» έλεγαν τα άλλα μισά.

«Τι κρίμα! Τόσο μικρό παραμύθι και τόσο δηλητηριώδες…» κουτσομπόλευαν οι μεγάλες σοφές ιστορίες.

«Μα πως ξέρετε ότι είναι όμορφο αφού δεν το έχετε ακούσει; Κι αν είναι δηλητηριώδες εγώ θα βρω το αντίδοτο» είπε με πείσμα το αγόρι και κλείστηκε σε ένα σπιρτόκουτο. Τόσο μικρό ήταν.

Πέρασαν πολλά χρόνια, όλοι ξέχασαν το σπιρτόκουτο. Μέχρι που μια μέρα, ένα κορίτσι που τουρτούριζε το άνοιξε για να ζεσταθεί. Και τότε, άκουσε μια αγορίστικη φωνή να λέει: «Έλα μέσα, είναι ζεστά στη φαντασία μου».

123 λέξεις…μοιρασμένες

Ο Στιφάδος –ο κούνελός μου- έχει ένα κακό και ένα καλό. Το κακό είναι ότι καταβροχθίζει τα βιβλία μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το καλό είναι ότι δεν τρώει δεύτερη φορά το ίδιο βιβλίο.
Η πίεση μου έχει πληρώσει ακριβά την ικανότητά του  να θυμάται κάθε σελίδα που έχει φάει. Μερικές φορές η κουβέντα μαζί να καταλήγει στο πιεσόμετρο.
Προχθές όμως τρόμαξε. Κάθε τόσο ερχόταν στο δωμάτιο.
-Έπεσε η πίεση αφεντικό;
-Όχι.
-Για ξαναμέτρα.
-Στιφάδο αν σε νοιάζει η υγεία μου κοίτα να μη κάνεις τον έξυπνο και τον ξερόλα.
-Γιατί το βλέπεις ανταγωνιστικά ρε αφεντικό; Εσύ νομίζεις ότι θέλω να σε κάνω με τα κρεμμυδάκια όπως με απειλείς, ενώ εγώ το μόνο που θέλω είναι αυτά που ξέρω να τα μοιράζομαι μαζί σου.

…για τα οπίσθια της ιστορίας

Η Ιστορία που προτίθεμαι να σας διηγηθώ παρακολουθεί μια νέα γυναίκα. Η γυναίκα δεν έχει αντιληφθεί ότι η Ιστορία την παρακολουθεί και ως εκ τούτου επιδίδεται σε ανιστόρητες πράξεις και παραλείψεις.

Σε ανύποπτη στιγμή η νέα θαυμάζοντας το είδωλό της σε βιτρίνα πολυτελών υποδημάτων αντιλαμβάνεται ότι κάποιος την ακολουθεί.

Αποφασισμένη να δώσει ένα τέλος στην αγωνία της, στην επόμενη στροφή του δρόμου με μια περίτεχνη όλο χάρη κίνηση παραδίδεται στην αγκαλιά  ευπαρουσίαστου νέου άνδρα που ξεπροβάλλει ευθυτενής από την είσοδο παρακείμενης νεόδμητης πολυκατοικίας.

Στο μεταξύ η Ιστορία προσπερνά δήθεν αδιάφορη, και η γυναίκα ασφαλής πλέον στο πλευρό του συντρόφου της, αντιστρέφοντας τους ρόλους, την ακολουθεί ασθμαίνοντας.

Διότι συμβαίνει σε πολλούς να μπερδεύουν τα λικνιζόμενα οπίσθια της ιστορίας με αυτό που αποκαλούν μοίρα τους.

…για δυο βαλίτσες

Θέλεις να κάνουμε ένα ταξίδι; Ρώτησε το αγόρι.
Θέλω, απάντησε το κορίτσι. Πότε;
Τώρα, αμέσως, είπε το αγόρι.
Τι βιαστικά που είναι τα αγόρια  είπε το κορίτσι. Και που θα πάμε;
Μακριά είπε το αγόρι.
Τότε θέλουμε βαλίτσες. Δε γίνεται να κάνουμε ταξίδι χωρίς βαλίτσες. Ας το κάνουμε αύριο, είπε το κορίτσι.
Μα, ούτε αύριο θα έχουμε βαλίτσες, είπε το αγόρι.
Δίκιο έχεις, είπε το κορίτσι. Ούτε αύριο θα έχουμε βαλίτσες. Ούτε αύριο θα πάμε ταξίδι. Εκτός …
Εκτός; Ρώτησε το αγόρι.
Εκτός αν πάρουμε βαλίτσες στο δρόμο, είπε το κορίτσι.
Τι μανία έχετε εσείς τα κορίτσια με τις βαλίτσες, είπε το αγόρι. Τι να τις κάνουμε τις άδειες βαλίτσες;
Δεν θα είναι άδειες, είπε το κορίτσι. Θα βάλουμε μέσα το ταξίδι μας.

…αρσενικές

Ο καιρός δείχνει να κρατάει. Ουρανός και θάλασσα συμφωνούν. Αλλά εμείς δε φοβόμαστε. Έτσι Νώντα; Έτσι Στιφάδο; Κούραση νιώθουμε μόνο. Το έχει αυτό το καλό η κούραση -παραμερίζει το φόβο.

Γιατί λέει το μυαλό στο υπόλοιπο σώμα: αφού εσύ δε μπορείς, αναλαμβάνω εγώ, μη φοβάσαι. Και το σώμα κάνει πως δε φοβάται. Γίνεται και το ανάποδο. Πήγαινε ‘λα.

-Αφεντικό αφού η φουρτούνα με ζαλίζει γιατί μπήκαμε στο καράβι;
-Δεν είμαι εγώ το αφεντικό σου. Ο Νώντας είμαι. Από τη ζαλάδα αλλού πατάς κι αλλού βλέπεις.
-Γιατί είσαι καλύτερος; Άλλη νότα πατάς και άλλη παίζεις. Που είναι το αφεντικό μου; Ζαλίζομαι και φοβάμαι.
-Στο κατάστρωμα.
-Δε φοβάται;
-Τι να φοβηθεί ρε; Άντρας είναι. Εσύ δεν είσαι άντρας;
-Όχι ρε δεν είμαι άντρας. Είμαι αρσενικό.

…και ένας κούκος

-Έρχεται η άνοιξη αφεντικό φώναξε όλο χαρά ο Στιφάδος ( ο κούνελός μου) πετώντας το πανωφόρι του.
-Πας καλά; Πως σου ήρθε; Ακόμα φθινόπωρο έχουμε.
-Ήρθε ένας κούκος στον κήπο.
-Σύνελθε Στιφάδο. Αφού το έχουμε πει. Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.
-Ναι καλά! Εξαιρείται όμως η Σούλα ε;
-Τι σχέση έχει η Σούλα τώρα;
-Έχει, έχει. Όποτε μπαίνει σπίτι, φωνάζει κούκου και αμέσως βγάζετε τα πανωφόρια σας, και μετά έχεις καλή διάθεση, με ταΐζεις , με πας βόλτα με το ποδήλατο, ξέρεις πόσο καιρό έχεις να με πας βόλτα; από το καλοκαίρι, που είχαμε πάει στο Σύνταγμα. Και χθες πήγες κρυφά και δεν με πήρες.
-Ψέματα. Ποιος το είπε;
-Ήσουν με δύο φίλους σου. Ο κούκος μου το είπε. Ήταν και αυτός.